Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Δέκα, μετά τη βροχή

1.

2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

9.

10.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τζιτζίκι -τζατζίκι


-Τί είναι αυτό;
-Ποιό μωρό μου;
-Αυτό. Που κάνει έτσι!
-Πως έτσι;
-Τζζζζ...
-Αααα! Αυτό είναι τζιτζίκι!
-Τζατζίκι!
-Όχι τζατζίκι μωρό μου. Τζιτζίκι.
Δίχρονη το πολύ η μικρή, στρουμπουλή και τσαχπίνα, από ώρα τριγύριζε με αβέβαια τραμπαλιστά βήματα στην άμμο και κοίταζε ψηλά προσπαθώντας να καταλάβει τί ήταν αυτός ο ήχος που έβγαζε το αλμυρίκι. Άρχισε ο πατέρας της να της εξηγεί, ότι μοιάζουν αυτές οι λέξεις, αλλά είναι άλλο το “τζα-τζί-κι” -αυτό το τρώμε και είναι άσπρο, δροσερό και γίνεται από γιαούρτι- και άλλο, το “τζι-τζί-κι” , είναι έντομο, όπως οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Τον άκουγε προσεκτικά, έκπληκτη που δυο λέξεις τόσο όμοιες, ήταν για τόσο διαφορετικά πράγματα και μια κοίταζε ψηλά, μια τον πατέρα της.

Κι ενώ φάνηκε να έχει καταλάβει τη διαφορά, τού ζήτησε πονηρά “Κατέβασέ το, το τζατζίκι” επιμένοντας στο λάθος. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, έψαξε για λίγο το αλμυρίκι κι όταν εντόπισε ένα τζίτζικα, τεντώθηκε, τον έπιασε απαλά και έσκυψε για να της τον δείξει. Εκείνη πλησίασε άφοβα το έντομο και το κοίταξε προσεκτικά. Τότε της είπε να βάλει το δάχτυλό της κάτω, “Να εδώ, στα ποδαράκια του”. Το έβαλε θαρρετά, μα το τράβηξε αμέσως. “Σε γαργαλάει;” τη ρώτησε κι εκείνη έγνεψε “ναι” αλλά αμέσως το ξαναπειχείρησε. Ο τζίτζικας έκανε βήματα στον αέρα και πάνω στο απλωμένο δαχτυλάκι, τη γαργαλούσε, εκείνη τού έλεγε και τού ξανάλεγε γλυκά “τζιτζίκι -τζατζίκι” και γελούσε κι από το γαργάλημα κι από το αστείο της.


Μετά από λίγο ο πατέρας, της είπε ότι πρέπει να βάλουν το τζιτζίκι πάλι στο δέντρο γιατί “θα το ψάχνουν οι δικοί του” κι εκείνη συμφώνησε αμέσως κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. Ο πατέρας τεντώθηκε πάλι και ακούμπησε τον τζίτζικα προσεκτικά ακριβώς στο ίδιο κλαδί, στο ίδιο σημείο από όπου τον είχε πάρει, ενώ η μικρή κουνούσε το χέρι της αποχαιρετώντας τον.


Έπειτα, κάθισε ήσυχα στην άμμο, αλλά πότε κοίταζε ψηλά στο αλμυρίκι, πότε κάτω, το γαργαλημένο της δαχτυλάκι και μονολογούσε τραγουδιστά, “τζιτζίκι -τζατζίκι, τζιτζίκι -τζατζίκι”. Και γελούσε καθώς τα αλλεπάλληλα “τζ” της συναγωνίζονταν τα ασταμάτητα "τζ" των τζιτζικιών-τζατζικιών. 

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Τα χειμωνικά

"Πάμε να βοσκηθούμε!" είπε ο χοντρο -Σταμάτης ξαφνικά, έδωσε σάλτο, πήδηξε σαν έφηβος τη μισογκρεμισμένη ξερολιθιά στην άκρη του μονοπατιού και βρέθηκε από την άλλη, σε ένα χωράφι που κατηφόριζε προς τη θάλασσα γεμάτο ξερά χόρτα και αγκάθια. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τί να πρωτοθαυμάσω: τη λέξη “βοσκηθούμε” που μόνο μια υποψία για την ερμηνεία της είχα, ή την ανέλπιστη ευλυγισία που επέδειξε ο υπέρβαρος φίλος μου.

Εξηντάρης ο Σταμάτης με κιλά, διπλά και βάλε τα χρόνια του, είχε ακούσει επιτέλους τις μισές συμβουλές του γιατρού και άρχισε με τα χίλια ζόρια το καθημερινό περπάτημα. Το φαϊ όμως δεν έλεγε να το ελαττώσει. Μεσημέρι -βράδυ καταβρόχθιζε μια ψαρούκλα ικανή να καταπιεί τον Ιωνά με τα απαραίτητα συνοδευτικά κι ενδιάμεσα, όλη μέρα, όλο και κάτι τσιμπολογούσε “για τη λιγούρα βρε αδελφέ” ή για να συνοδέψει τη ρακή του.

Τον συνόδευα πότε -πότε σ`αυτούς τους περιπάτους με συνταγή γιατρού κι έκρυβε καθένας από αυτούς μια έκπληξη καθώς κάθε φορά παίρναμε ένα άλλο μονοπάτι. Εκείνη τη χρονιά, Οκτώβρης όπως τώρα καλή ώρα, γυρίσαμε και γνώρισα το μισό Νησί, περπατώντας παλιά μονοπάτια που είχαν σχεδόν κλείσει από τις γκρεμισμένες ξερολιθιές ή από τους κέδρους που θέριευαν.

Θέριευε κι η κουβέντα καθώς τον κούρδιζα για να μού λέει παλιές ιστορίες για την εποχή που ήταν μικρός σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο που τώρα φιγουράρει σε όλους τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και που τότε, τρία νησιά παραπέρα να πήγαινες δεν ήξεραν καν την ύπαρξή του. Τα έλεγε λαχανιασμένος και όταν του κόβονταν η ανάσα από τον ανήφορο και την αφήγηση, σταματούσε τάχα για να θαυμάσει τη θέα, άνοιγε και τα δυο του χέρια και μού έλεγε ξεπνοϊσμένος: “Δες ομορφιά!”

