Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Η Εξήγηση



Το κουδούνι χτύπησε λίγο πριν από το ξυπνητήρι.

Δεν σηκώθηκε να ανοίξει, αν και για λίγο ταλαντεύτηκε. Αυτό που τον απέτρεψε δεν ήταν η αναπόφευκτα βιαστική έγερση, ούτε η έκθεση μπροστά στον άγνωστο επισκέπτη. Άλλωστε το σώμα του είχε επαρκώς εκτεθεί λυσιμελές: στα πρωινά μάτια ομόκλινων κοριτσιών που άνοιξαν πάνω στο στέρνο του, μα πιο πολύ είχε εκτεθεί αμήχανο -όσο και τα άλλα των νεοσύλλεκτων - στα λουτρά, δίπλα στο θάλαμο του πρώτου τάγματος.

Αυτό που τον απέτρεψε τελικά ήταν μόνο η ιδέα της επαφής με το κρύο πόμολο. Κι αυτή η ελάχιστη κίνηση που απαιτείται από τον καρπό, η μισή περιστροφή, ώστε να μαζευτεί η χάλκινη γλώσσα στο εσωτερικό της κλειδαριάς.

Όλη μέρα τον γυρόφερνε επίμονα το ποιος να ήταν με τη βεβαιότητα, να ακολουθεί αναπάντεχα βασανιστική:ποτέ δεν θα μάθαινε ποιος στάθηκε μπροστά την πόρτα του νωρίς εκείνο το πρωί.

Για μια στιγμή- το απόγευμα πια - τον παρηγόρησε η σκέψη ότι όλες τις προηγούμενες φορές που άνοιξε σε παρόμοιες περιπτώσεις, ποτέ δεν ήταν ο άνθρωπος που περίμενε. Μόνο για μια μόνο στιγμή όμως. Γιατί αμέσως μετά θυμήθηκε ότι καιρό τώρα δεν περίμενε κανέναν.

Ίσως τελικά  να ήταν αυτός  που χτύπησε το κουδούνι σήμερα κι εκείνος δεν σηκώθηκε να ανοίξει.


Μουσική: Gnossienne No. 4 Erik Satie 

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Γκρης Ηλέβεν



"...Έχω ενα κινητό, εχω ένα σταθερό, έχω ένα dvd ,έχω ενα λαπ τοπ, έχω μια πλάσμα, έχω δορυφορική, έχω αποκωδικοποιητή, έχω εσπρεσιέρα, έχω καφετιέρα, έχω τοστιέρα, έχω μπλέντερ, έχω αποχυμωτή, έχω πλυντηριο ρούχων, έχω πλυντήριο πιάτων, έχω στεγνωτήριο, έχω σεσουαρ, έχω μοντεμ, έχω usb, έχω handsfree, έχω bluetοοth, έχω email, έχω gmail, έχω hotmail, έχω yahoo, έχω facebook, έχω twiterr, έχω skype, έχω blog, έχω internet, έχω adsl, έχω bachelor, έχω master, έχω e-pass, εχω deadline, έχω meeting, έχω breefing, έχω cocooning, έχω party, έχω clubbing, έχω stress..."



Το Γκρης Ηλέβεν δεν είναι θεατρικό έργο με την κλασσική έννοια του όρου. Πρόκειται για δέκα φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους σκηνές. Μερικές από αυτές φέρουν τίτλους βασικά ρήματα όπως “θέλω”, “είμαι”, “έχω” “είδα”. Άλλες πάλι έχουν τίτλους που υποκύπτουν στην αγγλική τους εκδοχή: Αθενς, Λάβ, Ον Λάιν που γραμμένοι με ελληνικά στοιχεία- αντίστροφα γκριγκλις.
 



Καθώς το εύρος των σκέψεων είναι μεγάλο και έχουν αλιευτεί όχι απλώς από το 'σήμερα' αλλά από το 'τώρα', είναι σπαρταριστές και σταδιακά η σύνθεσή τους σκιαγραφεί με αρδές μεν γραμμές, αλλά πολύ αποτελεσματικά την Ελλάδα και τους Έλληνες του 2011. Τις αγωνίες, τις αμηχανίες, τους φόβους, τα αδιέξοδα, την διάψευση των ελπίδων αλλά και την ανάδειξη κάποιων που δειλά πάνε να ανατείλουν. 



