Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012
Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012
Θητεία Ι.
Ιστορία
από το στρατό δεν έχει που να χτυπιέσαι. Για αυτό σου
λέω, άμα θες ρίξε μια ματιά στο άλμπουμ,
ξεφύλλισέ το, δεν έχει πολλές φωτογραφίες,
μερικές χάθηκαν, πρέπει να έχω λίγες
ακόμα σε ένα φάκελο, χύμα. Αλλά, στο
ξεκαθαρίζω από την αρχή: ιστορία-ιστορία, μην
περιμένεις.
Εδώ,
στην πρώτη, ναι εγώ είμαι, άυπνος πρωί Δευτέρας, Νοέμβρης, έξω από
το κέντρο, με το σάκο στον ώμο και αυτό το
πακέτο στο χέρι. Ήθελα να πάω μόνος,
επέμενε η Ελένη να πάμε μαζί από την
προηγούμενη, “δες το σαν εκδρομή”
είχε πει. Το τελευταίο βράδυ στο
ξενοδοχείο δεν έκλεισα μάτι. Βγήκα και
κάπνιζα στο μπαλκόνι το ένα μετά το
άλλο, την έβλεπα να κοιμάται, άρχισα να
αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που έκοψα την
αναβολή, με αναζήτησε στον ύπνο της,
πέταξα το τσιγάρο ξαναμπήκα την αγκάλιασα
μέχρι την ώρα που χτύπησε το ξυπνητήρι.
Με άφησε απέναντι από την πύλη, είδα
κάτι μανάδες που έκλαιγαν στα κάγκελα,
φρίκαρα, της είπα να φύγει αμέσως, μού
έδωσε το πακέτο,”τί είναι;” τη
ρώτησα, σα μάγισσα απάντησε, “αν
βρεθείς σε δύσκολη θέση να το ανοίξεις”.
Και γέλασε. Βγήκα από το αυτοκίνητο
διέσχισα το δρόμο, είχα πει δε θα γυρίσω
να κοιτάξω, γύρισα, την είδα με τη
φωτογραφική μηχανή στο χέρι, άκουσα το
κλικ, ούτε γέλασα, της έκανα νόημα να
φύγει. Μπήκα. Αργά το απόγευμα στημένος
σε μια ατέλειωτη ουρά στο ΚΨΜ για να
αγοράσω τα λουκέτα που αγνοούσα ότι θα μού
χρειαζόταν, θυμήθηκα το πακέτο. Το ανοίγω
και βρίσκω μέσα πέντε. Γλίτωσα την
αναμονή στην ουρά μα εκείνη την πρώτη
μέρα με έφαγε η σκέψη ότι η Ελένη είχε
κάνει κι άλλη θητεία πριν, γι αυτό και
ήξερε.
Εδώ
είμαστε με τον Κοκκολάκη, κατάκοποι
μετά από αγγαρεία. Βλέπεις; Μού ρίχνει
δυο κεφάλια. Ένας αγαθός γίγαντας από
ένα ορεινό χωριό της Λάρισας. Βοσκός
από δώδεκα χρονών. Είχαμε όλοι φωτογραφίες
με τις γυναίκες μας, εκείνος στο πορτοφόλι
του δυό φωτογραφίες όλες κι όλες: στη
μια το κοπάδι του κι αυτός καμαρωτός
στη μέση και στην άλλη να κρατάει
νεογέννητο αρνί, μες τα αίματα. Το
“Κοκκολάκης”
ήταν παρατσούκλι. Τού το κόλλησε ο
επιλοχίας λόγω ύψους. Αρβύλες στο
νούμερό του στην αρχή δε βρέθηκαν. Δε
θυμάμαι τί νούμερο φορούσε πάντως ήταν
κάτι τερατώδες: 50, 52 μπορεί κι εξήντα.
