Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διακοπές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διακοπές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Το ταψί του Ποσειδώνα

Μαμά! Μαμά, βρήκα ένα ταψί!” ακούστηκε από την παραλία. Στην ταβέρνα κανείς δεν έδωσε σημασία. Κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο, κάτω στην άμμο και στη θάλασσα έπαιζαν λεφούσι τα παιδιά και πάνω, στην ταβέρνα με τις καλαμιές δεν έβρισκες καρέκλα να καθίσεις.

Αμέσως μετά τον είδαμε να ανεβαίνει τα σκαλάκια ακολουθούμενος από άλλα πιτσιρίκια σαν κορυφαίος ενός λιλιπούτειου χορού. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από εννιά χρόνων, λεπτοκαμωμένος, κατάμαυρος κι αυτός όπως όλα τα άλλα. Με τα χέρια ανοιγμένα στην έκταση που επέβαλε το τεράστιο μέγεθος του “ταψιού” που κουβαλούσε και φάτσα που έλαμπε για το εύρημα. Χταπόδι να είχε βγάλει, τέτοια χαρά δεν θα ένοιωθε.

Άφησαν τα πιρούνια οι μεγάλοι και γύρισαν και τον κοίταξαν. Είχε σταθεί στη μέση της ταβέρνας εκεί όπου δεν υπήρχαν τραπέζια και τα βράδια γινόταν η πίστα για το χορό, κρατώντας το τρόπαιο που έσταζε θαλασσινό νερό και φύκια κι αναζητούσε με το βλέμμα τους δικούς του και το “μπράβο” τους. Τα άλλα στριμώχνονταν δίπλα του, κολλητά σχεδόν, σαν να διεκδικούσαν ένα μερίδιο της δόξας του.


Ακούστηκαν τότε, από γυναίκες κυρίως, κάποια σχόλια “Τί βρωμερό πράγμα είναι αυτό;” και “Μα τί πάνε και πετάνε στη θάλασσα!”. Κάποιοι άντρες που καθόταν κοντά στην πίστα εντόπισαν σκουριά στο αντικείμενο και μουρμούρισαν αδιάφορα: “Θα κοπεί έτσι όπως το κρατάει και άντε να τρέχουν μετά να βρουν τον αγροτικό γιατρό για αντιτετανικό”. Ωστόσο κανείς δε σηκώθηκε, κανείς δεν κινήθηκε προς το μέρος του μικρού και των παιδιών που τον πλαισίωναν, αλλά το έβλεπες στην έκφρασή τους ότι προσπαθούσαν μάταια να καταλάβουν τί ήταν.

Τότε ακούστηκε από το βάθος ένας τρομερός θόρυβος, σαν να αναποδογύρισε τραπέζι και είδαμε τον φίλο μας τον Αντώνη να ελίσσεται με τρομερή για τον όγκο του ταχύτητα ανάμεσα στα τραπέζια, με ένα βλέμμα αγωνίας σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου να φτάσει εγκαίρως στον προορισμό του, που γρήγορα καταλάβαμε ότι ήταν η πίστα και η παιδική ομήγυρη. Όταν πέρασε τους σκοπέλους των τραπεζιών, έκοψε ταχύτητα, άλλαξε ύφος, στάθηκε μπροστά στον μικρό, έσκυψε και του είπε σε απίστευτα γλυκό τόνο: “Αυτό το ταψί είναι από την κουζίνα του Ποσειδώνα. Μπράβο που το βρήκες! Το είχε χάσει και το έψαχνε σε όλη τη θάλασσα.”

Ο μικρός τον κοίταξε έκπληκτος και ο Αντώνης συνέχισε το ίδιο γλυκά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια: “Αν δεν το πάρει πίσω αμέσως, θα θυμώσει πολύ και θα σηκώσει μεγάλη φουρτούνα. Τί λες; Θα μού το δώσεις να τού το πάω;” Μετά από ελάχιστο δισταγμό ο μικρός πεπεισμένος πλέον ότι έπρεπε να αποχωριστεί το σπουδαίο του εύρημα μια που ανήκε σε κάποιον άλλον και μάλιστα στον ίδιο το Θεό της θάλασσας, σήκωσε τα χέρια του και έτεινε το ταψί του Ποσειδώνα στον Αντώνη που ήταν κάθιδρος. 

Εκείνος πρώτα έλυσε ταχύτατα το κορδόνι που είχε το μαγιό του περασμένο στη μέση και το τράβηξε από τη θέση του. Ύστερα το πέρασε πολλές φορές στον αριστερό καρπό του και το έδεσε πρόχειρα. Μετά έπιασε πολύ προσεκτικά από τα χέρια του μικρού το ταψί, σαν να μην ήταν από μέταλλο αλλά από την πιο φίνα πορσελάνη.

Τα παιδιά του έκαναν χώρο να περάσει και με πολύ αργά βήματα, σχεδόν ιεροτελεστικά, πήγε προς τα σκαλιά και κατέβηκε στην άμμο. Η σκηνή που προηγήθηκε κι η απίστευτη ιστορία που ξεστόμισε ο Αντώνης, μας κίνησε την περιέργεια κι έκανε και εμάς τους μεγάλους να σηκωθούμε επιτέλους από τα τραπέζια μας, να πλησιάσουμε και να σταθούμε μαζί με τους μικρούς, στην άκρη του τσιμέντου της ταβέρνας παρακολουθώντας τον από ψηλά.

Διέσχισε την άμμο κατευθυνόμενος αργά προς τη θάλασσα, με εξαιρετικά προσεκτικά βήματα κι εκείνος που ποτέ δεν έμπαινε παρά μόνο ίσα για να βραχεί, άρχισε να προχωράει στα βαθιά. Και λέω “προχωράει” γιατί δεν κολυμπούσε: είχε τα χέρια του απλωμένα μπροστά κρατώντας το ταψί, το κεφάλι φυσικά έξω από το νερό και τα πόδια του -το βλέπαμε κι ήταν αστείο- πήγαιναν σαν του βατράχου, προωθώντας τον αργά προς -το δίχως άλλο- την κουζίνα του Ποσειδώνα.

Μετά από ώρα, δυσανάλογη της απόστασης, έφτασε σε ένα ρεμέτζο κι εκεί στάθηκε αρκετά. Τον βλέπαμε όλοι συγκεντρωμένοι κάτι να προσπαθεί να κάνει. Κάτι με το κορδόνι που είχε τυλίξει στον αριστερό του καρπό. Να παιδεύεται, να βουλιάζει, να ξαναβγαίνει στη επιφάνεια, να ξαναβουλιάζει. Κάποια στιγμή, φαίνεται ότι τα κατάφερε κάπως να δέσει το ταψί στο ρεμέντζο και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Βγήκε στην άμμο κι ήταν εξουθενωμένος. Ανέβηκε με δυσκολία τα σκαλιά και σωριάστηκε στην πρώτη καρέκλα που βρήκε μπροστά του. Στις απανωτές ερωτήσεις που τού απευθύναμε, πρώτα ο μικρός, ο άμεσα ενδιαφερόμενος, για το αν θα το βρει το ταψί ο Ποσειδώνας κι έπειτα όλοι οι μεγάλοι για το είδος του αντικειμένου, δεν απάντησε. Το βλέπαμε ότι δεν μπορούσε. Προσπαθούσε να ρεγουλάρει την αναπνοή του και κάποια στιγμή κατάφερε με μισοσβησμένη φωνή να ζητήσει ρακή. Τού την έφεραν σε ξέχειλο ποτήρι του κρασιού, την κατέβασε μονοκοπανιά κι έμεινε για λίγο με κλειστά μάτια. Ήταν χλομός σαν πεθαμένος. Και αυτό το έβλεπες παρά το μαύρισμά του, παρά την τρομερή βιβλική γενειάδα του, που κατάφερνε από το κόντρα καθημερινό ξύρισμα να φουντώσει στον ένα μήνα άδειας από τη μονάδα του στην πολεμική αεροπορία.