Εκείνη τη μέρα όμως αν και λαχανιασμένος έδειξε κάπου απροσδιόριστα μέσα στο χωράφι, -δεν είδα τίποτα πέρα από τα ξερά χόρτα όπου δεν είχε βράχια- και είπε αυτό το μοναδικό: “Πάμε να βοσκηθούμε”. Μόνο όταν προχώρησε αρκετά, πρόσεξα μια αδύναμη μικρή συκιά -δέκα κλαδιά όλα κι όλα και λιγοστά φύλλα- και με έκπληξη παρατήρησα ότι είχε καρπό. Πήδηξα κι εγώ τη μάντρα και όταν πλησίασα είδα ότι τα σύκα ήταν γινομένα .

Λίγα είχε, μικρά, μια σταλιά αλλά γλυκά, σκέτο πετιμέζι. “Είναι χειμωνική” μού είπε μπουκωμένος. “Ωριμάζουν τέλη Σεπτέμβρη αρχές Οκτώβρη και τα μαζεύουν και τα ξεραίνουν”. Καθώς είχα αρχίσει κι εγώ τη βοσκή, τού είπα: “Έτσι όπως πάμε, από αυτή δε θα βρουν τίποτα να ξεράνουν”. Πραγματικά, λίγη ώρα αργότερα αφού τον συναγωνιζόμουν στον ρυθμό, κόβω σύκο, το βάζω στο στόμα με τα φλούδια και πριν το καταπιώ έχω ήδη αρπάξει το επόμενο, η μικρή συκιά, η χειμωνική, δεν είχε πάνω της ούτε ένα για δείγμα. Φαγωμένα όλα καθώς πρέπει: από το δέντρο*.


Ο Σταμάτης ούτε εκείνη τη χρονιά, ούτε την επόμενη κατάφερε να αδυνατίσει. Το αντίθετο μάλιστα: συνέχισε να παχαίνει παρά το περπάτημα κι έτσι κάποια στιγμή αναγκάστηκε να κάνει επέμβαση. Το δαχτυλίδι στο στομάχι μετά από καιρό έφερε καλά αποτελέσματα και έκοψε το περπάτημα που ούτως ή άλλως δεν του άρεσε και πολύ. Εγώ συνεχίζω εντατικά τους απογευματινούς περιπάτους καθώς από εκείνη τη μέρα, εντόπισα και χαρτογράφησα όλες τις χειμωνικές του Νησιού και πριν τα μαζέψουν να τα ξεράνουν, πάω να βοσκηθώ.

*Αυτά τα λίγα χειμωνικά, δεν καταναλώθηκαν στην πηγή  για τις ανάγκες εικονογράφησης του ποστ.


Αφιερώνεται, στον Thas που αγαπάει τα σύκα. 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πατουσάκια


Υπάρχει ένα κόλπο για να κάνεις πατουσάκια μωρού στην άμμο.

Σφίγγεις το χέρι σου γροθιά με τον αντίχειρα πάνω, την κόψη της παλάμης κάτω. Το ακουμπάς απαλά σαν σφραγίδα στην άμμο. Το σηκώνεις και είναι έτοιμο το πέλμα· με το κενό της καμάρας, με το βαθούλωμα της φτέρνας, με τα όλα του. Μετά βάζεις προσεκτικά τα ακροδάχτυλά σου μπροστά, τα βυθίζεις λίγο και έτσι σχηματίζονται τα δαχτυλάκια του ποδιού. Αν έχεις υπομονή, ετοιμάζεις πέντε- έξι τέτοιες πατούσες, δεξιά και αριστερή, με δεξί και αριστερό χέρι, σε κάποια λογική απόσταση μεταξύ τους.

Οι άνθρωποι γενικά δεν παρατηρούν τα ίχνη, αλλά έστω κι ένας να το κάνει, θα πιστέψει ότι ένα βρέφος 5 μηνών, σηκώθηκε και περπάτησε.


(της άμμου)

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Το δαχτυλίδι



Είχε αδυνατίσει και της έπλεε. Την ώρα που γλίστρησε από το δάχτυλό της και  έπεσε στη θάλασσα, το κατάλαβε αμέσως. Ήταν στα ρηχά, για αυτό, σίγουρη ότι θα το έβρισκε αμέσως. Αμμουδιά όμως ο βυθός, έκανε δυο βήματα αναζητώντας το και ανακατεύτηκε το σύμπαν. Άφαντο το δαχτυλίδι.  Του γάμου δαχτυλίδι· όχι η βέρα, άλλο, χρυσό με μια πέτρα κατακόκκινη και μέσα, στο εσωτερικό του, είχε ζητήσει ο άντρας της να χαράξουν  δυο λέξεις: Ζωή μου”.  Μάρθα την έλεγαν. Έσκασε. Δεν πέρασε μέρα που να μην της λείψει. Μέρα που να μην το αναζητήσει στο  δάχτυλο της που της φαίνονταν γυμνό χωρίς αυτό.  Μετά από 20 και βάλε χρόνια, όχι στην παραλία που το είχε χάσει, μα σε άλλο μέρος, είδε μια γυναίκα να το φοράει. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν το δικό της. Η άλλη πρόσεξε πώς το κοίταζε και περίμενε. “Ζωή μου;” της είπε σιγανά. Με ερωτηματικό όμως στο τέλος, διστακτικά.  Δε χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα·  το έβγαλε αμέσως η άλλη  και της το έδωσε πίσω. 