Ο χώρος στον οποίο ανεβαίνει το Γκρης Ηλέβεν - το υπόγειο γκαράζ του Ιδρύματος Κακογιάννη – δεν είναι θεατρική σκηνή με την κλασσική τουλάχιστον έννοια του όρου. Ωστόσο αυτός ο τεράστιος χώρος γίνεται -και πάλι με ένα μαγικό τρόπο- ο ιδανικός σκηνικός χώρος γι αυτό το έργο που δεν είναι θεατρικό έργο. Έτσι η πρώτη εντύπωση “μα είναι δυνατόν εδώ να γίνει παράσταση;” μόλις χαμηλώσουν τα φώτα και οι ηθοποιοί εμφνιστούν εν σειρά στο βάθος- εκατό και πλέον μέτρα μακριά από την πρώτη σειρά των θεατών- να μετατραπεί σε βεβαιότητα: “Μα ναι, είναι μοναδικός χώρος γι αυτήν ακρβώς την παράσταση!”



Ανδριάνα Μπάμπαλη, Γιώργος Καραμίχος

Οι ηθοποιοί της ομάδας του Γκρις Ηλέβεν στην πλειονότητά τους δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί. Πρόκειται για δεκαοκτώ σπουδαστές δραματικών σχολών που συμμετέχουν εθελοντικά και αποτελούν το “χορό” της παράστασης. Οι νέοι αυτοί ηθοποιοί συνδυάζουν τις αρετές των επαγγελματιών του είδους, με το κέφι και τη φρεσκάδα των εκολαπτόμενων. Οι δύο “προεξάρχοντες” του θιάσου, Γιώργος Καραμίχος και Γιώργος Νανούρης ενσαρκώνουν απέριττα στους μονολόγους τους το 'μέσο' ανώνυμο Έλληνα του έντεκα, ή μάλλον του Ηλέβεν.



 Γιώργος Καραμίχος

Η ούτως ή άλλως εξαιρετική Αδριάνα Μπάμπαλη- τρίτη προεξάρχουσα- ερμηνεύει με τον δικό της μοναδικά λιτό τρόπο τα έξι τραγούδια της παράστασης που εντάσσονται οργανικά στο σύνολο. Από τον Αττίκ, τον Χατζηδάκι και τον Καλδάρα μέχρι το Περιπλανώμενο του Σέμση και του Κονιτόπουλου τα τραγούδια λειτουργούν καταλυτικά άλλοτε φορτίζοντας κι άλλοτε αποφορτίζοντας τα συναισθήματα που γεννούν οι σκηνές.



Γιώργος Νανούρης



Ανδριάνα Μπάμπαλη

Μετά το παρατεταμένο χειροκρότημα στο τέλος, οι θεατές ανηφορίζοντας προς το ισόγειο του Ιδρύματος Κακογιάννη, δικαιολογημένα αναρωτιούνται: “Πώς είναι δυνατόν, ένα έργο που δεν είναι θεατρικό έργο, ανεβασμένο σε ένα χώρο που δεν είναι θεατρικός, με ηθοποιούς που στην πλειονότητά τους δεν είναι επαγγελματίες να χαρίζει τόση ικανοποίηση;”



Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα-εδομυχη σκέψη, δεν μπορεί παρά να είναι μία και απλή: Αυτή η παράσταση έχει όλα τα βασικά συστατικά που γεννούν τη μαγεία του θεάτρου.
 



Κείμενο σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης
Παίζουν: Ανδριάνα Μπάμπαλη, Γιώργος Καραμίχος, Γιώργος Νανούρης.
Οι σπουδαστές- εθελοντές: Ανδρονίκη Αβδελιώτη, Αννίτα Αδάμου, Γιάννης Αθανασόπουλος, Άθος Αντωνίου, Χρήστος Βασιλακόπουλος, Νίκος Γεωργίου, Κοραλία Γκριμοπούλου, Γεωργία Κουτάλη, Βιργινία Κυπριώτη, Νίκος Μπραχιμλάρη, Κρίστι Ξανθοπούλου, Δημήτρης Παπαδόπουλος, Ελιάνα Περηφάνου, Γιώργος Πούλης, Διονυσία Σακελλαρίου, Ελευθερία Σικινιώτη, Ιωάννα Σκλαβενίτη, Αλέξανδρος Τσελεπιδάκης. 

Ιδρυμα Κακογιάννη, Πειραιώς 206, Ταύρος, Τηλ.: 210 341 8550
Παραστάσεις:Από τις 20 Ιανουαρίου έως τις 27 Φεβρουαρίου 2011 κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21:30

Εδώ το τρέιλερ της παράστασης. 