Μετά από λίγο όμως, φάνηκε ότι συνήλθε και με τη συνηθισμένη αγριοφωνάρα του μας είπε με ύφος διοικητή που δίνει διαταγή σε ψαρωμένους νεοσύλλεκτους, “Ειδοποιήστε αμέσως το λιμεναρχείο  να έρθουν να την πάρουν. Είναι νάρκη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.”


Ειδοποιήσαμε και όλη εκείνη αλλά και τις επόμενες μέρες, η νάρκη ήταν το κύριο θέμα στο Νησί. Ντόπιοι και παραθεριστές μόνο γι αυτή συζητούσαμε και κάναμε εικασίες. Εικασίες, γιατί τελικά δεν μάθαμε ποτέ τί ακριβώς έγινε. Πρέπει να ήρθαν πολύ αργά το βράδυ, να την έλυσαν από το ρεμέτζο που την είχε δέσει ο Αντώνης και να την ρυμούλκησαν στα ανοιχτά. Εκείνο το βράδυ, μερικοί ορκίζονταν ότι άκουσαν δυο- τρία "πολύ δυνατά μπαμ”, αλλά μπορεί να ήταν τα συνηθισμένα “μπαμ” που ακούγαμε κάθε βράδυ από ψάρεμα με δυναμίτη. 

Πάντως όλοι ήμασταν ανακουφισμένοι που δεν έσκασε στα χέρια του μικρού στην μέση της ταβέρνας με τα καλάμια, στην τσιμεντένια πίστα. Δεν θα είχε μείνει τίποτα όρθιο. Ίσως μάλιστα να ήταν τόσο δυνατή η έκρηξη που στο τέλος να εξαφανίζονταν κι ολόκληρο το Νησί· γιατί το έχω ξαναπεί: είναι μικρό το Νησί, μια σταλιά -σαν κουτσουλιά γλάρου που πέτρωσε στο Αιγαίο. 


θυμήθηκα αυτή την ιστορία με αφορμή τη βόμβα του Κορδελιού. 

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Το Τραύμα

Πρτον δε χρή τόν τρωματίην σκοπεσθαι*



Στη θέα του τραύματος -ειδικά όταν είναι φοβερό- είτε αποστρέφεις αυτόματα το βλέμμα, είτε στέκεσαι ασάλευτος απέναντί του· η σάρκα χωρίς το ντύμα της, γυμνή από δέρμα και χαίνουσα ως το κόκκαλο, το αίμα αναβλύζον και λαμπερό, μαγνήτης. Ή φεύγεις τρέχοντας λοιπόν, ή στέκεις έκθαμβος, ενώ το ουσιαστικό, το επείγον, είναι -αν και όπως μπορείς- να βοηθήσεις τον πάσχοντα.

Καθισμένος με την πλάτη στο αλμυρίκι, τα πόδια λυγισμένα, τα χέρια απλωμένα για στήριξη και το πρόσωπο ήρεμο, χωρίς την ελάχιστη σύσπαση πόνου, στραμμένο προς τη μεριά της θάλασσας. Αν δεν κρέμονταν όλη η γάμπα -ο τρομερός γαστροκνήμιος- μέχρι τον Αχίλλειο τένοντα, στάζοντας αίμα στην άμμο, θα έλεγες ότι ο γέροντας είχε καθίσει να ξαποστάσει. Ευθυτενής και γαλήνιος αγναντεύοντας τη γραμμή του ορίζοντα, ανάμεσα στις ομπρέλες της οργανωμένης παραλίας. Δίπλα ακριβώς στις κακοκομμένες παραφυάδες του δέντρου που όργωσαν άγρια τη σάρκα του.


Οι γύρω ξαπλώστρες άδειασαν με θαυμαστή ταχύτητα. Η νωχελική, επιμελής επάλειψη με αντηλιακό σταμάτησε απότομα. Φύρδην μίγδην χώθηκαν τα απλωμένα υπάρχοντα στις τσάντες. Στα χέρια πήραν σαγιονάρες, πέδιλα και βατραχοπέδιλα και απομακρύνθηκαν σαν να είχε σκάσει βόμβα δίπλα τους· τρέχοντας άτσαλα στην άμμο για να βρεθούν μακριά από το σημείο της πτώσης και κυρίως τη θέα του νύσσοντος τραύματος, που θα έλεγες ότι προκλήθηκε σε εμπόλεμη ζώνη.

Με σφιγμένα δόντια, η νοσηλεύτρια που ειδοποιήθηκε, καθάρισε επιπόλαια το τραύμα. Όταν σήκωσε την ξεσκισμένη σάρκα για να τη τοποθετήσει στη θέση της, δυο από αυτούς που δε λάκισαν άτακτα, παρηγορούσαν τον γέροντα με ένα ποτήρι νερό και δυο χτυπήματα στον ώμο. Εκείνος ατάραχος σήκωσε τη μπλούζα του, έστριψε λίγο τον κορμό και αποκάλυψε στα πλευρά μια παλιά κακοραμμένη ουλή. “Το 54 χτύπησα στο καράβι. Ήμασταν στα ανοιχτά του Βισκαϊκού και ο πρώτος μηχανικός πρώτα έριξε τσίπουρο στην πληγή κι ύστερα την έσιαξε με τη σακοράφα που είχε ο μάγειρας για να ράβει την κοιλιά του αρνιού το Πάσχα. Μέχρι να φτάσουμε στη Φορταλέζα είχε κλείσει.”

Το ασθενοφόρο έφτασε αθόρυβα μια ώρα αργότερα και πάρκαρε στην είσοδο της παραλίας. Εκείνη τη στιγμή κάποιος από τους λακίσαντες, μακριά από το σημείο του τραυματισμού, αραχτός σε άλλη ξαπλώστρα αγόρευε: “Να μείνουν στη χώρα τους να πολεμήσουν. Που μάθανε και μας κουβαλιούνται εδώ”. Αν δεν επέμεναν έντονα νοσηλεύτρια και τραυματιοφορείς, ο γέροντας ναυτικός, ήταν ικανός να πάει μέχρι την είσοδο με τα πόδια. Κούτσα κούτσα, αλλά ευθυτενής και χωρίς την παραμικρή σύσπαση πόνου στο πρόσωπό του.



