Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Το κουτί


Τον είχα συναντήσει δυο- τρεις φορές τυχαία. Την τελευταία, πριν αρκετά χρόνια προγραμματισμένα. Βρεθήκαμε κάπου στην Πλάκα, για πολύ λίγο. Πρωί. Ίσα -ίσα για να πιούμε ένα καφέ, να πούμε δυο κουβέντες και για να φωτογραφήσω αυτό που ήταν η αφορμή της συνάντησής μας: ένα παλιό κουτί από Συριανά λουκούμια που ήξερα ότι είχε στο αρχείο του, τού το είχα ζητήσει και με πολλή προθυμία μού είχε φέρει.
Έτσι, πέρα από τα τραγούδια, την ποίηση και τα μυθιστορήματα, θα θυμάμαι τον Μάνο Ελευθερίου, τον Συριανό, γι αυτό το κουτί, που αν και παλιό, μύριζε μέχρι εκείνη τη μέρα λουκούμι.


Ο Μάνος Ελευθερίου, πέθανε χθες σε ηλικία 80 ετών.

Η φωτογραφία του κουτιού, είχε αναρτηθεί σε ποστ του 2011

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Το τρολ




ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ, ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΤΡΟΛ· από θηρίο του διαδικτύου ζώο
το έκανε οικόσιτο,κι ήτανε τρυφερό και διακριτικό και στην αφή τόσο απαλό, πιό απαλό ακόμα κι από γάτα.
Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτό το τόσο εξημερωμένο τρολ τον κατα-
σπάραξε, κανείς δεν ξέρει.



Του Αργύρη Χιόνη από τα "Ασήμαντα Περιστατικά"
όπου τρολ, μοναξιά κι όπου διαδίκτυο, έρημος


Η εικόνα από την ταινία του Guillermo del Toro, El Laberinto del Fauno

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Το όνομα


In poets I trust


-Καλησπέρα σας.
-Καλησπέρα.
-Ονομάζομαι Σολωμός και θα ήθελα να σας προτείνω...
-Το μικρό σας;
-Διονύσιος.
-Ναι λοιπόν!
-Σχετικά με το...
-Ναι σας είπα.
-Τί ναι;
-Ναι, σε ό,τι και να μού προτείνετε. 



Κάπως έτσι έκλεισε σήμερα στα γρήγορα ένα συμβόλαιο.  Δεν έχουν τόση σημασία οι όροι του -Πολλοί ν' οι δρόμοι πώχει ο νους* - όσο το γεγονός ότι μπορώ να λέω ότι  για αυτό μεσολάβησε ο Διονύσιος Σολωμός. 

*Από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, 54 


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Ἡ Ἔξοδος

Migrants wade across a river near the Greek-Macedonian border, west of the the village of Idomeni March 14, 2016. REUTERS/Stoyan Nenov

A woman carries a baby as migrants wade across a river near the Greek-Macedonian border, west of the the village of Idomeni, Greece, March 14, 2016. REUTERS/Alexandros Avramidis

Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν.

Macedonian soldiers escort migrants who have crossed the border illegally from Greece, into army trucks in the village of Moini, Macedonia March 14, 2016. REUTERS/Ognen Teofilovski


Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί, απόσπασμα από Τα Πάθη. 

Οι φωτογραφίες από το πρακτορείο Reuters 

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Ρημαγμένο νταμάρι

Έρχονται ώρες που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγελα,
πέφτουν ένα ένα σαν τα εφτά πέπλα της Σαλώμης,
και στο τέλος απομένεις γυμνός, και τότε αρχίζουν όλα να
κραυγάζουν·
τα μάτια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που ρουφήξαμε τόση
ομορφιά,
τα χέρια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που συντελέσαμε στην
υποταγή,
το σώμα κραυγάζει: εγώ είμαι που συσπάστηκα στην
κτηνωδία του καλοκαιριού,
οι στίχοι διαλαλούν τα μυστικά μας,
γίναμε πια σαν ιδιωτικό ημερολόγιο σε ξένα χέρια.
Έτσι είναι, δεν ωφελούν πια τα χαμόγελα, όσο κι αν είναι
ανοιχτόκαρδα,
ούτε ωφελεί να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυ-
γάζουν·
και τι να την κάνεις τη διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια
της σιωπής
τώρα που όλοι ξέρουν ποιους ικετέψαμε, σε ποιες αγκαλιές
συσπειρωθήκαμε,
κι είναι το πρόσωπό μας σα νταμάρι ρημαγμένο
κι είμαστε σαν ψημένα κάστανα που εύκολα τα ξεφλουδί-
ζει κανείς.