Η κριτική του Γιώργου Σαρηγιάννη στα Νέα. 
κριτική στο artfix 

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Ο επίμονος κηπουρός


Το πρώτο που βρήκε τη θέση του στο σπίτι ήταν το γραφείο, απέναντι από το μεγάλο παράθυρο. Μη φανταστείς καμιά φοβερή θέα. Κάθε άλλο. Ακριβώς απ` έξω διάδρομος, ένα παρτέρι κι η μάντρα που μας χωρίζει από τους απέναντι. Εκείνοι δεν περνάνε αλλά ο κισσός σηκώθηκε από τη μεριά τους, σκαρφάλωσε, είδε ότι είναι ωραία από εδώ κι άρχισε να κατεβαίνει με επεκτατικές διαθέσεις που τις κλαδεύω τακτικά. Σε πρώτο πλάνο λοιπόν η μάντρα με τον κισσό και σε δεύτερο, η τυφλή όψη της διπλανής πολυκατοικίας. Τέλος. Ή μάλλον για να μην φαίνονται τραγικά τα πράγματα, ημιαδέσποτες γάτες συχνά βολτάρουν πάνω στη μάντρα. Πάντα – ανεξήγητο αυτό- προς μία κατεύθυνση: από αριστερά προς τα δεξιά.

Πρώτος μήνας στο σπίτι, κάθομαι στο γραφείο και χαζεύω έξω. Η θέα με τις τρεις οριζόντιες ζώνες- μάντρα/κισσός/τοίχος- ανιαρή. Λείπει ένα κάθετο στοιχείο. Όχι όπου να `ναι, αλλά αποκλειστκά και μόνο στην χρυσή τομή του κάδρου. Η αμέσως επόμενη σκέψη μοιάζει με επιφοίτηση και έχει όνομα: Μιμόζα. Δύο ώρες αργότερα, έχω σκάψει ένα αυλάκι στο παρτέρι, τοποθέτω στο περίπου τη μικρούλα που αγόρασα με ένα μόνο κλαδί ανθισμένο, μπαίνω μέσα και ελέγχω τη θέση της, ξαναβγαίνω, την μετακινώ εκεί που πρέπει και γεμίζω το αυλάκι με χώμα.

Δεύτερος μήνας στο σπίτι, κάθομαι στο γραφείο και χαζεύω. Έξω και μέσα. Το πρώτο μου φαίνεται περίφημο και ζωντανό καθώς η Μιμόζα έγινε αμέσως στέκι για κότσυφες και κοκκινολαίμηδες. Εκ περιτροπής και όταν δεν περνάνε οι γάτες. Στο μέσα λείπουν ακόμα πολλά, αλλά αυτό που μου φαίνεται βασικότερο είναι η “συνομιλία” με το έξω. Η δεύτερη επιφοίτηση δεν αργεί να έρθει. Κόβω ένα μικρό κλαδάκι για δείγμα, φεύγω σφαίρα και μετά από λίγο επιστρέφω με πεντόλιτρο πλαστικό χρώμα και αρχίζω να βάφω τους άσπιλους άσπρους τοίχους, πίσω και αριστερά του γραφείου με μια απόχρωση δυο κλικ πιο θερμή από τα άνθη.


Τον πρώτο χρόνο η μικρή πήρε μπόι. Τον δεύτερο φούντωσε για τα καλά. Αειθαλής και γκριζοπράσινη. Γενάρη μήνα, όταν όλα τα άλλα λουφάζανε περιμένοντας την άνοιξη, εκείνη πέταξε ανθούς. Χρωματική έκρηξη στον ασπρόμαυρο χειμώνα, να μη θες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Ο χιονιάς του 04 την πιάνει πάνω στη καλύτερη στιγμή της. Περνάω μισή νύχτα να την τινάζω να ξαλαφρώσει από το βάρος του χιονιού. Την άλλη μισή που απόκαμα, έγινε το κακό. Το επόμενο πρωί τη βρήκα λυγισμένη στα δύο με την κορυφή της θαμμένη κάτω από χιόνια στη διπλανή αυλή. Πήγα, την ξέθαψα, περίμενα ν` ανασηκωθεί μόνη της, τίποτα. Την κλάδεψα άγρια για να ελαφρώσει. Βγήκαν, ούτε που θυμάμαι πόσες θεόρατες αγκαλιές που μοσχοβολούσαν στην παγωνιά. Στήριξα πρόχειρα τον κορμό. Δυσανάλογα λεπτός σε σχέση με το μπόι της, είχε τσακίσει. Χρειάστηκε κανονική επέμβαση. Καθάρισμα, πιεστική περίδεση με ελαστικό επίδεσμο κι από πάνω – πατέντα κανονική – επικάλυψη με ένα αφρώδες υλικό για μόνωση εξωτερικών σωληνώσεων που θα διατηρούσε την πληγή της κατά το δυνατόν στεγανή, δύο σανίδες για νάρθηκα και προσεκτικό δέσιμο.