*Ιπποκράτης, Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Φωτο: Florian Müller

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τζιτζίκι -τζατζίκι


-Τί είναι αυτό;
-Ποιό μωρό μου;
-Αυτό. Που κάνει έτσι!
-Πως έτσι;
-Τζζζζ...
-Αααα! Αυτό είναι τζιτζίκι!
-Τζατζίκι!
-Όχι τζατζίκι μωρό μου. Τζιτζίκι.
Δίχρονη το πολύ η μικρή, στρουμπουλή και τσαχπίνα, από ώρα τριγύριζε με αβέβαια τραμπαλιστά βήματα στην άμμο και κοίταζε ψηλά προσπαθώντας να καταλάβει τί ήταν αυτός ο ήχος που έβγαζε το αλμυρίκι. Άρχισε ο πατέρας της να της εξηγεί, ότι μοιάζουν αυτές οι λέξεις, αλλά είναι άλλο το “τζα-τζί-κι” -αυτό το τρώμε και είναι άσπρο, δροσερό και γίνεται από γιαούρτι- και άλλο, το “τζι-τζί-κι” , είναι έντομο, όπως οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Τον άκουγε προσεκτικά, έκπληκτη που δυο λέξεις τόσο όμοιες, ήταν για τόσο διαφορετικά πράγματα και μια κοίταζε ψηλά, μια τον πατέρα της.

Κι ενώ φάνηκε να έχει καταλάβει τη διαφορά, τού ζήτησε πονηρά “Κατέβασέ το, το τζατζίκι” επιμένοντας στο λάθος. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, έψαξε για λίγο το αλμυρίκι κι όταν εντόπισε ένα τζίτζικα, τεντώθηκε, τον έπιασε απαλά και έσκυψε για να της τον δείξει. Εκείνη πλησίασε άφοβα το έντομο και το κοίταξε προσεκτικά. Τότε της είπε να βάλει το δάχτυλό της κάτω, “Να εδώ, στα ποδαράκια του”. Το έβαλε θαρρετά, μα το τράβηξε αμέσως. “Σε γαργαλάει;” τη ρώτησε κι εκείνη έγνεψε “ναι” αλλά αμέσως το ξαναπειχείρησε. Ο τζίτζικας έκανε βήματα στον αέρα και πάνω στο απλωμένο δαχτυλάκι, τη γαργαλούσε, εκείνη τού έλεγε και τού ξανάλεγε γλυκά “τζιτζίκι -τζατζίκι” και γελούσε κι από το γαργάλημα κι από το αστείο της.


Μετά από λίγο ο πατέρας, της είπε ότι πρέπει να βάλουν το τζιτζίκι πάλι στο δέντρο γιατί “θα το ψάχνουν οι δικοί του” κι εκείνη συμφώνησε αμέσως κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. Ο πατέρας τεντώθηκε πάλι και ακούμπησε τον τζίτζικα προσεκτικά ακριβώς στο ίδιο κλαδί, στο ίδιο σημείο από όπου τον είχε πάρει, ενώ η μικρή κουνούσε το χέρι της αποχαιρετώντας τον.


Έπειτα, κάθισε ήσυχα στην άμμο, αλλά πότε κοίταζε ψηλά στο αλμυρίκι, πότε κάτω, το γαργαλημένο της δαχτυλάκι και μονολογούσε τραγουδιστά, “τζιτζίκι -τζατζίκι, τζιτζίκι -τζατζίκι”. Και γελούσε καθώς τα αλλεπάλληλα “τζ” της συναγωνίζονταν τα ασταμάτητα "τζ" των τζιτζικιών-τζατζικιών. 

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Τα χειμωνικά

"Πάμε να βοσκηθούμε!" είπε ο χοντρο -Σταμάτης ξαφνικά, έδωσε σάλτο, πήδηξε σαν έφηβος τη μισογκρεμισμένη ξερολιθιά στην άκρη του μονοπατιού και βρέθηκε από την άλλη, σε ένα χωράφι που κατηφόριζε προς τη θάλασσα γεμάτο ξερά χόρτα και αγκάθια. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τί να πρωτοθαυμάσω: τη λέξη “βοσκηθούμε” που μόνο μια υποψία για την ερμηνεία της είχα, ή την ανέλπιστη ευλυγισία που επέδειξε ο υπέρβαρος φίλος μου.

Εξηντάρης ο Σταμάτης με κιλά, διπλά και βάλε τα χρόνια του, είχε ακούσει επιτέλους τις μισές συμβουλές του γιατρού και άρχισε με τα χίλια ζόρια το καθημερινό περπάτημα. Το φαϊ όμως δεν έλεγε να το ελαττώσει. Μεσημέρι -βράδυ καταβρόχθιζε μια ψαρούκλα ικανή να καταπιεί τον Ιωνά με τα απαραίτητα συνοδευτικά κι ενδιάμεσα, όλη μέρα, όλο και κάτι τσιμπολογούσε “για τη λιγούρα βρε αδελφέ” ή για να συνοδέψει τη ρακή του.

Τον συνόδευα πότε -πότε σ`αυτούς τους περιπάτους με συνταγή γιατρού κι έκρυβε καθένας από αυτούς μια έκπληξη καθώς κάθε φορά παίρναμε ένα άλλο μονοπάτι. Εκείνη τη χρονιά, Οκτώβρης όπως τώρα καλή ώρα, γυρίσαμε και γνώρισα το μισό Νησί, περπατώντας παλιά μονοπάτια που είχαν σχεδόν κλείσει από τις γκρεμισμένες ξερολιθιές ή από τους κέδρους που θέριευαν.

Θέριευε κι η κουβέντα καθώς τον κούρδιζα για να μού λέει παλιές ιστορίες για την εποχή που ήταν μικρός σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο που τώρα φιγουράρει σε όλους τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και που τότε, τρία νησιά παραπέρα να πήγαινες δεν ήξεραν καν την ύπαρξή του. Τα έλεγε λαχανιασμένος και όταν του κόβονταν η ανάσα από τον ανήφορο και την αφήγηση, σταματούσε τάχα για να θαυμάσει τη θέα, άνοιγε και τα δυο του χέρια και μού έλεγε ξεπνοϊσμένος: “Δες ομορφιά!”

Εκείνη τη μέρα όμως αν και λαχανιασμένος έδειξε κάπου απροσδιόριστα μέσα στο χωράφι, -δεν είδα τίποτα πέρα από τα ξερά χόρτα όπου δεν είχε βράχια- και είπε αυτό το μοναδικό: “Πάμε να βοσκηθούμε”. Μόνο όταν προχώρησε αρκετά, πρόσεξα μια αδύναμη μικρή συκιά -δέκα κλαδιά όλα κι όλα και λιγοστά φύλλα- και με έκπληξη παρατήρησα ότι είχε καρπό. Πήδηξα κι εγώ τη μάντρα και όταν πλησίασα είδα ότι τα σύκα ήταν γινομένα .