(Της άμμου) 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Ἒστω καὶ μία φορά

Ἐσεῖς ποὺ βρίσκεστε παρά θῖν' ἁλὸς
κι ἔχετε
μια θάλασσα στα μάτια σας,
μια παραλία ν᾿ ἀκουμπᾶτε το σῶμα σας,
ἓνα ἡλιοβασίλεμα νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
μία σελήνη να τρελαίνει τις νύχτες σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;


Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους τῶν ἄστεων;



Πειράζοντας το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, “Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή”

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Η προηγούμενη έκλειψη




Πρέπει να ήταν Αύγουστος γιατί το Νησί ήταν γεμάτο και μεσημέρι γιατί είχαν ξυπνήσει όλοι, ακόμα και αυτοί που είχαν δει ξενυχτισμένοι την ανατολή. Από στόμα σε στόμα -μια που εφημερίδες δεν έφταναν τακτικά και τηλεόραση δεν βλέπαμε- η είδηση της επικείμενης έκλειψης είχε αρχίσει να διαδίδεται από την προηγούμενη, οπότε την ώρα που άρχισε να φαίνεται το πρώτο ίχνος σκιάς πάνω στον ήλιο, αρκετοί ήταν έτοιμοι για να την παρακολουθήσουν.


Μετά από λίγο, έβλεπες παντού παραθεριστές και ντόπιους όρθιους, στη σειρά, να παρατηρούν την εξέλιξη του φαινομένου, με τα χέρια ψηλά κρατώντας αυτοσχέδια μέσα. Ότι μπορεί να φανταστεί κανείς είχε επιστρατευτεί: κομμάτια από σπασμένα μπουκάλια μπύρας, καπνισμένα τζάμια, κομμάτια από φιλμ και σε μια περίπτωση μάσκα οξυγονοκόλλησης.



Με τρεις φίλους αποφασίσαμε να πάμε στο θρόνο που, ως παλιοί,  ξέραμε  ότι ήταν το  σημείο με την καλύτερη θέα  και κυρίως βρίσκονταν μακριά από το πλήθος των παραθεριστών. Το καλοκαιρινό φως είχε αρχίσει να χάνει την έντασή του, όταν φτάσαμε στην πιο πολυσύχναστη παραλία του Νησιού που με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι ήταν άδεια. Μόνο μερικά γλαροπούλια είχαν αράξει δίπλα στη θάλασσα.

Πηδήξαμε τη μάντρα κι ανηφορίσαμε ακολουθώντας το μονοπάτι που μόλις φαίνονταν. Φτάσαμε στο θρόνο κάθιδροι παρ` όλο που η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Θρόνο τον είχαμε βαφτίσαμε εμείς, όπως και άλλα σημεία του νησιού που στερούνταν τοπωνύμιου και τώρα τα βλέπουμε με αυτά, τα δικά μας ονόματα, σε τουριστικούς οδηγούς και ταξιδιωτικά αφιερώματα περιοδικών και γελάμε.

Δεν ήταν παρά ένας απλός τσιμεντένιος πάγκος με πλάτη, ακουμπισμένος πάνω στα βράχια, σε ένα σημείο που η κλίση του εδάφους ήταν ήπια και δημιουργούσε ένα μικρό πλάτωμα. Η θέα από κει ήταν μοναδική- εξ ου και η ονομασία- εφάμιλλη αυτής που απόλαυσε ο Ξέρξης το Σεπτέμβρη του 480 π.Χ από το όρος Αιγάλεω, τουλάχιστον πριν την τραγική για αυτόν κατάληξη της ναυμαχίας της Σαλαμίνας.


Καθίσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Η παράσταση ήδη είχε αρχίσει. Το φως ολοένα και λιγόστευε καθώς η σελήνη κάλυπτε σταδιακά τον ήλιο. Το τοπίο έγινε φθινοπωρινό και είχε αρχίσει  αισθητά να δροσίζει. Στην αρχή ανταλλάξαμε δύο -τρεις κουβέντες σχεδόν ψιθυριστά. Μετά νοιώθοντας την ησυχία που απλώνονταν στη σάλα του σύμπαντος κόσμου μείναμε αμίλητοι.

Όλοι οι συνήθεις ήχοι- ομιλίες, πουλιά, τζιτζίκια, μηχανές καϊκιών, μουσικές, ήχοι κυμάτων- είχαν χαθεί. Ακόμα κι οι ανεπαίσθητοι ήχοι, αυτοί από το σύρσιμο μιας σαύρας ή μιας οχιάς είχαν εξαφανιστεί. Εκκωφαντική σιωπή! Τίποτα. Πουθενά όσο μπορούσε να δει το βλέμμα, τίποτα δε σάλευε, τίποτα δεν προκαλούσε τον παραμικρό ήχο. Κι η θάλασσα μπροστά μας, αγνώριστη χωρίς ρυτίδες, σκοτεινή.

Τη μεγάλη στιγμή της κορύφωσης, όταν πλέον ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης περιβάλλονταν  από το φωτεινό δακτύλιο του ήλιου, εκείνη τη στιγμή, που χωρίς να το θέλουμε κρατούσαμε τις ανάσες μας, εναρμονισμένοι απόλυτα με το περιβάλλον, άρχισε να ακούγεται ένα τακ, τακ, τακ. Δυνατό, επίμονο, αφύσικο και εξαιρετικά ασεβές. Καθώς δεν έλεγε να σταματήσει, ο Α. ανέβηκε εκνευρισμένος στη πλάτη του θρόνου από όπου φαινόταν η ολόκληρη η παραλία.

Κοίταξε κάτω και αμέσως έβαλε τις παλάμες χωνί στο στόμα και άρχισε να ουρλιάζει με τόση ένταση που σίγουρα ακούστηκε στο μισό Αιγαίο:«Σταματήστε επιτέλους! Χαζογκόμενεες!». Ακούστηκαν άλλα δυο-τρία τακ τακ. Ύστερα σταμάτησαν κι επικράτησε πάλι απόλυτη ησυχία.  Ο Α κατέβηκε, πήρε  ανάσα και μας είπε εξοργισμένος, αλλά χαμηλόφωνα: «Έπαιζαν ρακέτες οι ηλίθιες!!!»





