(Big Apple`s Tales)
Εδώ μένω. Στο 3B. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο· ένα συνηθισμένο παλιό κτήριο στο QUEENS. Αυτή είναι η είσοδος. Είναι πιο ωραία το βράδυ, αλλά με το που πλησιάζεις ανάβει ένας προβολέας και χάνεις τον κόσμο δύο φορές: μια από αυτά που έχεις πιει και μια από το φως του. Άσε που το βράδυ σε αυτά τα δυο σκαλιά πάντα κάθεται κάποιος, ή δύο μαζί -ζευγάρια πιτσιρικάδων συνήθως- και καπνίζουν το τελευταίο τσιγάρο πριν μπουν στο κτήριο. Είναι μουσκίδι· τόσο που σου περνάει η σκέψη ότι τα νερά κάτω αριστερά δεν είναι από το κλιματιστικό του 2C, αλλά ιδρώτας.
Όταν βρω άδεια την είσοδο κάθομαι κι εγώ. Πρώτα βλέπω από τη λεωφόρο αν έχουν φως τα παράθυρα του 3Β. Πράγμα που σημαίνει ότι έχει επιστρέψει ο Αlex. Μια φορά βέβαια έκανα λάθος γιατί εγώ το είχα αφήσει αναμμένο φεύγοντας. Πάντως είτε έχει φως είτε δεν έχει, αν δεν είναι κανένας στα σκαλάκια, κάθομαι για τσιγάρο. Βοηθάει. Στο γρήγορο, περνάνε οι εικόνες της μέρας, ζυγίζω τα απίθανα, τα σημαντικά, τα ασήμαντα -που ίσως κρύβουν κάτι παραπάνω αν τα ξανακοιτάξεις- όλα αυτά που συνέβησαν σε μια μέρα περιπλάνησης στην πόλη και τα βάζω στη σειρά. Για μένα κυρίως. Αλλά και για να είμαι έτοιμος να απαντήσω χωρίς χρονοτριβή στον Αλεχ όταν θα με ρωτήσει όπως κάθε βράδυ: “How was your day?” Μετά την αναφορά μου, επιστρέφει στην οθόνη του για καμιά ώρα πριν πέσει για ύπνο. Κι εγώ στη δικιά μου. Μια -δυο φορές μέσα σε ντουμάνια, πίνοντας τις μπύρες μας αμίλητοι, κάναμε chat στο facebook σαν να μην ήμασταν στο ίδιο σαλόνι, αλλά σε άλλη πόλη ο καθένας, προσπαθώντας να μη γελάσουμε καθόλου. Λέω ντουμάνια, γιατί ο Αlex είναι ένας σπάνιος, γι` αυτή την πόλη, συγκάτοικος: ένας μανιώδης καπνιστής.
Από το τραίνο μέχρι το σπίτι είναι δύο μεγάλα, ατέλειωτα τετράγωνα δρόμος. Συνήθως σέρνομαι. Δεν είναι μόνο από τη ζέστη ή τις μπύρες που έχω ήδη πιει. Υποψιάζομαι ότι έχω υποστεί κακώσεις στα οστά του ταρσού από την καταπόνηση· την γλίτωσα από τις πορείες στο στρατό και θα την πάθω εδώ από τα μίλια που περπατάω κάθε μέρα. Σύνδρομο υπέρχρησης, νομίζω ότι το λένε.
Δυο βήματα από το σταθμό η καντίνα του Νίκου. Σουβλάκια με την τσίκνα να φτάνει μέχρι την αποβάθρα. Πάντα έχει ουρά. Μια υπομονετική, πεινασμένη ουρά. “Αμερικάνο, αμερικάνο;” ρωτάει όλους καθώς τυλίγει πίτες κι οι πελάτες – από όλες τις γωνιές του πλανήτη- γνέφουν καταφατικά. Εκεί έφαγα μια φορά. Είχαν περίεργα πικρή γεύση. Ακριβώς όπως και η ιστορία του. Ξενιτεύτηκε μεγάλος και μόνος όταν έχασε τα πάντα στο χρηματιστήριο. “Εβδομήντα εκατομμύρια φιλαράκο. Ζεστά, εβδομήντα εκατομμύρια έκαναν φτερά” μου είπε σαν να μην μπορούσε το χωνέψει ακόμα. Μαζί με αυτά, έκανε φτερά κι η γυναίκα του. Αυτό δε μου το είπε, το συμπέρανα από τον τρόπο που πρόφερε το “μόνος” μετά το “ξενιτεύτηκα”. Μπορεί όμως να κάνω και λάθος.