Την έβλεπα απο το παράθυρο όλο τον χειμώνα τραυματισμένη, κουρεμένη γουλί και περίμενα την άνοιξη με την ελπίδα ότι θα συνέλθει. Θες η φροντίδα με τα λιπάσματα, θες τα γλυκόλογα που της είπα, πέταξε καινούρια κλαδιά, νέα φύλλα και μέχρι το καλοκαίρι του 04 τίποτα δεν θύμιζε την χειμωνιάτικη περιπέτειά της. Εκτός βέβαια από τον νάρθηκα, που αντικαθστούσα κάθε φορά που φαινόταν ότι ο κορμός μεγαλώντας ασφυκτιούσε μέσα του. Η πληγή έδενε σιγά σιγά και τον περασμένο Οκτώβρη, στην τελευταία αλλαγή ο φλοιός στο σημείο του τσακίσματος ήταν μια χαρά.

Φέτος άνθισε στις γιορτές. Καμιά άλλη χρονιά δεν ήταν τόσο φουντωμένη. Τις προηγούμενες μέρες με τους βοριάδες τη χάζευα από το γραφείο να σαλεύει και να σκορπίζει τα λουλούδια της.

Χθες το πρωί βγαίνοντας την βρήκα σωριασμένη. Την νύχτα δεν άντεξε στον δυνατό αέρα. Έβγαλα τον νάρθηκα και τη γάζα. Είχε σπάσει στο σημείο του παλιού τσακίσματος. Αυτή τη φορά θα ήταν αδύνατον να ξαναδέσει. Έκοψα με πριόνι το ελάχιστο ξύλο που συγκρατούσε τα δυο κομμάτια. Κράτησα ένα ανθισμένο κλαδί και το υπόλοιπο – ένα δέντρο ολόκληρο- το πέταξα.

Από τον κουτσουρεμένο κορμό που απέμεινε ξεπροβάλουν μερικά τρυφερά βλαστάρια. Αν δεν τα πιάσει καμιά ξαφνική παγωνιά, με πολλή φροντίδα και ακόμα περισσότερα γλυκόλογα, την άνοιξη θα ξεπεταχτούν και ως το φθινόπωρο θα γίνουν κλαδιά. Κι αν του χρόνου τέτοιο καιρό έχει έστω και λίγα λουλούδια, ο επίμονος κηπουρός θα καμαρώνει πάλι τη μικρή του.


Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Last lost post

.

/Ή αν το κατορθώσεις/ ξαναρωτάω/ ολοκληρωμένο θα είναι προβοκατόρικο/αδικημένος από το εαυτό του/ η υπογραφή σου κάτω/ ξεφεύγουν/ ατελής/ας χαθούν/ με κάρτα μέλους/ καλά που το θυμήθηκες/ με τσάκιση/ έκανε καλή δουλειά η γιαγιά/ έχω αφήσει τα κλειδιά σε συνάδελφο/ ακριβή διεύθυνση/ μια σκιά/ τα σχόλια έχουν/ παιδικοί φίλοι/ βαρύ αλλά σταθερό χέρι/ η πλατεία/είχε ρυθμίσει την αποσοτολή τους/ τείνουν/ η μια ήταν πτώση/ όχι, όχι σε σένα/ φτάνουν ή να ανοίξω λεξικό;/ σκοτεινές ατραπούς/ εξαντλητική/ άλλος είμαι εγώ/ τόσο κοντά στην Αθήνα/οι γάμπες/ τρεις μυστικές κουβέντες/ στα νιάτα της/ σιλανς τώρα/ εξωσωματικά/ σιγά το ρίσκο/ λόγω εργασίας/ με ράπισα/ κάποιος θα πεινάει/ πρωτίστως να αποκοιμηθώ/ φυσική παρουσία/ είκοσι βήματα από το σπίτι ήταν/στο μακελειό αμέσως/ το γνωστό θέμα/ λόγω εργασίας/ καίει το πιπέρι του/ και άλλα δαιμόνια/ δεύτερο κορυφαίο κάδρο/όταν το ξυράφι κόβει τους άλλους/αποφάσισα/ καλά, είναι κουβέντα αυτή;/Yma Sumac/ τα καταπίνω ζωντανά/ ήδη συμμετείχες/ έφυγε/όταν τυπωθεί το βιβλίο/ έχουν μάτια ανοιχτα/ φωνές πλήθους από κάτω/γοφοί/ σα νήπιο/ προκαλούν εθισμό/ πλήρες γεύμα/ αλλά, άλλα/ την ώρα του δελτίου/ ατελής μνήμη/ πότε;/ ο μόνος όρος/ επιβεβαιώνομαι/ κολοβό δεν θα είχε νόημα/ αν δεν του τρίξει τα δόντια/ η πτήση τους/ ανάμεσά μας/ τότε/ μου ξεφεύγουν/ της ζωής/ μετά/ δεν θα καταντήσω σαν τον άλλον!/αν δεις λίγο προσεκτικά/ διάχυτος/