Μέχρι την ορκωμοσία γύριζε με τα δικά
του, κάτι χειροποίητες χαμηλές μπότες,
ανοιχτό καφέ δέρμα, παραγγελία σε
τσαγκάρη. Το πρωί στην αναφορά, σαν τη
μύγα μεσ` το γάλα ξεχώριζαν στις σειρές
με τις μαύρες αρβύλες. Το βράδυ στο
θάλαμο τις έβλεπες και νόμιζες στο
μισοσκόταδο πως ήταν σκυλί ξαπλωμένο.
Ο Κοκολάκης ήταν ο καλύτερος θαλαμοφύλακας
που έχει περάσει από τον ελληνικό στρατό.
Όλη νύχτα δεν έκλεινε μάτι. Σα μάνα, μας
πρόσεχε. Μόλις άλλαζε κάποιος πλευρό
πήγαινε να σιγουρευτεί ότι ήταν
σκεπασμένος “Μην
κρυώσετε ζαγάρια”
έλεγε. Ένα βράδυ πήγε κι ετοίμασε τσάι
για κάποιον που έβηχε. Άσε που αν
ζητούσαμε νερό έτρεχε να μας φέρει. Το
παρακάναμε βέβαια κι εμείς, ειδικά στην αρχή,
για να τον δοκιμάσουμε λέγαμε όλοι με
τη σειρά “θαλαμοφύλακα,
νερό”
κι εκείνος έφερνε σε όλους μας, όσες φορές
και να ζητούσαμε. Ψυχούλα.
Σε
αυτή εδώ... νομίζω ότι είναι η μόνη που
έχω γράψει λεζάντα, βγάζεις τα γράμματα;
“Εκ
του πρηνηδόν θέσεις λάβατε!”
λέει. Πεδίο βολής, κατά σειρά ο Οξούζογλου,
ο Τάμπας, εγώ που κρατάω το G-3
με τ` αριστερό
κι ο Δεσύλλας. Το χέρι που φαίνεται λίγο
στην άκρη πρέπει να είναι του Παγιαύλα.
Μπορεί και του Δερμιτζάκη. Όλοι πρηνηδόν.
Ακούγεται το “Στόχους αναγνωρίσατε!”
Κι αρχίζουμε δυνατά: “Ένα,
είδον! Δύο είδον!..”
και πάει λέγοντας μέχρι το δέκα που ήμασταν στη γραμμή βολής. Μέχρι να
ακούσω το “άρξατε πυρ” συγκεντρώνομαι,
θέλω να πάω καλά, μπορώ να πάω καλά με
τόσους διαγωνισμούς
που κάναμε μικροί με τα αεροβόλα και
βέβαια ονειρεύομαι τιμητική άδεια.
Ρίχνω τα δέκα φυσίγγια,
είμαι σίγουρος ότι έχω την τιμητική στο
τσεπάκι, τελικά στο στόχο μου βρίσκονται
20 βολές. Το θαύμα του διπλασιασμού
των βολών το έκανε ο Τάμπας που μπερδεύτηκε
κι έριχνε στον δικό μου στόχο. Ούτε
τιμητική ούτε τίποτα. Εκείνη τη μέρα
κοντέψαμε να τσακωθούμε μα...Τι; Μήπως
βαρέθηκες; Α! Το κατάλαβες ε; Ναι...στημένη
είναι η φωτογραφία. Μετά τη βολή, στο
διάλειμμα, στη ζούλα με άδεια τα όπλα. Αν μας έκανε
τσακωτούς κανένας τρελαμένος μόνιμος,
μέχρι και στρατοδικείο θα μπορούσε να
μας στείλει.
συνεχίζεται...
Ηθικός
αυτουργός του ποστ καθώς και της συνέχειας
του είναι ο Βιβλιοθηκάριος
που παρέσυρε επίσης τον κύριο Σελιτσάνο,
τον Δύτη των Νιπτήρων , τον Γρηγόρη Στ, το Ερυθρό Καγκουρό,
τον SilentCrossing, τον Oldboy και τον Μεταπαράλογο. Για την ώρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