Λίγα είχε, μικρά, μια σταλιά αλλά γλυκά, σκέτο πετιμέζι. “Είναι χειμωνική” μού είπε μπουκωμένος. “Ωριμάζουν τέλη Σεπτέμβρη αρχές Οκτώβρη και τα μαζεύουν και τα ξεραίνουν”. Καθώς είχα αρχίσει κι εγώ τη βοσκή, τού είπα: “Έτσι όπως πάμε, από αυτή δε θα βρουν τίποτα να ξεράνουν”. Πραγματικά, λίγη ώρα αργότερα αφού τον συναγωνιζόμουν στον ρυθμό, κόβω σύκο, το βάζω στο στόμα με τα φλούδια και πριν το καταπιώ έχω ήδη αρπάξει το επόμενο, η μικρή συκιά, η χειμωνική, δεν είχε πάνω της ούτε ένα για δείγμα. Φαγωμένα όλα καθώς πρέπει: από το δέντρο*.


Ο Σταμάτης ούτε εκείνη τη χρονιά, ούτε την επόμενη κατάφερε να αδυνατίσει. Το αντίθετο μάλιστα: συνέχισε να παχαίνει παρά το περπάτημα κι έτσι κάποια στιγμή αναγκάστηκε να κάνει επέμβαση. Το δαχτυλίδι στο στομάχι μετά από καιρό έφερε καλά αποτελέσματα και έκοψε το περπάτημα που ούτως ή άλλως δεν του άρεσε και πολύ. Εγώ συνεχίζω εντατικά τους απογευματινούς περιπάτους καθώς από εκείνη τη μέρα, εντόπισα και χαρτογράφησα όλες τις χειμωνικές του Νησιού και πριν τα μαζέψουν να τα ξεράνουν, πάω να βοσκηθώ.

*Αυτά τα λίγα χειμωνικά, δεν καταναλώθηκαν στην πηγή  για τις ανάγκες εικονογράφησης του ποστ.


Αφιερώνεται, στον Thas που αγαπάει τα σύκα. 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πατουσάκια


Υπάρχει ένα κόλπο για να κάνεις πατουσάκια μωρού στην άμμο.

Σφίγγεις το χέρι σου γροθιά με τον αντίχειρα πάνω, την κόψη της παλάμης κάτω. Το ακουμπάς απαλά σαν σφραγίδα στην άμμο. Το σηκώνεις και είναι έτοιμο το πέλμα· με το κενό της καμάρας, με το βαθούλωμα της φτέρνας, με τα όλα του. Μετά βάζεις προσεκτικά τα ακροδάχτυλά σου μπροστά, τα βυθίζεις λίγο και έτσι σχηματίζονται τα δαχτυλάκια του ποδιού. Αν έχεις υπομονή, ετοιμάζεις πέντε- έξι τέτοιες πατούσες, δεξιά και αριστερή, με δεξί και αριστερό χέρι, σε κάποια λογική απόσταση μεταξύ τους.

Οι άνθρωποι γενικά δεν παρατηρούν τα ίχνη, αλλά έστω κι ένας να το κάνει, θα πιστέψει ότι ένα βρέφος 5 μηνών, σηκώθηκε και περπάτησε.


(της άμμου)

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Το δαχτυλίδι



Είχε αδυνατίσει και της έπλεε. Την ώρα που γλίστρησε από το δάχτυλό της και  έπεσε στη θάλασσα, το κατάλαβε αμέσως. Ήταν στα ρηχά, για αυτό, σίγουρη ότι θα το έβρισκε αμέσως. Αμμουδιά όμως ο βυθός, έκανε δυο βήματα αναζητώντας το και ανακατεύτηκε το σύμπαν. Άφαντο το δαχτυλίδι.  Του γάμου δαχτυλίδι· όχι η βέρα, άλλο, χρυσό με μια πέτρα κατακόκκινη και μέσα, στο εσωτερικό του, είχε ζητήσει ο άντρας της να χαράξουν  δυο λέξεις: Ζωή μου”.  Μάρθα την έλεγαν. Έσκασε. Δεν πέρασε μέρα που να μην της λείψει. Μέρα που να μην το αναζητήσει στο  δάχτυλο της που της φαίνονταν γυμνό χωρίς αυτό.  Μετά από 20 και βάλε χρόνια, όχι στην παραλία που το είχε χάσει, μα σε άλλο μέρος, είδε μια γυναίκα να το φοράει. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν το δικό της. Η άλλη πρόσεξε πώς το κοίταζε και περίμενε. “Ζωή μου;” της είπε σιγανά. Με ερωτηματικό όμως στο τέλος, διστακτικά.  Δε χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα·  το έβγαλε αμέσως η άλλη  και της το έδωσε πίσω. 

(Της άμμου) 

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Συγνώμη Γιάννη Μπεχράκη







Έβλεπα χθες για πολλή ώρα την πρόσφατη φωτογραφία του Γιάννη Μπεχράκη που εικονίζει τουρίστες ξαπλωμένους σε παραλία στην Κω ενώ στην ακτή πλησιάζει ένα μικρό φουσκωτό με πρόσφυγες από τη Συρία και την Αφρική. Παρ' όλο που δεν με εξέπληξε η στάση τους, μού φάνηκε αδιανόητη η αδιαφορία τους. Αφόρητη.

Έκλεισα την οθόνη, αλλά συνέχισα να σκέφτομαι αυτή την εικόνα όλη μέρα χθες αλλά και σήμερα. Πριν λίγο, την κατέβασα και την έκοψα στη μέση. Στο ένα τμήμα της, αυτό με τους πρόσφυγες, φαντάζομαι τώρα που το βλέπω, ότι στην ακτή που δε φαίνεται πλέον, υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να συνδράμουν, όπως ξέρω ότι συμβαίνει καθημερινά σε όλα τα νησιά που προσεγγίζουν οι κατατρεγμένοι. Στο δε άλλο τμήμα της φωτογραφίας, στη θάλασσα που δε φαίνεται, δεν υπάρχει τίποτα που να χαλάει τις διακοπές των τουριστών. Τίποτα που να τους κάνει ανάλγητα να στρέψουν το βλέμμα αλλού.


Μπορεί να είναι κάπως παρήγορο το αποτέλεσμα του crop και η αφελής ομολογουμένως σκέψη ότι αυτές οι δυο ομάδες ανθρώπων δεν συναντήθηκαν ποτέ, ωστόσο πρέπει να ζητήσω συγνώμη από τον Γιάννη Μπεχράκη που έκανα τέτοια επέμβαση στη φωτογραφία του.


Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Ἒστω καὶ μία φορά

Ἐσεῖς ποὺ βρίσκεστε παρά θῖν' ἁλὸς
κι ἔχετε
μια θάλασσα στα μάτια σας,
μια παραλία ν᾿ ἀκουμπᾶτε το σῶμα σας,
ἓνα ἡλιοβασίλεμα νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
μία σελήνη να τρελαίνει τις νύχτες σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;


Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους τῶν ἄστεων;



Πειράζοντας το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, “Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή”

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Η προηγούμενη έκλειψη




Πρέπει να ήταν Αύγουστος γιατί το Νησί ήταν γεμάτο και μεσημέρι γιατί είχαν ξυπνήσει όλοι, ακόμα και αυτοί που είχαν δει ξενυχτισμένοι την ανατολή. Από στόμα σε στόμα -μια που εφημερίδες δεν έφταναν τακτικά και τηλεόραση δεν βλέπαμε- η είδηση της επικείμενης έκλειψης είχε αρχίσει να διαδίδεται από την προηγούμενη, οπότε την ώρα που άρχισε να φαίνεται το πρώτο ίχνος σκιάς πάνω στον ήλιο, αρκετοί ήταν έτοιμοι για να την παρακολουθήσουν.