Αν δεν βγάζετε νόημα από το παραπάνω, μπορείτε εύκολα να φανταστείτε την έκπληξη που δοκίμασα, όταν ανοίγοντας το word που είχα αποθηκεύσει, στη θέση του σημερινού ποστ βρήκα αυτό “κείμενο”. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Είχα περάσει το μισό απόγευμα και το σχεδόν όλο το βράδυ της Παρασκευής μπορστά στη οθόνη. Μετά από ώρες επίπονης εργασίας, καμάρωνα ένα μοναδικό κείμενο που συνδύαζε τα πάντα: άρτια δομή, μοναδική ισορροπία ανάμεσα στο σοβαρό και στο αστείο, ένα κείμενο γεμάτο λεπτές αλληγορίες, προβοκατόρικες νύξεις της ζοφερής παραγματικότητας, με δυναμικές θέσεις και ευφάνταστες λύσεις να υποβόσκουν αριστοτεχνικά, με διάχυτο αν και υπαινικτικό ερωτισμό, επίκαιρο και διαχρονικό ταυτόχρονα...

Όσο και αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να το επανακτήσω. Το ποστ χάθηκε οριστικά. Το μόνο που απέμεινε είναι αυτές οι σκόρπιες λέξεις και φράσεις μερικές από τις οποίες, ναι προέρχονται απο το κείμενό μου, όλες οι άλλες όμως είναι ξένες. Καταλήγω λοιπόν να το ανεβάσω ως έχει, διατηρώντας μια μικρή ελπίδα ότι αν κάποιος απο σας βρήκε το δικό μου, αν όχι ολόκληρο έστω τμήματά του, θα τα επιστρέψει. Στην περίπτωση που συγκεντρωθούν όλα τα κομμάτια του χαμένου ποστ, νομίζω πως θα μπορέσω να το στήσω και πάλι, αν και φοβάμαι ότι δεν θα έχει τη φρεσκάδα του αρχικού. Φυσικά, αν και εσείς έχετε πάθει κάτι ανάλογο- σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε έναν νέο φοβερό ιό-ή αν απλώς σας λείπουν γενικά λέξεις, μην διαστάσετε να πάρετε από εδώ όσες και όποιες θέλετε. Αλλά- και σε αυτό είμαι απόλυτος- μην τολμήσει κανείς να πει ότι η φωτογραφία είναι άσχετη. Μπορεί να επέζησα της απώλειας του ποστ αλλά αυτό το σχόλιο δεν θα το αντέξω.



Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Ορχάν Παμούκ

Ο εικονοκλάστης της τουρκικής ψυχής



Η αναβληθείσα περσινή διάλεξη του Ορχάν Παμούκ, λόγω της ασθένειας της μητέρας του, πραγματοποιήθηκε, χθες το βράδυ, έστω και με καθυστέρηση δέκα μηνών. Πλήθος κόσμου, κυρίως όμως γυναίκες, οι οποίες διατηρούν την καλύτερη σχέση με την παμουκική λογοτεχνία, γέμισαν την αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής. Η αθηναϊκή παρουσία τού περισσότερο αναγνωρισμένου και αναγνωρίσιμου διεθνώς Τούρκου συγγραφέα είναι ακόμη μία επιτυχία του «Megaron Plus».



Οσοι πιθανότατα περίμεναν ότι ο νομπελίστας συγγραφέας θα έκανε, έστω και μία γενικόλογη, δήλωση για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, θα πρέπει να απογοητεύτηκαν. Ο Ορχάν Παμούκ, προσεκτικός σε κάθε λέξη του, αλλά με μια ευγένεια που υποστήριζε πειστικά τα λεγόμενά του, μίλησε γι' αυτό που γνωρίζει καλύτερα: για το εργαστήρι τού συγγραφέα και το τι σημαίνει να γράφεις μυθιστόρημα στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, χωρίς να θέλεις να αποκαθηλώσεις από το πάνθεον της Λογοτεχνίας τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Μπαλζάκ, τον Μέλβιλ, τον Προυστ ή τον Τόμας Μαν.



Τον Ορχάν Παμούκ σύστησε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο οποίος, εν είδει δημοσιογράφου, του υπέβαλλε ερωτήσεις. «Δεν είναι ούτε δυτικός ούτε Τούρκος, είναι μυθιστοριογράφος», τοποθέτησε ο Ελληνας συγγραφέας τον ομότεχνό του. Ο λάτρης της γενέτειράς του, της Ισταμπούλ στη γλώσσα του, αυτοπαρουσιάστηκε ως ένας πρώην αρχιτέκτονας και ως ένας πρώην ερασιτέχνης ζωγράφος, ο οποίος εγκατέλειψε επιστήμη και ζωγραφική για να αφιερωθεί στη συγγραφή, που του χάρισε, το 2006, το Νομπέλ Λογοτεχνίας.