Ντίνου Χριστιανόπουλου, από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος Καημός»

Θυμήθηκα το ποίημα του Χριστιανόπουλου καθώς έψηνα  οκτώ ωραία και μεγάλα κάστανα  στο μάτι της κουζίνας και σκέφτηκα να το μοιραστώ μαζί σας, μια που δεν μπορώ να κάνω το ίδιο με τα κάστανα. 


Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Ἒστω καὶ μία φορά

Ἐσεῖς ποὺ βρίσκεστε παρά θῖν' ἁλὸς
κι ἔχετε
μια θάλασσα στα μάτια σας,
μια παραλία ν᾿ ἀκουμπᾶτε το σῶμα σας,
ἓνα ἡλιοβασίλεμα νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
μία σελήνη να τρελαίνει τις νύχτες σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;


Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους τῶν ἄστεων;



Πειράζοντας το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, “Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή”

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Νίκος Χουλιαράς 1940-2015

-Πρωί-

Το σπίτι, μες στα μεγάλα θαλασσόδεντρα, μόνο του στον μικρό κολπίσκο κι η θάλασσα από κάτω του -ακύμαντη στο φως του πρωινού. Ξανοίγεται απ` την ακτή, και φτάνει ως την άκρη του ορίζοντα· καταγάλανη.
Δυο- τρία έντομα, αόρατα, τρίβουν το πριονίδι της σιωπής κάνοντας τη σιωπή ακόμα εντονότερη και ο Χαρίλαος Πετούσης πίνει καφέ με τη γυναίκα του αμίλητος στη χαμηλή βεράντα.
Τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει εκεί γύρω, γιατί, απλούστατα, δεν θα μπορούσε να συμβεί τίποτε άλλο που να 'ναι πλουσιότερο απ' αυτή την ησυχία.
Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται απ' την καρέκλα. Κατεβαίνει ήρεμα τα δυο σκαλιά που χωρίζουν το σπίτι από την αμμουδιά και, σκύβοντας, σηκώνει από κάτω ένα βοτσαλάκι. Γέρνει με τέχνη, το κορμί στα πλάγια και το πετάει στο νερό.
Το άσπρο πραγματάκι κάνει πεντέξι αναπηδήματα στην επιφάνεια της θάλασσας κι αμέσως ύστερα βυθίζεται, αφήνοντας ένα μικρό κυκλάκι πάνω στο γαλάζιο.
Τότε, ο Χαρίλαος Πετούσης -με το πρόσωπο λουσμένο στο φως- γυρνάει προς το μέρος της γυναίκας του. “Τί ευτυχισμένο πρωινό!” της λέει ήσυχα, “δεν θα ήθελα να ήμουν πουθενά αλλού, Ματούλα”.

(από το Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά, εκδόσεις Νεφέλη, 1998)




-Τα λόγια που είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο λόρδο Βyron, στα ελληνικά και χωρίς την παρουσία διερμηνέως, στη συνάντηση που όρισε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Νίκος Χουλιαράς-