Ήταν 11 Αυγούστου του 1999. Είχε προηγηθεί -δύο βδομάδες πριν- έκλειψη σελήνης. Η σημερινή ολική έκλειψη ηλίου θα είναι μερικώς ορατή από την Ελλάδα. Η επόμενη, στις 2 Αυγούστου του 2027. 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Στο Πανηγύρι











Με αυτό, αυτό, αυτό κι άλλα πολλά. 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ποίηση στο σχοινί


·
Nefosis καλή μου φίλη

Είχα αφήσει τα τελευταία σπίτια της Απολλωνίας και κατηφόριζα προς το Κάστρο. Ήταν απόγευμα, Αύγουστος και λίγους μήνες πριν, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”. Με είχαν ενθουσιάσει τόσο που προσπαθούσα να μιμηθώ τους περιηγητές: γύριζα με τα πόδια τη Σίφνο, χωρίς φωτογραφική μηχανή, με ένα μπλοκάκι για σκίτσα και ένα τετράδιο για να γράφω όπως και εκείνοι, τις εντυπώσεις μου.

Φυσούσε θυμάμαι κι η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Ο δρόμος -έτσι όπως είχε περάσει ο Δεκαπενταύγουστος και οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει- ήταν έρημος. Σε μια στροφή του, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου το Κάστρο. Μάλλον καλύτερα θα ήταν να γράψω: αποκαλύφθηκε. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα γύρω: το έντονο ανάγλυφο με τις πεζούλες -αλλού λιόδεντρα κι αλλού αμπέλια-, τον ορίζοντα όπου αχνοφαίνονταν το Δεσποτικό και πίσω του η Αντίπαρος, τον Αρτεμώνα να κατηφορίζει και να ενώνεται με την Απολλωνία, πιο πέρα τα Εξάμπελα και βέβαια στο τέλος κοίταξα και πάλι τον μοναδικό οικισμό του Κάστρου κουρνιασμένο πάνω στο βράχο.

Φτάνοντας πολύ κοντά, και πριν περάσω την λόζια, κάθισα σε μια ξερολιθιά κι άναψα τσιγάρο. Δεν είχα κουραστεί από τη διαδρομή, μα είναι απόλαυση να έχεις φτάσει στον προορισμό σου και να καθυστερείς λίγο την είσοδο. Απόλαυση και μια διαδικασία προετοιμασίας. Ήταν ήσυχα. Καμία κίνηση· μόνο ήχοι: οι διαρκείς των τζιτζικιών τριγύρω μου που πλάνταζαν στο τραγούδι και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των κυμάτων που έφτανε αχνό από τη μικρή -αθέατη από το σημείο που βρισκόμουν- παραλία, πολλά μέτρα κάτω, στη ρίζα του βράχου.

Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, ώσπου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να βγαίνει από το πρώτο σπίτι του οικισμού κρατώντας μια παλιά μεταλλική λεκάνη. Την άφησε κάτω και άρχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Ήταν μόνο κάλτσες. Ανδρικές μάλλινες. Όλες σκούρες, το κάθε ζευγάρι σε διαφορετική απόχρωση του μπλε και του πράσινου. Δεν ήταν παρά πέντε- έξι ζευγάρια οπότε δεν έκανε πολλή ώρα. Όταν τέλειωσε σήκωσε την λεκάνη και μπήκε στο σπίτι. Οι κάλτσες ήδη ανέμιζαν κρεμασμένες. Στο χέρι τις έπλυνε” σκέφτηκα καθώς διέκρινα από τις άκρες τους να φεύγουν σταγόνες.

Τις κοίταζα αρκετή ώρα και μετάνιωνα που δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Θα ήταν ωραία εικόνα, αυτές οι ατίθασες σκούρες κάλτσες, οι πιο πολλές πάνω στο λευκό φόντο του σπιτιού και μερικές στο ουλτραμέρ του Αιγαίου. Σκεφτόμουν  να κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο με μολύβι, σημειώνοντας με λέξεις τα χρώματα στο χαρτί για να στήσω αργότερα μια ακουαρέλα.

Τότε μόνο πρόσεξα τον τρόπο, την σειρά που τις είχε απλώσει η ηλικιωμένη. Δεξιά ήταν οι πιο σκούρες μπλε. Στο τέλος, αριστερά, οι πιο ανοιχτές πράσινες κι ενδιάμεσα...μα ήταν ένα θαύμα! Μια αρμονική χρωματική σύνθεση εκτεθειμένη προσωρινά στον αέρα. Ένα εφήμερο έργο τέχνης. Καθώς δεν την είδα να τις διαλέγει από τη λεκάνη, σκέφτηκα πως δεν μπορούσε παρά το άρτιο αυτό αποτέλεσμα να ήταν εντελώς τυχαίο. 

Επιχείρησα να βρω καλύτερη αλληλοδιαδοχή των χρωμάτων. Άλλαξα νοερά τη σειρά στις κάλτσες πολλές φορές. Κάθε φορά όμως διαπίστωνα ότι ο συνδυασμός που σκεφτόμουν, υπολείπονταν εκείνου της μπουγάδας που στέγνωνε στο μελτέμι του Αυγούστου  και τότε προσπαθούσα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να βρω τον επόμενο συνδυασμό. Ελπίζοντας  να πετύχω τον άριστο. Μάταια: ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί- τυχαίος ή όχι- ήταν ανυπέρβλητος. Παραιτήθηκα.



Άναψα κι άλλο τσιγάρο, αναβάλλοντας για λίγο ακόμα την είσοδό μου στον οικισμό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μετά από λίγο άναψαν μερικά φώτα στο Κάστρο, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, όλα τ` άλλα. Οι κάλτσες φαινόταν ακόμα, όχι όμως και τα χρώματά τους -σκιές ακίνητες πια, γιατί στο μεταξύ μαζί με το σκοτάδι, είχε πέσει κι ο αέρας. Όταν μετά από μερικές ώρες έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής, η μπουγάδα είχε μαζευτεί και το σχοινί της ούτε που διακρίνονταν.