Μετά από λίγο, έβλεπες παντού παραθεριστές και ντόπιους όρθιους, στη σειρά, να παρατηρούν την εξέλιξη του φαινομένου, με τα χέρια ψηλά κρατώντας αυτοσχέδια μέσα. Ότι μπορεί να φανταστεί κανείς είχε επιστρατευτεί: κομμάτια από σπασμένα μπουκάλια μπύρας, καπνισμένα τζάμια, κομμάτια από φιλμ και σε μια περίπτωση μάσκα οξυγονοκόλλησης.



Με τρεις φίλους αποφασίσαμε να πάμε στο θρόνο που, ως παλιοί,  ξέραμε  ότι ήταν το  σημείο με την καλύτερη θέα  και κυρίως βρίσκονταν μακριά από το πλήθος των παραθεριστών. Το καλοκαιρινό φως είχε αρχίσει να χάνει την έντασή του, όταν φτάσαμε στην πιο πολυσύχναστη παραλία του Νησιού που με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι ήταν άδεια. Μόνο μερικά γλαροπούλια είχαν αράξει δίπλα στη θάλασσα.

Πηδήξαμε τη μάντρα κι ανηφορίσαμε ακολουθώντας το μονοπάτι που μόλις φαίνονταν. Φτάσαμε στο θρόνο κάθιδροι παρ` όλο που η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Θρόνο τον είχαμε βαφτίσαμε εμείς, όπως και άλλα σημεία του νησιού που στερούνταν τοπωνύμιου και τώρα τα βλέπουμε με αυτά, τα δικά μας ονόματα, σε τουριστικούς οδηγούς και ταξιδιωτικά αφιερώματα περιοδικών και γελάμε.

Δεν ήταν παρά ένας απλός τσιμεντένιος πάγκος με πλάτη, ακουμπισμένος πάνω στα βράχια, σε ένα σημείο που η κλίση του εδάφους ήταν ήπια και δημιουργούσε ένα μικρό πλάτωμα. Η θέα από κει ήταν μοναδική- εξ ου και η ονομασία- εφάμιλλη αυτής που απόλαυσε ο Ξέρξης το Σεπτέμβρη του 480 π.Χ από το όρος Αιγάλεω, τουλάχιστον πριν την τραγική για αυτόν κατάληξη της ναυμαχίας της Σαλαμίνας.


Καθίσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Η παράσταση ήδη είχε αρχίσει. Το φως ολοένα και λιγόστευε καθώς η σελήνη κάλυπτε σταδιακά τον ήλιο. Το τοπίο έγινε φθινοπωρινό και είχε αρχίσει  αισθητά να δροσίζει. Στην αρχή ανταλλάξαμε δύο -τρεις κουβέντες σχεδόν ψιθυριστά. Μετά νοιώθοντας την ησυχία που απλώνονταν στη σάλα του σύμπαντος κόσμου μείναμε αμίλητοι.

Όλοι οι συνήθεις ήχοι- ομιλίες, πουλιά, τζιτζίκια, μηχανές καϊκιών, μουσικές, ήχοι κυμάτων- είχαν χαθεί. Ακόμα κι οι ανεπαίσθητοι ήχοι, αυτοί από το σύρσιμο μιας σαύρας ή μιας οχιάς είχαν εξαφανιστεί. Εκκωφαντική σιωπή! Τίποτα. Πουθενά όσο μπορούσε να δει το βλέμμα, τίποτα δε σάλευε, τίποτα δεν προκαλούσε τον παραμικρό ήχο. Κι η θάλασσα μπροστά μας, αγνώριστη χωρίς ρυτίδες, σκοτεινή.

Τη μεγάλη στιγμή της κορύφωσης, όταν πλέον ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης περιβάλλονταν  από το φωτεινό δακτύλιο του ήλιου, εκείνη τη στιγμή, που χωρίς να το θέλουμε κρατούσαμε τις ανάσες μας, εναρμονισμένοι απόλυτα με το περιβάλλον, άρχισε να ακούγεται ένα τακ, τακ, τακ. Δυνατό, επίμονο, αφύσικο και εξαιρετικά ασεβές. Καθώς δεν έλεγε να σταματήσει, ο Α. ανέβηκε εκνευρισμένος στη πλάτη του θρόνου από όπου φαινόταν η ολόκληρη η παραλία.

Κοίταξε κάτω και αμέσως έβαλε τις παλάμες χωνί στο στόμα και άρχισε να ουρλιάζει με τόση ένταση που σίγουρα ακούστηκε στο μισό Αιγαίο:«Σταματήστε επιτέλους! Χαζογκόμενεες!». Ακούστηκαν άλλα δυο-τρία τακ τακ. Ύστερα σταμάτησαν κι επικράτησε πάλι απόλυτη ησυχία.  Ο Α κατέβηκε, πήρε  ανάσα και μας είπε εξοργισμένος, αλλά χαμηλόφωνα: «Έπαιζαν ρακέτες οι ηλίθιες!!!»





Ήταν 11 Αυγούστου του 1999. Είχε προηγηθεί -δύο βδομάδες πριν- έκλειψη σελήνης. Η σημερινή ολική έκλειψη ηλίου θα είναι μερικώς ορατή από την Ελλάδα. Η επόμενη, στις 2 Αυγούστου του 2027. 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ποίηση στο σχοινί


·
Nefosis καλή μου φίλη

Είχα αφήσει τα τελευταία σπίτια της Απολλωνίας και κατηφόριζα προς το Κάστρο. Ήταν απόγευμα, Αύγουστος και λίγους μήνες πριν, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”. Με είχαν ενθουσιάσει τόσο που προσπαθούσα να μιμηθώ τους περιηγητές: γύριζα με τα πόδια τη Σίφνο, χωρίς φωτογραφική μηχανή, με ένα μπλοκάκι για σκίτσα και ένα τετράδιο για να γράφω όπως και εκείνοι, τις εντυπώσεις μου.

Φυσούσε θυμάμαι κι η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Ο δρόμος -έτσι όπως είχε περάσει ο Δεκαπενταύγουστος και οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει- ήταν έρημος. Σε μια στροφή του, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου το Κάστρο. Μάλλον καλύτερα θα ήταν να γράψω: αποκαλύφθηκε. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα γύρω: το έντονο ανάγλυφο με τις πεζούλες -αλλού λιόδεντρα κι αλλού αμπέλια-, τον ορίζοντα όπου αχνοφαίνονταν το Δεσποτικό και πίσω του η Αντίπαρος, τον Αρτεμώνα να κατηφορίζει και να ενώνεται με την Απολλωνία, πιο πέρα τα Εξάμπελα και βέβαια στο τέλος κοίταξα και πάλι τον μοναδικό οικισμό του Κάστρου κουρνιασμένο πάνω στο βράχο.