Στη μέση της διαδρομής είναι το Bagel Nosh. Ένα μικρό μαγαζί με σάντουιτς και σαλάτες -“φτιάξ` την μόνος σου”. Αν δεν έχω φάει ήδη με παρέα, εδώ κάνω στάση τα βράδια. Ο Πακιστανός που συνήθως πετυχαίνω, την τρίτη φορά πήρε είδηση ότι είμαι βράχος στις επιλογές μου και ετοίμασε τη σαλάτα χωρίς να ρωτήσει τι θέλω να βάλει μέσα. Στην αρχή τον εντυπωσίασε ο συνδυασμός ρόκας και μανταρινιού. “Για δροσιά” του εξήγησα και κούνησε το κεφάλι του. Έχει ξάδελφο στην Ελλάδα, είναι ενημερωμένος για το γίνεται “εκεί κάτω” και θέλει να μάθει περισσότερα για την κρίση. Εγώ πάλι βουτηγμένος στο δικό μου αμερικάνικο όνειρο, κοντεύω να την ξεχάσω. Το μόνο που με απασχολεί είναι η άλλη μισή απόσταση που έχω να διανύσω μέχρι το σπίτι και τα 42 καραβίσια σκαλιά μέχρι το 3Β. Τα δύο εξωτερικά δεν τα υπολογίζω ποτέ.
Ο δρόμος είναι σχεδόν σκοτεινός. Τα φώτα του χάνονται μέσα στα φυλλώματα των δέντρων. Η κίνηση λιγοστή. Ένα αυτοκίνητο στη χάση και στη φέξη και μερικοί πεζοί με βιαστικό βηματισμό. Τις πρώτες μέρες μπέρδευα τους δρόμους. Πανομοιότυπα κτήρια στη σειρά με επένδυση σκούρο κόκκινο τούβλο, με ελάχιστες διαφορές μόνο στην κύρια είσοδο, με μεταλλικά μπαλκόνια στις όψεις και πτυσσόμενες σκάλες κινδύνου που με παρέσυραν σε κουίζ: σε ποιες ταινίες αυτές οι σκάλες παίζουν ένα σημαντικό ρόλο, βοηθώντας τους ήρωες να διαφύγουν; Με παρέσυραν τόσο που έχανα το δρόμο κι έκανα κύκλους μέχρι να φτάσω. Μετά έβαλα σημάδια, σταμάτησα τα κουίζ και έφτανα στο σπίτι σαν ντόπιος. Hoopoe the New Yorker.
Κάθε βράδυ σε αρκετές εισόδους κάθονται άνθρωποι κάποιας ηλικίας. Πάνω σε μαξιλάρια στα σκαλοπάτια ή σε σκαμνάκια που βγάζουν έξω στο πλατύ πεζοδρόμιο με τη δεντροστοιχία που στέκει ασάλευτη. Σαλεύουν μόνο φτηνές βεντάλιες στα χέρια γυναικών με πληθωρικές καμπύλες και χρωματιστά ρούχα. Ράθυμα σώματα, κατάκοπα από τη ζέστη και τα χρόνια, μα ο ρυθμός της κουβέντας τους νεανικά καταιγιστικός. “Hace mucho calor”* πιάνει το αυτί μου καθώς περνάω και επιβεβαιώνεται η υποψία μου ότι πρόκειται για Λατίνες.
Εδώ, στον αριθμό 74 είναι το σπίτι του ενενηντάχρονου που τα απογεύματα σουλατσάρει με το πι του, συνοδεία μιας μαύρης που τον φροντίζει κι ύστερα κάθονται -εκείνος σε μια πλαστική καρέκλα κι εκείνη χωρίς μαξιλάρι στα σκαλοπάτια της εισόδου- μέχρι αργά. Απόψε, για λίγο δεν τους πρόλαβα έξω. Από το παράθυρο στο ισόγειο προβάλλει πίσω από την κουρτίνα η φιγούρα της γυναίκας που σκύβει, εκεί που λογικά πρέπει να είναι το κρεβάτι του παππού. Ίσως του τακτοποιεί τα μαξιλάρια, ίσως του λέει στο αυτί μια καληνύχτα. Ποιος ξέρει... μπορεί και να του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο.