Τις επόμενες μέρες στη Σίφνο, σκεφτόμουν διαρκώς αυτή την σκηνή αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω μια απλή τηλεγραφική σημείωση στο τετράδιο του επίδοξου περιηγητή, τρεις λέξεις όλες κι όλες: “Μπουγάδα- Κάλτσες -Κάστρο”. Αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι φορές που τη θυμήθηκα και όλο έλεγα ότι έπρεπε να την καταγράψω. 


Τελικά Nefosis καλή μου φίλη, δεν το έκανα παρά μόνο σήμερα, με αφορμή την κάρτα σου.

Να σαι καλά!



η φωτο από εδώ

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Venceremos Μιχάλη, venceremos



-Ρε Μιχάλη, πίσω από τα κάγκελα, σα φυλακισμένος είσαι, τού είπα κι εκείνος που είχε έρθει μέχρι εκεί, από το καφέ που τα λέγαμε για ώρες, για να μού κουνήσει μαντήλι μέσα Οκτώβρη του 06, πέρασε τη γροθιά μέσα από τα κάγκελα στο λιμάνι της Νάξου και φώναξε σοβαρός-και το εννοούσε: Venceremos!

Σε λιμάνι τον είχα πρωτοσυναντήσει. Πολλά χρόνια πριν. Στο Νησί. Τότε που πηγαίναμε όλοι στο μώλο, κάθε που ερχόταν καράβι, να δούμε ποιούς θα κατεβάσει. Βγήκε από τη μπουκαπόρτα φορτωμένος: ένα σακίδιο στον ώμο από όπου εξείχε το ψαροντούφεκο και στα χέρια κουβαλούσε αγκομαχώντας την εξωλέμβια. Η φίλη του, μπαταρισμένη από τη μια μεριά, έσερνε έναν τεράστιο σάκο από καραβόπανο. Από αυτόν, λίγο αργότερα στην παραλία έβγαζε ένα διπλωμένο πράμα στο χρώμα της καρμίνας που μετά από ώρες τρομπάρισμα, έγινε φουσκωτό. Μ` αυτό είχε σπεύσει με τέρμα τα ανύπαρκτα γκάζια της μικρής εξωλέμβιας μέχρι απέναντι, στη ξέρα, για να βγάλει στη στεριά ένα μισοπεθαμένο Ιταλό -συνάδελφο, ψαροντουφεκά- που λίγο έλειψε να τον χάσουμε από υποθερμία.

Στην Αθήνα, χειμώνα, σπάνια βρισκόμασταν και συνήθως τυχαία. Στο Νησί όμως σταθερά κάθε χρόνο. Κρασοκατανύξεις με κουβέντες παρά θιν αλός, γλέντια ολονύκτια με χορούς κάτω από έναστρους ουρανούς, καλές ψαριές που πάντα αγωνιούσε αν θα ψηνόταν σωστά και μπαινόβγαινε στην κουζίνα της ταβέρνας μέχρι να φτάσει στο τραπέζι μας η πιατέλα με όσα είχε πιάσει μετά από ώρες στο βυθό. Καλοκαίρια από αυτά μας έκαναν τότε να αντέχουμε τους ενδιάμεσους χειμώνες. Καλοκαίρια που μας θωράκισαν μια και καλή και σήμερα δεν τσακίζουμε.

Μαλάκα, ο γιατρός δε μ` αφήνει να πάρω το φουσκωτό, ήταν η πρώτη κουβέντα που μου είπε πριν δυο μήνες όταν τον συνάντησα στο Comicdom Con Athens που συμμετείχε ως εκδότης. Απρίλης στις αρχές του κι εκείνος και ήδη σκεφτόταν το καλοκαίρι στο Νησί. Στο ένα χέρι είχε τσιγάρο και στο άλλο κρατούσε ένα ποτηράκι ρακή. Με είδε που τα κοίταζα επιτιμητικά, χωρίς όμως να λέω κουβέντα και πέταξε ένα ”δε γαμιέται...” που εκείνη την ώρα το μετέφρασα, “όσο αντέξει αυτή η ρημάδα η καρδιά”

Δεν άντεξε, ούτε μέχρι το καλοκαίρι. Και τώρα που πρέπει να τον αποχαιρετίσω, θα βγάλω κι εγώ με τη σειρά μου γροθιά το χέρι μέσα από τα κάγκελα για να τού πω, εννοώντας το: Venceremos Μιχάλη, venceremos.







Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales 11. Επίλογος

 Στέκομαι σήμερα στο μώλο και προσπαθώ μάταια να υπολογίσω πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνη τη μέρα ενός Αυγούστου που φαντάζει πια αρχαίος. Τότε που νόμιζα ότι είχαν έρθει να με συλλάβουν ο Μανούσος, η Σαπφώ κι ο Νομάρχης, επειδή κολυμπούσα γυμνός. Σεπτέμβρης στο τέλος του κι η θάλασσα, λίμνη ακύμαντη να απλώνεται από δω ως το αντικρινό νησί κι ακόμα πιο πέρα. Ιλαρή γαλήνη, που σου επιτρέπει να ακούς και τον παραμικρό ήχο: τα τρελόπουλα που φτερουγίζουν τιτιβίζοντας πίσω στην πλαγιά και τους γλάρους που πετούν και κρώζουν από τη μεριά της θάλασσας.