Καμιά πενηνταριά οργιές μακριά απ’ το σπίτι, εκεί, στο δρομάκι που βγάζει ίσια στη μεγάλη ντάπια, στο μέρος που ο δρόμος στενεύει κι αριστερά στο πλάι του κάνει μια καμπουρίτσα, εκεί είναι μια πέτρα. Πέτρα σκούρα σαν καπνός.
  Εκεί ακριβώς, κάτω απ’ την πέτρα, έχει χώμα. Κίτρινο θαμπό στα πλάγια που όσο πάει και μαυρίζει προς τη μέση. Από κει αρχίζει μια λακουβίτσα με νερό. Στην άκρη το νερό και δεξιά καθώς κοιτάμε προς τα κάτω, έχει τέσσερα χορταράκια κατεβατά. Το πρώτο είναι μαυροκίτρινο, το δεύτερο, κρατημένο απ’ το πρώτο, είναι πράσινο χλωρό. Τ’ άλλα τα δυο, είναι κιτρινωπά, κι έχουν απάνω κάτι σποράκια καφετιά που κοκκινίζουν προς τις άκρες.
Εκεί που τελειώνουν τα χορτάρια, αρχίζουν απότομα κάτι γκρεμνά ― μαύρα βραχάκια, γεμάτα σκισμές. Το νερό της λακούβας είναι θολό και κρατάει τα βραχάκια μέσα του ανάποδα, βουνά μαυροπράσινα που μεγαλώνουν, και τις σκισμές, ποτάμια μαύρα που ραγίζουν το νερό κι ανοίγουν μέσα στη θολούρα σα να ’ναι χώρος θαλάσσιος μεγάλος, πιο μεγάλος κι απ’ τη δική σας την αυτοκρατορία.

 Εκεί απάνω, περνάνε τώρα που σου μιλάω, μυγίτσες και ζωύφια. Ανηφορίζουν και κατεβαίνουν. Γυαλίζουν λίγο κι ύστερα χάνονται. Εκεί απάνω, σαλεύει ακόμα, ένα άσπρο φτερό σαν ερημιά.


 Σ’ αυτήν εκεί τη λακουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα. 

(από το Το Μπακακόκ, Νεφέλη 1988)

Ο Νίκος Χουλιαράς, ο σημαντικός ζωγράφος, πεζογράφος, ποιητής, στιχουργός και τραγουδιστής, πέθανε χθες 20 Ιουλίου, σε ηλικία 75 ετών.

Στην Ψαραλυκή της Αντιπάρου. Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης

update:


Νίκος Χουλιαράς: Μια γεμάτη ζωή με εφόδιο την τέχνη, Πολυ Κρημιώτη

Από τα γυρίσματα του Λούσια, στα Γιάννενα το 1989, από το αρχείο του ηθοποιού Μάριου Καραμάνη που ενσάρκωσε τον ομώνυμο ρόλο.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Του Κλήδονα


Τα μονοκοτυλήδονα

και τα δικοτυλήδονα

 ανθίζανε στον κάμπο

σου το `χαν πει στον κλήδονα

 και σμίξαμε φιλήδονα

τα χείλη μας, Μαλάμω.*

*Γ. Σεφέρη, Στροφή

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός 1943-2015


Τα άγουρα σώματα έχουν και αυτά τη γήρανση τους.
Τα περισσότερα είναι φυλλοβόλα.

Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας.
Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!

Τι μου φταίει το ποίημα,
εάν το ποτάμι δεν περνάει
μέσα από το σπίτι μου.

Τι φθορά και αυτή η αιωνιότητα.
Τι σκουλήκι.

Τα θραύσματα της χθεσινής ημέρας
με πήραν στο πρόσωπο και μου αφήσανε σημάδια.

Ένα φρούτο κύλησε στο δρόμο.
Ψάχνει για χώμα,
για να σαπίσει ήρεμα.

Αφήνεις τα ίχνη σου πάνω μου
και γίνομαι κατάστικτος.
Έτσι με γνωρίζουν στον παράδεισο.

Σκόνη πέφτει, όπως τρίζουν τα δοκάρια
του ουρανού.
Μας ασπρίζουν τα μαλλιά.
Δεν πρόκειται να γίνει καμιά καταστροφή,
απλώς περνάνε τα χρόνια.



Τα παραπάνω ποιήματα του Γιάννη Κοντού από τη συλλογή Δευτερόλεπτα του φόβου "
Ο ποιητής πέθανε σήμερα σε ηλικία 71 ετών.



Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Το διαρκές "Αχ"


Πριν δω την παράσταση, αποφάσισα να ξαναδιαβάσω το βιβλίο. Στην πρώτη σελίδα, το μόνο που αναγράφεται είναι η τιμή: εξακόσιες εικοσιτέσσερις δραχμές. Δε θυμάμαι πότε αγόρασα την Κερένια Κούκλα του Κων. Χρηστομάνου, μα αυτός ο αριθμός, το 624, γραμμένος με μολύβι, μόλις που διακρίνεται. Αντιθέτως, η αίσθηση του αχ από την πρώτη ανάγνωση, παρά τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, διατηρείται σχεδόν ανέπαφη κι ας κάνω μερικές σελίδες να συνηθίσω μια γραφή που φαίνεται παλιά, μια γραφή που αρχικά ξενίζει, αλλά μετά από μερικές σελίδες σε υποχρεώνει με υπόγειο τρόπο να φρενάρεις την ταχύτητα της ανάγνωσης και να αφεθείς στο ρυθμό που επιβάλει η διπλή ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στο λόφο του Φιλοπάππου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «αθηναϊκό µυθιστόρηµα» ενώ οι κριτικοί της εποχής του, «ποιητική πεζογραφία». Λες και το αλγεβρικό άθροισμα του Έρωτα πρέπει να μένει σταθερό, όσο σβήνει ο έρωτας του όμορφου Νίκου για τη Βεργινία την ασθενική γυναίκα του που αργοπεθαίνει, τόσο φουντώνει ο έρωτάς του για τη νεαρή Λιόλια -σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο- που μένει στο σπίτι τους και φροντίζει την άρρωστη.



Η Γλυκερία Μπασδέκη που υπογράφει το κείμενο της παράστασης των Bijoux de Kant, ενδεδυμένη την ποιητική της φύση, καταδύθηκε στην Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου και εξερεύνησε εξονυχιστικά το βυθό/πυρήνα των ηρώων, την τραγικότητα του έρωτα που υπήρξε και εξανεμίστηκε, την τραγικότητα του καινούριου έρωτα που φούντωσε πάνω στις στάχτες του παλιού, την άμεση σχέση έρωτα και θανάτου. Όταν η Μπασδέκη αναδύθηκε, έφερε στην επιφάνεια και ανέδειξε το απόσταγμα: το διαρκές αχ του έργου. Το διαρκές αχ του Έρωτα. 



Δε μιμήθηκε το ύφος και το γλωσσικό ιδίωμα του Χρηστομάνου· το ενστερνίστηκε και το μετέφρασε σε μεστό, ρευστό, καθηλωτικό ποιητικό λόγο. Κατάφερε κάτι ακόμα σημαντικότερο: ανέδειξε μέσα από το εύρημα της ενσάρκωσης της ίδιας της Κερένιας Κούκλας -της κόρης που γεννήθηκε από τη Λιόλια, μετά το θάνατο Βεργινίας, όμοιας με τη νεκρή στην όψη και στην κράση- τις αθέατες διαστάσεις των σχέσεων των τριών ηρώων του Χρηστομάνου. Λες και εκείνος άφησε το έργο ημιτελές, δίνοντας τη δυνατότητα στην Μπασδέκη, εκατό και πλέον χρόνια μετά τη πρώτη δημοσίευσή του, να το ανασύρει και να το ολοκληρώσει μεταλλάσσοντας όμως τη μορφή του σε θεατρική.


