Είχε μόλις τελειώσει η εξεταστική και κανονίζαμε να βγούμε για να συζητήσουμε τα των διακοπών μας. Ο Σταύρος άφαντος. Πήγαμε τελικά για φαγητό στον Μπάρμπα Γιάννη και κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος σηκωνόταν, πήγαινε λίγο πιο κάτω στη Μπενάκη και τηλεφωνούσε στο σπίτι του. Κάποια στιγμή πέτυχε την αδελφή του κι έτσι μάθαμε ότι ο Σταύρος είχε πάει στην τελευταία προβολή του ΒΟΞ.
Δώδεκα και, ήμασταν έξω από τον κινηματογράφο. Είδαμε το μηχανάκι του παρκαρισμένο ανάμεσα σε άλλα και σιγουρευτήκαμε ότι ήταν εκεί. Επειδή είχε εξαφανιστεί όλη μέρα, αποφασίσαμε για να τον εκδικηθούμε να τού κάνουμε πλάκα. Έπεσαν διάφορες ιδέες, όπως να μετακινήσουμε το μηχανάκι για να νομίσει ότι του κλέψαμε. Καταλήξαμε όμως στην καλύτερη. Ομόφωνα.
Κάποιος από μας έφυγε σφαίρα και μετά από λίγο γύρισε με τρία πακέτα χαρτοπετσέτες και σελοτέιπ. Πιάσαμε αμέσως δουλειά. Ανοίγαμε τις διπλωμένες χαρτοπετσέτες και κολλούσαμε τη μια γωνία τους με το σελοτέιπ στο μηχανάκι αφήνοντας την υπόλοιπη να κρέμεται. Μεθοδικά, πυκνά, μπήκε η μια χαρτοπετσέτα δίπλα στην άλλη: από τις ζάντες και την εξάτμιση μέχρι το τιμόνι και τους καθρέφτες. Έτσι όπως ήμασταν πέντε έξι, πολύ σύντομα, το καλύψαμε όλο.
Όταν τελειώσαμε, σταθήκαμε δυο βήματα παραπέρα για να καμαρώσουμε το έργο μας, προσπαθώντας να βρούμε με τί έμοιαζε. Σαν τούρτα, σαν μπάλα, σα γλυπτό... “Σαν νυφούλα είναι” είπε η Φανή και δεν είχε άδικο. Ήταν μια χοντρή νυφούλα πενήντα κυβικών με χαρτοπετσέτες αντί για φαρμπαλάδες και δε θύμιζε καθόλου πια μηχανάκι.
Όταν άναψαν τα φώτα πάνω στην ταράτσα του ΒΟΞ τρέξαμε να κρυφτούμε στη γωνία προς την πλατεία κι από κει κρυφοκοιτάζαμε. Βγήκαν οι πρώτοι θεατές κουβεντιάζοντας για την ταινία. Πρόσεξαν την εικαστική μας παρέμβαση και γέλασαν. Ο Σταύρος, όπως το φανταζόμασταν άλλωστε, βγήκε με τους τελευταίους. Τα άλλα μηχανάκια είχαν ήδη φύγει κι έξω από τον κινηματογράφο ήταν μόνο το δικό του.
Το κοίταξε αφηρημένος και φυσικά δεν το αναγνώρισε· ούτε καν γέλασε και στάθηκε απορημένος σαν να σκεφτόταν πού είχε παρκάρει. Πήγε λίγο πιο πάνω στη Θεμιστοκλέους, κοίταξε, τίποτα, μετά κατέβηκε προς την πλατεία- τότε υποχωρήσαμε για να μην μας δει- κι εκεί τίποτα. Τελικά πήγε και στάθηκε δίπλα στη νυφούλα. Την κοίταζε, την κοίταζε ώσπου μια στιγμή, αποφάσισε να σηκώσει τις χαρτοπετσέτες που ήταν στο πίσω μέρος κι έκρυβαν την πινακίδα κυκλοφορίας. Τότε εμφανιστήκαμε.
Την επόμενη μια ώρα, μάς έκανε βόλτες έναν -έναν τρέχοντας σαν παλαβός. Μάδησε σιγά σιγά το νυφικό και γέμισαν χαρτοπετσέτες η Στουρνάρη, η Τρικούπη, η Ανδρέα Μεταξά, η Μπενάκη κι η Αραχώβης. Έπειτα καθίσαμε στα παγκάκια της πλατείας με μπύρες από το περίπτερο και το ξημέρωμα πια, είχαμε αποφασίσει πού θα πηγαίναμε διακοπές εκείνο το καλοκαίρι.
Καλό μήνα!