 Ζέστη και σήμερα όπως τότε. Το καλοκαίρι παίζει στην παράταση και για την ώρα κερδίζει κατά κράτος το φθινόπωρο. Κι εγώ είμαι πάλι (και ακόμα) εδώ: στο μώλο, χωρίς βιβλίο, μιας και το μόνο που θα ήθελα να ξαναδιάβαζα αυτές τις μέρες, δεν το έχω φέρει μαζί μου. Με ένα σημειωμάταριο όπου γράφω μέρες τώρα σκόρπιες φράσεις για τον επίλογο αυτής της ιστορίας που δεν ξέρει πώς να τελειώσει, μιας και τα καλοκαίρια που πέρασαν, μπερδεύονται γλυκά μεταξύ τους. Τα γεγονότα, οι μικρές ιστορίες, όλα, ένα κουβάρι μπλεγμένο. Μόνο ο τόπος ο ίδιος. Ή σχεδόν ίδιος.

 Ο μώλος δεν έγινε μαρίνα. Στέκει πάνω στα βράχια, φαγωμένος από κύμα και καιρό. Ακριβώς από κάτω, το θαλάμι του Βρασίδα με τα χρόνια έχει γίνει σωστή σπηλιά και έχει πια αλλάξει ενοίκους. Πίσω στην πλαγιά με τις βροχές που έφεραν οι τελευταίοι χειμώνες, έχουν φουντώσει μερικά πευκάκια. Τα βλέπω γερμένα προς το Νότο -φυτικές πυξίδες του τόπου, μα μόνο για εξασκημένα βλέμματα. Καμία τεράστια ξενοδοχειακή μονάδα δεν αλλοιώσε το τοπίο. Μόνο το χωριό γέμισε δωμάτια που γεμίζουν κάθε καλοκαίρι κάνοντας το Νησί να βουλιάζει και τους κατοίκους να τρέχουν πανικόβλητοι και να μην προλαβαίνουν.

 Η παραλία, η ωραιότερη του Νησιού, δε διαθέτει ούτε μπαράκι με μοχίτο και χιτάκια, ούτε ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες σε στρατιωτική στοίχιση. Από το μώλο βλέπω τους λιγοστούς όψιμους παραθεριστές να απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στην άμμο αυτές τις μέρες σαν ανέλπιστο δώρο, πριν επιστρέψουν, οι ξένοι στις χώρες τους κι οι Έλληνες στα ζόρικα που προσωρινά άφησαν πίσω τους.

 Όλοι σχεδόν είναι γυμνοί. Η Σαπφώ δεν τα κατάφερε τελικά, ούτε να μας διώξει, ούτε να μας ντύσει. Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, όπως μάθαμε, έγινε ευρεία σύσκεψη στο χωριό. Όσοι είχαν ταβέρνες και δωμάτια ανέκοψαν την ορμή του κοινοτάρχη, έχοντας πάρει σαφή μηνύματα από τους πελάτες τους. Τη χαριστική βολή ωστόσο έδωσε ο παπά Στάθης όταν μπροστά σε όλους, είπε έξαλλος στη Σαπφώ: “Δεν μπορείς να διαφημίζεις το Νησί σαν παράδεισο και τη ίδια στιγμή να προσπαθείς να εκδιώξεις τους πρωτόπλαστους από εδώ.”

 Η Σαπφώ στις επόμενες εκλογές δεν εκλέχτηκε κι επέστρεψε πικραμένος στο ψάρεμα. Τελευταία όποτε τον συναντώ, από μακριά σηκώνει το αριστερό του χέρι και με χαιρετάει. Μια- δυο φορές μάλιστα που βρεθήκαμε στο καφενείο του χωριού επέμενε να με κεράσει. Έχει γκριζάρει για τα καλά και όσο πάει μοιάζει περισσότερο με το μακαρίτη τον Ομάρ Σαρίφ. Δεν του κρατάμε κακία για τα παλιά, ούτε τον λέμε πια Σαπφώ. Ο χρόνος έσβησε τις εντάσεις. Αλλά ακόμα και τότε, κοινωνοί της ομορφιάς αυτού του τόπου, η ψυχή μας ούτε για μια στιγμή δεν έστρεξε να σκεφτεί κακό για αυτόν. Έτσι -άλλος λίγο, άλλος πολύ- όλοι στεναχωρηθήκαμε όταν μάθαμε ότι έχασε το δεξί του χέρι. Αυτό το χέρι που μας κουνούσε τότε απειλητικά φωνάζοντας: “Σόδομα και Γόμορα!”, στριφογύρισε αποκομμένο στον αέρα μέσα στη λάμψη ενός δυναμίτη που έσκασε πριν την ώρα του και ύστερα χάθηκε στη θάλασσα. Κι ο Ομάρ, το θηρίο, ίδιος ο προ πάππους του ο πειρατής, αιμορραγώντας ποτάμια κατάφερε σφίγγοντας τα δόντια να οδηγήσει το καΐκι με το ζερβό από τα ανοιχτά μέχρι το λιμάνι.

 Ο Μανούσος έμεινε μερικά χρόνια ακόμα κι ύστερα πήρε μετάθεση για τη Λεβεντογέννα. Το Νησί όμως δεν το ξεχνάει. Σχεδόν κάθε χρόνο, θα περάσει λίγες μέρες εδώ με την οικογένειά του. Η κυρά του μια όμορφη κρητικιά, έξω καρδιά, τσαούσα, έδεσε μια χαρά με τον μαζεμένο Μανούσο. Τα κοπέλια του όμως καθόλου δεν του μοιάζουν. “Ρε συ, δεν είναι δικά σου παιδιά αυτά!” του λέω κάθε φορά που τα βλέπουμε να ξανοίγονται δελφινάκια σωστά στη θάλασσα ενώ αυτός τα κοιτάζει με την αγωνία του γονιού και με το φόβο του ανθρώπου που συνεχίζει πηγαίνει μόνο μέχρι εκεί που πατώνει. “Κουζουλέ Ρασκόλνικοβ...” απαντάει σταθερά εκείνος όταν τον πειράζω από τότε που του χάρισα και διάβασε μονορούφι το “Έγκλημα και Τιμωρία” στη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου.