Ένα θεατρικό έργο όμως ολοκληρώνεται και δικαιώνει την ύπαρξή του επί σκηνής. Το δύσκολο ομολογουμένως εγχείρημα, ανέλαβε η ομάδα Bijoux de Kant και το έφερε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία στο υπόγειο του ιδρύματος Κακογιάννη. Ο λιτός σκηνικός χώρος, είναι βυθισμένος σε γεώδες υποβλητικό ημίφως. Ένα διάφανο παραπέτασμα χωρίζει τη βασική σκηνή από την στενή “πάροδο” στο βάθος. Στην πρώτη, που είναι καλυμμένη με χώμα και ξεραμένα άνθη κείτονται, νεκροί πλέον ο Νίκος (Τάσος Καραχάλιος) από μαχαιριά και η Βεργινία (Αγνή Παπαδέλη-Ροσσέτου) από αρρώστια κι έρωτα. Βγαίνοντας από το μνήμα, θα κινηθούν και οι δύο σε μια απελπισμένη χορογραφία, θα ξαναζήσουν το δράμα που βίωσαν, μέχρι να αποχωρήσουν στα παρασκήνια. Πίσω, στην πάροδο, ακίνητη στην καρέκλα της η Κερένια Κούκλα (Κατερίνα Μισιχρόνη) στραμμένη προς τη μοναδική αθέατη πηγή έντονου φωτός, Κασσάνδρα και Πυθία μαζί, νεκρή και ζωντανή, σαν πλάσμα των παραλλογών, διεκδικεί απεγνωσμένα τη φωνή και το ρόλο που της στέρησε ο Χρηστομάνος. Και δίπλα της, η μόνη που έχει απομείνει ζωντανή, η Λιόλια (Λένα Δροσάκη). Μια πάλλουσα ύπαρξη σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, που καταφέρνει να αφηγηθεί με την εξαιρετική, εξόχως σωματική υποκριτική της, την πορεία της ηρωίδας: από την αθωότητα της εφηβείας -όταν ο έρωτας ξυπνά το σώμα και δημιουργεί την εύφλεκτη γυναίκα που γίνεται παρανάλωμα της φλόγας του- μέχρι το απελπισμένο πλάσμα που βιώνει την απόλυτη απώλεια καθώς χάνεται και το αντικείμενο του πόθου και ο καρπός της ένωσής τους.


Η ομάδα Bijoux de Kant καθοδηγούμενη από τον σκηνοθέτη της Γιάννη Σκουρλέτη, τόνισε το άχρονο και οικουμενικό του απόλυτου έρωτα -μόνο οι νοσταλγικές μουσικές επιλογές του Κώστα Δαλακούρα παρέπεμπαν στην Αθήνα του περασμένου αιώνα- ανέδειξε την σκοτεινή όψη του έρωτα ομοούσιο του θανάτου και ενσάρκωσε ουσιαστικά την υψηλή ποίηση του κειμένου της Μπασδέκη σε μια παράσταση ακραίου αναστεναγμού δικαιώνοντας το διαρκές Αχ του τίτλου.




Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Υπόγειο Γκαράζ
Πειραιώς 206 / 210.34.18.550.
Παρασκευή & Σάββατο 21.15 & Κυριακή 19.30 έως τις 11 Ιανουαρίου 2015
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: 10 ευρώ (κανονικό),
7 ευρώ (μειωμένο - φοιτητικό)

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Οἱ μπερντέδες

Καὶ τὰ χέρια σου σφιγγόντουσαν
στὸ κορμί μου γύρω-γύρω
κι ἔπινα μὲς ἀπ᾿ τὰ χείλη σου
γλυκειὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρο.

Κι ἔπινα μὲς ἀπ᾿ τὰ χείλη σου
γλυκειὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρα
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι μας
κι οἱ μπερντέδες σὰν πορφύρα.

Ἦσαν οἱ μπερντέδες κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι.
Κι ὅλο λίγωνε, κι ὅλο μέλωνε
τὸ γλυκό, γλυκό σου μάτι.

Κι ἔτσι, ἀγάπη μου, σὲ γλέντησα
κι ἔτσι τὴ γλυκάδα σου ἤπια,
μέσα στ᾿ ἄνομα ἀγκαλιάσματα,
τὰ ἄνομα τὰ καρδιοχτύπια.

Κι ἀπ᾿ τὴ γλύκα ποθοπλάνταζε
τὸ κορμί σου καὶ τὸ μάτι
κι ἦσαν οἱ μπερντέδες κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι.



Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888 


Η φωτογραφία από το βιβλίο του Τ.Κόρφη για τον Λαπαθιώτη, έκδοση ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ1985