«Από την ηλικία των 23 ετών γράφω διαρκώς, αποτυπώνοντας σε λέξεις τις εικόνες που κουβαλάω μέσα στη φαντασία μου. Από τότε είμαι ο συγγραφέας της λεπτομέρειας», ήταν οι εναρκτήριες φράσεις του 59χρονου πολυδιαβασμένου συγγραφέα. «Αυτό που αναζητάμε», είπε, προσπαθώντας να ορίσει τον στόχο του μυθιστορήματος, «είναι ένα μυστηριώδες και μυστικό κέντρο. Πρόκειται για μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας και κάτι περισσότερο απ' αυτά που μας δίνει η ζωή».


Μ' ένα παράδειγμα ξεκαθάρισε τι ακριβώς εννοούσε. Ανέτρεξε στον «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ: «Μέχρι τις πρώτες 100-150 σελίδες, διαβάζουμε ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα με κυνηγούς φαλαινών. Από 'κεί και πέρα, συνειδητοποιούμε ότι ο Μόμπι Ντικ είναι ο κόσμος αφ' εαυτού. Είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για την οικουμένη και το σύμπαν». Μεγάλη του ανυπόκριτη αγάπη είναι και ο Ντοστογιέφσκι, «που μας τρομάζει, αλλά ο αναγνώστης δεν τον ξεχνάει ποτέ».


«Είμαι ένας εικαστικός μυθιστοριογράφος, γιατί νιώθω τα συναισθήματα των ηρώων μου μέσα από τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν. Χρησιμοποιώ κυρίως το τοπίο ως μεταφορά, με τον τρόπο που το χειρίζεται ο Τολστόι στην "Αννα Καρένινα". Οταν κοιτάζει η Καρένινα μέσα από το τρένο το τοπίο, το τοπίο αυτό εκφράζει τα συναισθήματά της. Ο συγγραφέας είναι ένας ζωγράφος, ο οποίος χρησιμοποιεί το πινέλο του για να ζωντανέψει τους ήρωές του», ήταν η δημιουργική αυτοπροσωπογραφία του Ορχάν Παμούκ.

Μέχρι τα σαράντα του, δεν έκρυψε ότι ήταν άγνωστος. Οταν, όμως, ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του και μεταφράστηκε, η ερώτηση, την οποία κατά κύριο λόγο του απηύθυναν, ήταν «γιατί γράφετε για την Κωνσταντινούπολη;». Η απάντησή του δεν άλλαξε από τότε: «Γιατί γνωρίζω καλύτερα αυτόν τον τόπο και κινούμαι με φυσικό τρόπο σ' αυτόν. Είναι σημαντικό ένας συγγραφέας να έχει ένα σταθερό πλαίσιο. Η Κωνσταντινούπολη είναι η πόλη της φτώχειας και της μελαγχολίας».



«Είναι δύσκολο να πειραματίζεσαι και να παραμένεις δημοφιλής. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χάσεις την επαφή σου με τη χώρα σου και τον κόσμο της», περιέγραφε τη διχοστασία του, μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Ωστόσο, δεν απέφυγε την απόφανση: «Ενας ευφυής συγγραφέας είναι ταυτόχρονα νεοτεριστής και αντιμετωπίζει με πρωτότυπο τρόπο την παράδοση». Εντούτοις, δεν παραδέχθηκε ότι πρέπει να υπάρχει «σύγκρουση πολιτισμών στο μυθιστόρημα. Οσο περισσότερο πολυσυλλεκτικό και πολυχρωματικό είναι, τόσο πιο πρωτότυπο και καινοτόμο ηλεκτρισμό διαθέτει».



Το κείμενο, του Βασίλη Κ. Καλαμαρά, από τη σημερινή Ελευθεροτυπία

Οι φωτογραφίες αφιερώνονται στον κύριο Σελιτσάνο όχι ως ανταπόδοση, αλλά ως συγνώμη γιατί δεν τον ενημέρωσα εγκαίρως, όπως του είχα υποσχεθεί μετά την συναυλία του Μ. Parker.


Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ τα έργα: Το Μουσείο της Αθωότητας, Το σπίτι της σιωπής, Χιόνι, Ισταμπούλ, Το λευκό κάστρο, Με λένε κόκκινο, Η καινούρια ζωή και Το μαύρο βιβλίο.


Μουσική: Misty , Stan Getz

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Στο τσακ!

.

γραφή είναι από τα αγαπημένα θέματα του Ορχάν Παμούκ, ιδιαίτερα η μυθιστορηματική γραφή. Κάθε ομιλία του με θέμα τη γραφή είναι ένα μεγάλο ταξίδι στη λογοτεχνία, με τον τρόπο βεβαίως του Ορχάν Παμούκ, όπου η αυτοβιογραφία βαραίνει ιδιαίτερα, με έμφαση στην παιδική ηλικία και μάλιστα στην παιδική ηλικία στην Κωνσταντινούπολη. Ο συγγραφέας είναι ένας αθεράπευτα κωνσταντινουπολίτης, ένας ιστανμπουλού. Ετσι κι αλλιώς κανένας άλλος δεν έχει μιλήσει για την Πόλη όσο αυτός.