Φτάνοντας πολύ κοντά, και πριν περάσω την λόζια, κάθισα σε μια ξερολιθιά κι άναψα τσιγάρο. Δεν είχα κουραστεί από τη διαδρομή, μα είναι απόλαυση να έχεις φτάσει στον προορισμό σου και να καθυστερείς λίγο την είσοδο. Απόλαυση και μια διαδικασία προετοιμασίας. Ήταν ήσυχα. Καμία κίνηση· μόνο ήχοι: οι διαρκείς των τζιτζικιών τριγύρω μου που πλάνταζαν στο τραγούδι και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των κυμάτων που έφτανε αχνό από τη μικρή -αθέατη από το σημείο που βρισκόμουν- παραλία, πολλά μέτρα κάτω, στη ρίζα του βράχου.

Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, ώσπου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να βγαίνει από το πρώτο σπίτι του οικισμού κρατώντας μια παλιά μεταλλική λεκάνη. Την άφησε κάτω και άρχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Ήταν μόνο κάλτσες. Ανδρικές μάλλινες. Όλες σκούρες, το κάθε ζευγάρι σε διαφορετική απόχρωση του μπλε και του πράσινου. Δεν ήταν παρά πέντε- έξι ζευγάρια οπότε δεν έκανε πολλή ώρα. Όταν τέλειωσε σήκωσε την λεκάνη και μπήκε στο σπίτι. Οι κάλτσες ήδη ανέμιζαν κρεμασμένες. Στο χέρι τις έπλυνε” σκέφτηκα καθώς διέκρινα από τις άκρες τους να φεύγουν σταγόνες.

Τις κοίταζα αρκετή ώρα και μετάνιωνα που δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Θα ήταν ωραία εικόνα, αυτές οι ατίθασες σκούρες κάλτσες, οι πιο πολλές πάνω στο λευκό φόντο του σπιτιού και μερικές στο ουλτραμέρ του Αιγαίου. Σκεφτόμουν  να κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο με μολύβι, σημειώνοντας με λέξεις τα χρώματα στο χαρτί για να στήσω αργότερα μια ακουαρέλα.

Τότε μόνο πρόσεξα τον τρόπο, την σειρά που τις είχε απλώσει η ηλικιωμένη. Δεξιά ήταν οι πιο σκούρες μπλε. Στο τέλος, αριστερά, οι πιο ανοιχτές πράσινες κι ενδιάμεσα...μα ήταν ένα θαύμα! Μια αρμονική χρωματική σύνθεση εκτεθειμένη προσωρινά στον αέρα. Ένα εφήμερο έργο τέχνης. Καθώς δεν την είδα να τις διαλέγει από τη λεκάνη, σκέφτηκα πως δεν μπορούσε παρά το άρτιο αυτό αποτέλεσμα να ήταν εντελώς τυχαίο. 

Επιχείρησα να βρω καλύτερη αλληλοδιαδοχή των χρωμάτων. Άλλαξα νοερά τη σειρά στις κάλτσες πολλές φορές. Κάθε φορά όμως διαπίστωνα ότι ο συνδυασμός που σκεφτόμουν, υπολείπονταν εκείνου της μπουγάδας που στέγνωνε στο μελτέμι του Αυγούστου  και τότε προσπαθούσα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να βρω τον επόμενο συνδυασμό. Ελπίζοντας  να πετύχω τον άριστο. Μάταια: ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί- τυχαίος ή όχι- ήταν ανυπέρβλητος. Παραιτήθηκα.



Άναψα κι άλλο τσιγάρο, αναβάλλοντας για λίγο ακόμα την είσοδό μου στον οικισμό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μετά από λίγο άναψαν μερικά φώτα στο Κάστρο, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, όλα τ` άλλα. Οι κάλτσες φαινόταν ακόμα, όχι όμως και τα χρώματά τους -σκιές ακίνητες πια, γιατί στο μεταξύ μαζί με το σκοτάδι, είχε πέσει κι ο αέρας. Όταν μετά από μερικές ώρες έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής, η μπουγάδα είχε μαζευτεί και το σχοινί της ούτε που διακρίνονταν.

Τις επόμενες μέρες στη Σίφνο, σκεφτόμουν διαρκώς αυτή την σκηνή αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω μια απλή τηλεγραφική σημείωση στο τετράδιο του επίδοξου περιηγητή, τρεις λέξεις όλες κι όλες: “Μπουγάδα- Κάλτσες -Κάστρο”. Αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι φορές που τη θυμήθηκα και όλο έλεγα ότι έπρεπε να την καταγράψω. 


Τελικά Nefosis καλή μου φίλη, δεν το έκανα παρά μόνο σήμερα, με αφορμή την κάρτα σου.

Να σαι καλά!



η φωτο από εδώ

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Πρώτη Προβολή


Το ταινιάκι προβάλλεται  εδώ.  



Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Μετά τη βροχή

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales 11. Επίλογος

 Στέκομαι σήμερα στο μώλο και προσπαθώ μάταια να υπολογίσω πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνη τη μέρα ενός Αυγούστου που φαντάζει πια αρχαίος. Τότε που νόμιζα ότι είχαν έρθει να με συλλάβουν ο Μανούσος, η Σαπφώ κι ο Νομάρχης, επειδή κολυμπούσα γυμνός. Σεπτέμβρης στο τέλος του κι η θάλασσα, λίμνη ακύμαντη να απλώνεται από δω ως το αντικρινό νησί κι ακόμα πιο πέρα. Ιλαρή γαλήνη, που σου επιτρέπει να ακούς και τον παραμικρό ήχο: τα τρελόπουλα που φτερουγίζουν τιτιβίζοντας πίσω στην πλαγιά και τους γλάρους που πετούν και κρώζουν από τη μεριά της θάλασσας.

 Ζέστη και σήμερα όπως τότε. Το καλοκαίρι παίζει στην παράταση και για την ώρα κερδίζει κατά κράτος το φθινόπωρο. Κι εγώ είμαι πάλι (και ακόμα) εδώ: στο μώλο, χωρίς βιβλίο, μιας και το μόνο που θα ήθελα να ξαναδιάβαζα αυτές τις μέρες, δεν το έχω φέρει μαζί μου. Με ένα σημειωμάταριο όπου γράφω μέρες τώρα σκόρπιες φράσεις για τον επίλογο αυτής της ιστορίας που δεν ξέρει πώς να τελειώσει, μιας και τα καλοκαίρια που πέρασαν, μπερδεύονται γλυκά μεταξύ τους. Τα γεγονότα, οι μικρές ιστορίες, όλα, ένα κουβάρι μπλεγμένο. Μόνο ο τόπος ο ίδιος. Ή σχεδόν ίδιος.