 Τις προάλλες, στις 17 του μήνα γιόρταζε η Σοφία. Αγόρασα από το φούρνο κουλουράκια βανίλιας που της αρέσουν κι πήρα το μονοπάτι για το κονάκι τους. Πριν μερικά χρόνια πήραν ένα μικρό κομμάτι γης έξω από το χωριό με ένα ρημάδι, ψηλά, στην πάνω του πλευρά. Παλιά στάνη πετρόκτιστη, ένα ερείπιο που αρνιόταν σθεναρά να καταρρεύσει. Το επισκεύασαν με μεράκι και το μετέτρεψαν σε μόνιμο σπιτικό “για τα γεράματά” τους. Τώρα πια δεν μού φαίνονται τόσο μεγάλοι όσο μού φαινόταν όταν τους πρωτογνώρισα. Κι ας έχουν ασπρίσει εντελώς κι οι δυο τους. Κι ας συνεχίζει, η Σοφία τουλάχιστον να με φωνάζει “Μικρέ!”.

 Ανηφορίζοντας το μονοπάτι που φτάνει στο κτήμα τους, καθώς πλησιάζω, χωρίς να το καταλάβω πάντα αρχίζω να σφυρίζω. Μάλλον το κάνω γιατί φοβάμαι ότι μπορεί και πάλι να βρεθώ σε δύσκολη θέση. Κατά βάθος είμαι βέβαιος: αυτοί οι δύο εφευρίσκοντας τρόπους κι ανακαλύπτοντας δρόμους, συνεχίζουν να σμίγουν ακάθεκτοι. Και το λέω έχοντας αδιάσιστα στοιχεία: δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασα και στο βλέμμα τους διέκρινα ξεκάθαρα εκείνη την παλιά μπουνάτσα που είχα προσέξει τη στιγμή που με βοηθούσαν να ανέβω τη σκάλα στο μικρό ταχύπλοο.

 Μα κι αυτό να μην πρόσεχα, πρέπει να είσαι τυφλός για να μη δεις ότι σχεδόν δεν απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον. Σαν να πονάνε τα κορμιά τους όχι από τα χρόνια που τους βαραίνουν πια, αλλά από την απόσταση που μπορεί να τους χωρίσει, έστω και για μια στιγμή. Μπαίνει ο Γιάννης στο σπίτι να φέρει κι άλλα μεζεδάκια κι τον ακολουθεί αμέσως η Σοφία με κάποια αστεία δικαιολογία. Και κάποια στιγμή, αργά το βράδυ, όταν πια σταματάμε να μιλάμε και κοιτάζουμε πλήρεις το θαύμα άλλης μιας νύχτας χωρίς φεγγάρι που απλώνεται μπροστά μας, μ` αφήνουν μόνο στο τραπέζι και αράζουν δίπλα στην στενή πεζούλα. Κι ύστερα από λίγο θα δεις τη Σοφία να γέρνει στον ώμο του και το Γιάννη να ακουμπάει το ένα χέρι του στον μηρό της και με το άλλο να την αγκαλιάζει, τάχα γιατί έβαλε ψύχρα.


 Δυο σιαμαία γεροντάκια, μα πάντα με εφηβική διάθεση. Έτοιμοι να σου προσφέρουν και πάλι όχι μόνο εκείνο τον αρωματικό καφέ μα κι όλα τα καλά από το μικρό περιβόλι τους. Και το πιο σημαντικό: ατέλειωτες ιστορίες, παλιές μα και καινούριες, του φετινού καλοκαιριού που τελείωσε κι εμείς επιμένουμε εδώ να κρατάμε τα ξέφτια του. Τόσες πολλές, που με κάνουν να πιστεύω ότι επίλογος σε αυτήν εδώ την ιστορία με τίτλο summer`s tales είναι σχεδόν αδύνατον να γραφτεί. 



Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 10. Αν ζευγαρώσεις στο Νησί


 “Μην ανησυχείς! Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει. Αυτά τα ακούμε από τότε που πρωτοήρθαμε στο Νησί κι έχουν περάσει από τότε, κοντά τριάντα χρόνια”, διέκοψε τις σκέψεις μου η Σοφία και προσπαθώντας να με καθησυχάσει συνέχισε: “Το Νησί δεν προσφέρεται για τις επενδύσεις που ονειρεύεται ο Κοινοτάρχης. Η συγκοινωνία, άγονης γραμμής, με ένα καράβι τη βδομάδα, δε βοηθάει καθόλου. Η παραλία είναι πολύ μικρή για να σηκώσει μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα και τα περισσότερα κτήματα στην πλαγιά, ανήκουν σε οικογένεια που δεν πρόκειται να πουλήσει ούτε σπιθαμή. Όσο για τη μαρίνα που θέλει να φτιάξει επεκτείνοντας το μωλαράκι, τα νερά εδώ είναι τόσο αβαθή που είναι εντελώς ασύμφορο. Η Σαπφώ όμως, δεν τα καταλαβαίνει αυτά και νομίζει ότι τους επενδυτές τους διώχνουν οι γυμνιστές...”

 Τα επιχειρήματα της Σοφίας - που φαινόταν ότι ότι ενστερνίζονταν απόλυτα κι ο Γιάννης- ήταν ατράνταχτα, ωστόσο η προοπτική της “ανάπτυξης” που επεδίωκε η Σαπφώ, με ανησυχούσε πολύ. Είχα αποβιβαστεί τυχαία για πρώτη φορά μόλις πριν μερικά χρόνια - με λογάριαζαν ήδη στους “παλιούς”- κι αν όχι από την αρχή, σίγουρα όμως από το τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι και μετά, συνειδητοποίησα ότι αυτό το Νησί δεν ήταν απλώς ένας ιδανικός προορισμός διακοπών, αλλά η ίδια η Ιθάκη μου. Οπότε το ενδεχόμενο να ενσκήψουν μνηστήρες που θα άλλαζαν ριζικά το Νησί, μού φάνηκε εκείνη τη στιγμή αβάσταχτο. Ωστόσο ο Γιάννης και η Σοφία επέμεναν ότι δραματικές αλλαγές δε θα βλέπαμε. Ή τουλάχιστον αλλαγές που δεν θα αντέχαμε και θα μας ανάγκαζαν να βγούμε στο πηγαιμό για αναζήτηση άλλου προορισμού. Κι αν το πίστευαν εκείνοι, που σε σχέση με εμένα τον “παλιό” ήταν “αρχαίοι”, πραγματικά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