Είμαι φανατικός αναγνώστης των ομιλιών του Ορχάν Παμούκ γιατί είναι διάσπαρτες από ιδέες, εικόνες, αποσπάσματα ζωής που δεν έχουν βρει όμως τον δρόμο τους για τα μυθιστορήματά του. Επομένως είναι μοναδικές. Η ομιλία του «Μy father΄s suitcase» (Η βαλίτσα του πατέρα μου), που την εκφώνησε στη Στοκχόλμη στην τελετή όπου του απένειμαν το βραβείο Νομπέλ, είναι μια σπαρακτική, αλλά και με πολύ χιούμορ, αναδρομή στην ηλικία της αθωότητας, που είναι ταυτόχρονα και η ηλικία γέννησης όλων των ενοχών. Η ομιλία του «Ιn Κars and Frankfurt», που την εκφώνησε στη Φραγκφούρτη όταν ο Σύνδεσμος Γερμανών Εκδοτών τού απένειμε το Γερμανικό Βραβείο Ειρήνης, είναι μια εξαιρετικά επίκαιρη και πολύ προσωπική ανάγνωση του «άλλου», του «ξένου», του «εχθρού» στη λογοτεχνία, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Χιόνι», του οποίου ο ήρωας Κα πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Φραγκφούρτη. Εδώ ο Παμούκ είναι πολύ τολμηρός στις λογοτεχνικές αναφορές που τεκμηριώνουν το «ξένο». Για παράδειγμα, το μυθιστόρημα «Μόμπυ Ντικ», του Μέλβιλ, που διερευνά όλους τους φόβους της Αμερικής, ιδιαίτερα τον φόβο για την ξένη, την αλλότρια κουλτούρα, μέσα από την αλληγορία της λευκής φάλαινας.

Απήλαυσα ιδιαίτερα την ομιλία του «Τhe implied author» (Ο υπόρρητος συγγραφέας), που την εκφώνησε στην Οκλαχόμα στη σειρά των διαλέξεων Πούτερμπαχ, τις οποίες διοργανώνει κάθε Μάρτιο το περιοδικό του Πανεπιστημίου της Οκλαχόμας «World Literature Τoday». Εδώ ο συγγραφέας ομολογεί ότι είναι εξαρτημένος από τη λογοτεχνία και ότι αν δεν πάρει την ημερήσια λογοτεχνική δόση του δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Ο Παμούκ ομολογεί ότι είναι ένας «αφοσιωμένος» στη λογοτεχνική γραφή. Λέει ότι εδώ και περισσότερο από τριάντα χρόνια περνάει κατά μέσον όρο δέκα ώρες την ημέρα μόνος στο δωμάτιό του, καθισμένος στο γραφείο του, και είναι ευχαριστημένος αν μπορεί να γράψει μια καλή μισή σελίδα κάθε μέρα. Με τον τίτλο «Τhe implied author» (οι τίτλοι είναι στα αγγλικά γιατί διάβασα τις ομιλίες στη συλλογή κειμένων του Παμούκ «Οther colours», εκδόσεις Faber & Faber) ο συγγραφέας παραπέμπει στον γερμανό κριτικό Βόλφγκανγκ Ιζερ και στην αναγνωστικοκεντρική θεωρία του, σύμφωνα με την οποία το νόημα ενός μυθιστορήματος δεν υπάρχει ούτε στο κείμενο ούτε στο περιεχόμενο· υπάρχει μόνο μέσα από την ανάγνωση. Επομένως ο αναγνώστης είναι απαραίτητος στη λογοτεχνική λειτουργία. Επεκτείνοντας αυτή τη θεωρία ο Παμούκ διεκδικεί για τον συγγραφέα την προνομιακή θέση να δώσει νόημα σε ένα μυθιστόρημα που δεν είχε ακόμη γραφεί.

Δεν πρόκειται λοιπόν να χάσω την ομιλία τού Ορχάν Παμούκ με θέμα «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα», την Τετάρτη στις 7 μ.μ., στο Μegaron Ρlus. * "




το παραπάνω κείμενο του Νίκου Μπακουνάκη δημοσιεύτηκε στο Βήμα 7/3/2010

*Η ομιλία που αναβλήθηκε, πραγματοποιείται σήμερα στις 7 μ.μ στο Megaron Plus. Μόλις που προλαβαίνουμε...