Την πρώτη φορά που τους είδα, απόγευμα στο αργό τους σουλάτσο, κάτι λέγανε και ξαφνικά σταμάτησαν κι έσκασαν στα γέλια. Τα δυο τους κεφάλια πολύ κοντά το ένα στο άλλο κι ένα ασταμάτητο ντουέτο γέλιου: του γέρου βραχνό, διέκοπτε πού και πού ένας αρχαίος βήχας και της γυναίκας κρουστό και γάργαρο. Δεν μπορούσα να φανταστώ την αφορμή που τους έκανε να ξεκαρδιστούν τόσο που να έχουν δακρύσει. Τους χάρηκα. Φαινόταν ευτυχισμένοι. Ότι και να σημαίνει αυτό. Από τότε, κάθε φορά που τους συναντώ, τους χαιρετάω. Η μαύρη με αναγνωρίζει αμέσως και μου χαρίζει ένα πλατύ χαμόγελο. Ο παππούς όχι· κάθε φορά με αποκαλεί με διαφορετικό όνομα. Το τελευταίο -που μου άρεσε περισσότερο από όλα τα άλλα- ήταν Henry. Λέω πως αν το σταθεροποιήσει, μπορεί και να το κρατήσω.
“Γεια σου γειτόνισσα” λέω από μακριά στην Darinka που κλειδώνει το μαγαζί. Αυτό το “γειτόνισσα” πάει, όχι στο γεγονός ότι το Laundry που δουλεύει είναι το πιο κοντινό στο σπίτι κι εκεί φτάνω κάθε βδομάδα φορτωμένος το μπόγο με τα άπλυτα, αλλά στο ότι είναι από το Montenegro· από κάποια μικρή πόλη νότια της Podgorica, πάνω στην Αδριατική, που είναι αδύνατον να θυμηθώ το όνομά της.
Απόψε είναι πολύ χαρούμενη. Την προηγούμενη βδομάδα, μού εκμυστηρεύτηκε ότι είχε να πάει για interview. Είχε αγωνία, το έβλεπα στα μάτια της και στον τρόπο που έσφιγγε τα χέρια της. Σήμερα έμαθε ότι τελικά πήρε τη δουλειά. Αρχίζει σε δύο βδομάδες. “Θα είμαι γραμματέας ενός γιατρού...” μού λέει με περηφάνεια, κάνει μια επιτηδευμένη παύση και συμπληρώνει με μάτια που λάμπουν:“ ... στην πέμπτη λεωφόρο!!!” Δεν προλαβαίνω να της δώσω συγχαρητήρια και με διακόπτει λέγοντας: “ξέρω ότι χάρηκες για μένα γείτονα”. Κι είναι αλήθεια. Όλες τις φορές που την συνάντησα καθόταν μάλλον θλιμμένη και διάβαζε περιμένοντας να περάσουν οι ατέλειωτες ώρες της βάρδιας της- τουλάχιστον όταν δεν είχε να πλύνει, να στεγνώσει και να διπλώσει ρούχα που είχαν αφήσει πελάτες.
Περπατάμε για λίγο μαζί και συνεχίζει ακάθεκτη μέχρι να με καληνυχτίσει εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι μας: “Θα φοράω ωραία ρούχα κάθε μέρα, θα πηγαίνω στο Manhattan και θα κάνω επιτέλους κάτι αξιόλογο. Θα έχω βέβαια πολλή δουλειά, δεν θα σηκώνω κεφάλι, αλλά μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ...αν και θα μου λείψουν οι άνθρωποι στο laundry.”
συνεχίζεται...
*Κάνει πολύ ζέστη.
Μουσική: Flamenco Sketches, σύνθεση των Miles Davis και Bill Evans, από το άλμπουμ Kind of Blue του 1959