 Ο μώλος δεν έγινε μαρίνα. Στέκει πάνω στα βράχια, φαγωμένος από κύμα και καιρό. Ακριβώς από κάτω, το θαλάμι του Βρασίδα με τα χρόνια έχει γίνει σωστή σπηλιά και έχει πια αλλάξει ενοίκους. Πίσω στην πλαγιά με τις βροχές που έφεραν οι τελευταίοι χειμώνες, έχουν φουντώσει μερικά πευκάκια. Τα βλέπω γερμένα προς το Νότο -φυτικές πυξίδες του τόπου, μα μόνο για εξασκημένα βλέμματα. Καμία τεράστια ξενοδοχειακή μονάδα δεν αλλοιώσε το τοπίο. Μόνο το χωριό γέμισε δωμάτια που γεμίζουν κάθε καλοκαίρι κάνοντας το Νησί να βουλιάζει και τους κατοίκους να τρέχουν πανικόβλητοι και να μην προλαβαίνουν.

 Η παραλία, η ωραιότερη του Νησιού, δε διαθέτει ούτε μπαράκι με μοχίτο και χιτάκια, ούτε ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες σε στρατιωτική στοίχιση. Από το μώλο βλέπω τους λιγοστούς όψιμους παραθεριστές να απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στην άμμο αυτές τις μέρες σαν ανέλπιστο δώρο, πριν επιστρέψουν, οι ξένοι στις χώρες τους κι οι Έλληνες στα ζόρικα που προσωρινά άφησαν πίσω τους.

 Όλοι σχεδόν είναι γυμνοί. Η Σαπφώ δεν τα κατάφερε τελικά, ούτε να μας διώξει, ούτε να μας ντύσει. Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, όπως μάθαμε, έγινε ευρεία σύσκεψη στο χωριό. Όσοι είχαν ταβέρνες και δωμάτια ανέκοψαν την ορμή του κοινοτάρχη, έχοντας πάρει σαφή μηνύματα από τους πελάτες τους. Τη χαριστική βολή ωστόσο έδωσε ο παπά Στάθης όταν μπροστά σε όλους, είπε έξαλλος στη Σαπφώ: “Δεν μπορείς να διαφημίζεις το Νησί σαν παράδεισο και τη ίδια στιγμή να προσπαθείς να εκδιώξεις τους πρωτόπλαστους από εδώ.”

 Η Σαπφώ στις επόμενες εκλογές δεν εκλέχτηκε κι επέστρεψε πικραμένος στο ψάρεμα. Τελευταία όποτε τον συναντώ, από μακριά σηκώνει το αριστερό του χέρι και με χαιρετάει. Μια- δυο φορές μάλιστα που βρεθήκαμε στο καφενείο του χωριού επέμενε να με κεράσει. Έχει γκριζάρει για τα καλά και όσο πάει μοιάζει περισσότερο με το μακαρίτη τον Ομάρ Σαρίφ. Δεν του κρατάμε κακία για τα παλιά, ούτε τον λέμε πια Σαπφώ. Ο χρόνος έσβησε τις εντάσεις. Αλλά ακόμα και τότε, κοινωνοί της ομορφιάς αυτού του τόπου, η ψυχή μας ούτε για μια στιγμή δεν έστρεξε να σκεφτεί κακό για αυτόν. Έτσι -άλλος λίγο, άλλος πολύ- όλοι στεναχωρηθήκαμε όταν μάθαμε ότι έχασε το δεξί του χέρι. Αυτό το χέρι που μας κουνούσε τότε απειλητικά φωνάζοντας: “Σόδομα και Γόμορα!”, στριφογύρισε αποκομμένο στον αέρα μέσα στη λάμψη ενός δυναμίτη που έσκασε πριν την ώρα του και ύστερα χάθηκε στη θάλασσα. Κι ο Ομάρ, το θηρίο, ίδιος ο προ πάππους του ο πειρατής, αιμορραγώντας ποτάμια κατάφερε σφίγγοντας τα δόντια να οδηγήσει το καΐκι με το ζερβό από τα ανοιχτά μέχρι το λιμάνι.

 Ο Μανούσος έμεινε μερικά χρόνια ακόμα κι ύστερα πήρε μετάθεση για τη Λεβεντογέννα. Το Νησί όμως δεν το ξεχνάει. Σχεδόν κάθε χρόνο, θα περάσει λίγες μέρες εδώ με την οικογένειά του. Η κυρά του μια όμορφη κρητικιά, έξω καρδιά, τσαούσα, έδεσε μια χαρά με τον μαζεμένο Μανούσο. Τα κοπέλια του όμως καθόλου δεν του μοιάζουν. “Ρε συ, δεν είναι δικά σου παιδιά αυτά!” του λέω κάθε φορά που τα βλέπουμε να ξανοίγονται δελφινάκια σωστά στη θάλασσα ενώ αυτός τα κοιτάζει με την αγωνία του γονιού και με το φόβο του ανθρώπου που συνεχίζει πηγαίνει μόνο μέχρι εκεί που πατώνει. “Κουζουλέ Ρασκόλνικοβ...” απαντάει σταθερά εκείνος όταν τον πειράζω από τότε που του χάρισα και διάβασε μονορούφι το “Έγκλημα και Τιμωρία” στη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου.

 Τις προάλλες, στις 17 του μήνα γιόρταζε η Σοφία. Αγόρασα από το φούρνο κουλουράκια βανίλιας που της αρέσουν κι πήρα το μονοπάτι για το κονάκι τους. Πριν μερικά χρόνια πήραν ένα μικρό κομμάτι γης έξω από το χωριό με ένα ρημάδι, ψηλά, στην πάνω του πλευρά. Παλιά στάνη πετρόκτιστη, ένα ερείπιο που αρνιόταν σθεναρά να καταρρεύσει. Το επισκεύασαν με μεράκι και το μετέτρεψαν σε μόνιμο σπιτικό “για τα γεράματά” τους. Τώρα πια δεν μού φαίνονται τόσο μεγάλοι όσο μού φαινόταν όταν τους πρωτογνώρισα. Κι ας έχουν ασπρίσει εντελώς κι οι δυο τους. Κι ας συνεχίζει, η Σοφία τουλάχιστον να με φωνάζει “Μικρέ!”.

 Ανηφορίζοντας το μονοπάτι που φτάνει στο κτήμα τους, καθώς πλησιάζω, χωρίς να το καταλάβω πάντα αρχίζω να σφυρίζω. Μάλλον το κάνω γιατί φοβάμαι ότι μπορεί και πάλι να βρεθώ σε δύσκολη θέση. Κατά βάθος είμαι βέβαιος: αυτοί οι δύο εφευρίσκοντας τρόπους κι ανακαλύπτοντας δρόμους, συνεχίζουν να σμίγουν ακάθεκτοι. Και το λέω έχοντας αδιάσιστα στοιχεία: δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασα και στο βλέμμα τους διέκρινα ξεκάθαρα εκείνη την παλιά μπουνάτσα που είχα προσέξει τη στιγμή που με βοηθούσαν να ανέβω τη σκάλα στο μικρό ταχύπλοο.