 “Μα αλήθεια έρχεστε τριάντα χρόνια;” τους ρώτησα και μού είπαν ότι εκείνη τη χρονιά συμπλήρωναν τα εικοσιοκτώ· καλοκαίρια στο Νησί αλλά και εικοσιοκτώ χρόνια κοινού βίου. 'Εφτασαν την προϊστορική εποχή. Tότε που το Νησί δεν είχε καν λιμάνι· άραζε στα ανοιχτά το πλοίο κι ερχόταν μια λάντζα για να μεταφέρει τους ελάχιστους επιβάτες και τα ζωντανά στη στεριά. Είδαν να κατεβάζουν γάιδαρο με βίντζι. Από το πλοίο μέχρι τη λάντζα, “πετούσε ο γάιδαρος ” πάνω από τη θάλασσα, κοίταζε από ψηλά τρομαγμένος και γκάριζε όλο παράπονο για το κακό που τον βρήκε.

 Δωμάτια υπήρχαν δυο- τρία όλα κι όλα· για κανέναν εμπορικό αντιπρόσωπο που ερχόταν μια στο τόσο, για τον δικαστικό επιμελητή που έφτανε στις εκλογές -που οι ντόπιοι τον αγγάρευαν μετά την κάλπη και πριν την αναχώρηση, να λύσει τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους- και ακόμα πιο σπάνια για κανένα “λωλό” ταξιδιώτη που αποβιβαζόταν στο Νησί. Όμως και περισσότερα δωμάτια να υπήρχαν τότε, εκείνοι θα προτιμούσαν να κοιμούνται “στο μοναδικό ξενοδοχείο των χιλιάδων αστέρων”: έξω, στην παραλία. Νερό έπαιρναν από το πηγάδι που υπάρχει ακόμα, μα έχει χρόνια τώρα στερέψει· έκαναν ντους πετώντας παγωμένα μπουγέλα ο ένας στον άλλον. 

 Γυμνοί όλοι μέρα, ντυνόταν μόνο όταν κρύωναν ή για να πάνε στο χωριό για φαγητό. Ταβέρνα δεν υπήρχε· στο μοναδικό μπακάλικο, σε ένα τραπέζι της αυλής, τους ετοίμαζαν αυγά, πατάτες, φάβα και πότε πότε κανένα ψάρι. Δεύτερο, γιατί τα πρώτα έφευγαν για άλλους προορισμούς. Όλα μαγειρεμένα σε πετρογκάζ. Έτρωγαν υπό το φως μιας λάμπας πετρελαίου γιατί ούτε ηλεκτρικό είχε τότε το Νησί. Μόνο μια -δυο γεννήτριες που τους έπαιρναν τα αυτιά από το θόρυβο που έκαναν όταν δούλευαν· στα πανηγύρια -κυρίως του Δεκαπεντάγουστου- και στους γάμους που ήταν όλοι, ντόπιοι και ξένοι καλεσμένοι στη χαρά.


Ο Γιάννης κι η Σοφία που τότε ήταν φοιτητές, έφτασαν στο Νησί χωριστά, με διαφορετικές παρέες. Υπολόγιζαν να μείνουν μια βδομάδα, μα όταν έφυγαν ζευγαρωμένοι, είχαν σαραντίσει. Θα είχαν μείνει σίγουρα περισσότερο -και θα έχαναν την εξεταστική του Σεπτεμβρίου- αν δεν είχαν πανικοβληθεί οι γονείς  με την πολυήμερη εξαφάνισή τους. Μια φορά τη βδομάδα, πήγαιναν στο τηλεφωνείο του χωριού και ξεστόμιζαν μέσα από παράσιτα, κάθε φορά κι άλλη δικαιολογία. Ήταν απίστευτο το τί τους είχαν πει για την παράταση της διαμονής τους: τα πάντα πλην της μιας και αληθινής αιτίας. Αλλά εκείνοι παρέμεναν έξαλλοι. Γιατί, άντε να καταλάβουν οι γονείς, πώς είναι να έχεις βρεθεί στον Παράδεισο και άντε να θυμηθούν πώς είναι να είσαι μέχρι τα μπούνια ερωτευμένος.



Ο Γιάννης έφερε την κανάτα με τον καφέ, αλλά αρνήθηκα συμπλήρωμα. Με την κουβέντα, είχα μείνει μαζί τους πάνω από δυο ώρες, κόντευε μεσημέρι και σκεφτόμουν ότι αν παρέμενα κι άλλο θα ήταν κατάχρηση της φιλοξενίας. Επι πλέον, από το σκάφος έβλεπα την παραλία που είχε γεμίσει πια. Όλοι οι φίλοι μου ήταν εκεί – μάλιστα η Λ, που με είχε δει στο σκάφος, λίγο πριν μπει στη θάλασσα, με χαιρέτισε από μακριά. 

Τους ευχαρίστησα  και πήγα να βουτήξω από την πλώρη. Τελευταία στιγμή, άλλαξα γνώμη και πήγα στην πρύμνη. Από εκεί θα έφτανα πιο γρήγορα τη Λ που είχε ξανοιχτεί. Η Σοφία το πρόσεξε, υποψιάστηκε το λόγο της αλλαγής και την ώρα που βουτούσα, την άκουσα να λέει γελώντας: “Πρόσεχε μικρέ! Αν ζευγαρώσεις στο Νησί, θα είναι για πάντα.”

(στο επόμενο ποστ, ο επίλογος)