 Μα κι αυτό να μην πρόσεχα, πρέπει να είσαι τυφλός για να μη δεις ότι σχεδόν δεν απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον. Σαν να πονάνε τα κορμιά τους όχι από τα χρόνια που τους βαραίνουν πια, αλλά από την απόσταση που μπορεί να τους χωρίσει, έστω και για μια στιγμή. Μπαίνει ο Γιάννης στο σπίτι να φέρει κι άλλα μεζεδάκια κι τον ακολουθεί αμέσως η Σοφία με κάποια αστεία δικαιολογία. Και κάποια στιγμή, αργά το βράδυ, όταν πια σταματάμε να μιλάμε και κοιτάζουμε πλήρεις το θαύμα άλλης μιας νύχτας χωρίς φεγγάρι που απλώνεται μπροστά μας, μ` αφήνουν μόνο στο τραπέζι και αράζουν δίπλα στην στενή πεζούλα. Κι ύστερα από λίγο θα δεις τη Σοφία να γέρνει στον ώμο του και το Γιάννη να ακουμπάει το ένα χέρι του στον μηρό της και με το άλλο να την αγκαλιάζει, τάχα γιατί έβαλε ψύχρα.


 Δυο σιαμαία γεροντάκια, μα πάντα με εφηβική διάθεση. Έτοιμοι να σου προσφέρουν και πάλι όχι μόνο εκείνο τον αρωματικό καφέ μα κι όλα τα καλά από το μικρό περιβόλι τους. Και το πιο σημαντικό: ατέλειωτες ιστορίες, παλιές μα και καινούριες, του φετινού καλοκαιριού που τελείωσε κι εμείς επιμένουμε εδώ να κρατάμε τα ξέφτια του. Τόσες πολλές, που με κάνουν να πιστεύω ότι επίλογος σε αυτήν εδώ την ιστορία με τίτλο summer`s tales είναι σχεδόν αδύνατον να γραφτεί. 



Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 9. On board


 Παραδόξως, η φράση μου δεν προκάλεσε ούτε ένα χαμόγελο στους αποδέκτες της -γεγονός που με έκανε να νιώσω ακόμα πιο άβολα. Το έλεγα σοβαρά, σχεδόν το πίστευα και για να αποδείξω του λόγου το αληθές, τους έκανα νόημα να κοιτάξουν στο μώλο. Ούτε καν γύρισαν. “Αυτό τρέμει σαν το ψάρι” είπε η καπετάνισσα στον σύντροφό της κι ύστερα, ανήσυχη σε μένα: “Εσύ έχεις μελανιάσει παιδί μου, έλα πάνω!” Έκανα μια προσπάθεια, αλλά έτσι όπως οι δυνάμεις μου είχαν εξαντληθεί φάνταζε σχεδόν ακατόρθωτο να ανέβω την κάθετη σκάλα της πρύμνης. Άπλωσαν χέρια και οι δύο, με τράβηξαν και βρέθηκα στο σκάφος. Ήμουν σε ασφαλές και σε στέρεο έδαφος· το μικρό σκαρί έστεκε πλέον ασάλευτο. Ασάλευτη ήταν κι η σκιά του κάτω, στον πυθμένα· ενδιάμεσα τα πράσινα νερά του Νησιού.

 Τί είναι Παράδεισος; Πολύ σχετικό. Εξαρτάται ποιόν θα ρωτήσεις και ποια δεδομένη στιγμή. Για μένα, εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή ο Παράδεισος είχε πολύ συγκεκριμένο στίγμα -ίδιο με αυτό του σκάφους- και τα βασικά συστατικά του ήταν μια μεγάλη πετσέτα, μια κούπα εξαίσια αρωματικός καφές και ένα πιάτο γεμάτο κουλουράκια βανίλιας που μού πρόσφεραν οι σωτήρες μου, ο Γιάννης και η Σοφία. Την αίσθηση του Παραδείσου, συμπλήρωνε η θαλπωρή που με έκαναν να νοιώθω με τις φροντίδες τους· θα τις χαρακτήριζα γονεϊκές, αν δεν ήταν τόσο διακριτικοί και οι δυο τους.

 Όταν συνήλθα κάπως κι αφού απαίτησαν επίμονα να μην τους μιλάω στον πληθυντικό, με ρώτησαν γιατί είχα μείνει τόσην ώρα στο νερό. Τους εξιστόρησα τί είχε συμβεί, δείχνοντας τους και πάλι το μώλο και την κουστωδία που εκείνη τη στιγμή επιτέλους έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής στο χωριό. Με άκουγαν προσεκτικά, χαμογελώντας αλλά όταν είπα: “...έφτασε στο σημείο να φέρει τον Νομάρχη από τη Σύρο...” δεν κρατήθηκαν κι έβαλαν τα γέλια. ”Ποιός Νομάρχης; Ένας γνωστός του Κοινοτάρχη είναι που τον έφερε για επενδύσεις στο Νησί ή έτσι τουλάχιστον διαδίδει η Σαπφώ.” ξεκαθάρισε ο Γιάννης και στη φωνή του, ειδικά όταν πρόφερε τη λέξη “επενδύσεις”, διέκρινα σαρκασμό που εντάθηκε στη συνέχεια καθώς πέρασε σε λεπτομέρειες που αγνοούσα.

 Το σενάριο που είχε πλάσει η φαντασία μου κατέρρευσε, αλλά αυτό που ξεπρόβαλε από τα λεγόμενα του Γιάννη, -το όραμα του Κοινοτάρχη για την “ανάπτυξη” του Νησιού και ειδικά αυτής της παραλίας- μού φάνηκε πολύ χειρότερο. Γύρισα και κοίταξα την θάλασσα. Μέσα από τα λαμπυρίσματα, κοντά στο σκάφος, ξεπήδησε δυο- τρεις φορές ένα κοπάδι αθερίνες τρομαγμένες από κάποιο περαστικό μεγάλο ψάρι κι ύστερα χάθηκαν. Στην επιφάνεια έμειναν για λίγο ίχνη από το πέρασμά τους ώσπου έσβησαν κι αυτά. 


Γύρισα και κοίταξα την παραλία, από το μώλο μέχρι τον ανατολικό κάβο. Ύστερα το μάτι μου τριγύρισε στην πλαγιά, στα δύο της αλμυρίκια, στο θυμάρι και στη ρίγανη που φύτρωνε στα βράχια. Στις φραγκοσυκιές που έβαιναν πάνω από την ξερολιθιά. Φαντάστηκα εκεί χτισμένο ένα μεγαθήριο με μπετονένιες καμάρες και πορτοπαράθυρα βαμμένα με το πιο κοινό μπλε του εμπορίου, στην παραλία -την πιο όμορφη του Νησιού- αυστηρά παρατεταγμένες ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες, πίσω στη μάντρα, ένα beach bar να εκπέμπει δυνατά τα μπιτάκια της μιας σαιζόν· και  το μώλο μαρίνα με κότερα δεμένα στη σειρά. Εφιάλτης. 

Μην ανησυχείς! Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει. Αυτά τα ακούμε από τότε που...


 (συνεχίζεται)