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Road Movie Post

Ένα παλιό αυτοκίνητο νοικιασμένο. Σαράβαλο. Τόσο, ώστε να μου πεις έκπληκτη όταν θα φτάσω: Did you ride that thing all the way out here to see me? Να το οδηγήσω χιλιάδες μίλια σε ένα επίπεδο τοπίο που αλλάζει αργά. Ατέλειωτες εκτάσεις έτοιμες για θερισμό. Κι έπειτα σεληνιακά τοπία. Πάλι γόνιμη γη κι ύστερα έρημος. Να τρεμουλιάζει μπροστά μου ο δρόμος από τη ζέστη, ένα με τη φυσαρμόνικα του Sonny Boy. Μια ευθεία δρόμο θέλω κι ας μην έχει μυθικό όνομα. Με σπαρμένα μοτέλ και βενζινάδικα στις όχθες του. Ένα δρόμο χωρίς πολλή κίνηση.

Να με προσπεράσει μια ανοιχτή Thunderbird του `66 με δυο αναμαλλιασμένες γυναίκες και να αναρωτιέμαι τα επόμενα 200 μίλια αν και πού τις έχω ξαναδεί. Να συναντήσω τον Travis να περπατά βρώμικος πάνω στις ράγες, να τον αναγνωρίσω από το κόκκινο καπέλο, να τον χαιρετίσω κι εκείνος να αδιαφορήσει. Να δω μακριά στο ορίζοντα δύο καβαλάρηδες, με τον Melquiades φορτωμένο στη ράχη του τρίτου αλόγου να προχωράνε αργά, ενώ δίπλα στο ανοιχτό μου παράθυρο θα οδηγεί την Kawassaki του ο Motorcycle Boy. Να ανταλλάξω δυο ασπρόμαυρες κουβέντες μαζί του εν κινήσει, αλλά να γκαζώσει και να απομακρυνθεί τη στιγμή ακριβώς που τον ρωτάω:...and the ocean man, how is the ocean? “. Κι ύστερα να κοιτάζω - χωρίς πολλές ελπίδες είναι αλήθεια- μήπως πετύχω τον Alberto και τον Ernesto πάνω στην παλιά Norton.

Να σταματάω όπου διψάσω και όλοι οι μπάρμαν να με ρωτάνε από πού έρχομαι. Να τους απαντάω ανάβοντας τσιγάρο κι εκείνοι με ένα “You must be thirsty να μου σερβίρουν μια αφρισμένη μπύρα σε ιδρωμένο ποτήρι. Κι εγώ να αφήνω τη μπάρα και να διαλέγω το μόνο πιασμένο τραπέζι, εκείνο που κάθεται ο Alvin έτοιμος να μου πει μια ιστορία από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στο επόμενο καφέ να γράφει απ` έξω η μισοσβησμένη ταμπέλα Bagdad και μέσα, να πέφτω στην καλύτερη στιγμή του show της Brenda και της Jasmin.

Τα βράδια θέλω να αράζω όπου νυχτώσει. Συνήθως σε άθλια motel με πινακίδες νέον που θα αναβοσβήνουν όλη τη νύχτα. Να με παίρνει ο ύπνος με το βλέμμα χαμένο στις αλα Barton Fink ταπετσαρίες που χάσκουν ξερνώντας την κόλα τους. Πάνω σε σεντόνια που ζέχνουν όλες τις νύχτες που προηγήθηκαν. Να ακούω από το διπλανό δωμάτιο πρώτα την τηλεόραση να παίζει, μετά το κρεβάτι να τρίζει, αγκομαχητά, ύστερα ένα καυγά, την πόρτα που χτυπά δυνατά. Μέσα στο ύπνο μου σκέφτομαι ότι δεν μπορεί παρά να είναι ο Mickey και η Mallory που τους πέτυχα το μεσημέρι αγκαλιασμένους σε μια γέφυρα. Τους έριξα μια φευγαλέα ματιά, όταν της πήρε ο αέρας το πέπλο από τα μαλλιά. Το διάφανο πανί έπεσε στο ποτάμι και παρασύρθηκε απο το ρεύμα λίγο πιο κάτω.



Το τελευταίο βράδυ, θέλω να μείνω σε ένα ωραίο δωμάτιο. Να φτάσω εκεί νωρίς το απόγευμα. Να μείνω μια ώρα ακίνητος κάτω από το νερό. Να στηρίζομαι πότε με τις παλάμες ανοιχτές πάνω στα πλακάκια και πότε από το σωλήνα της ντουζιέρας. Να φορέσω το τελευταίο μου καθαρό τζην. Να βάλω ένα ουίσκι με ένα πάγο. Να γυρίσω την πολυθρόνα προς το παράθυρο. Να βυθιστώ στις γρίλιες. Μέχρι να σκοτεινιάσει. Να δω καρέ- καρέ τη πρώτη σκηνή: Κορνάρω, τραβάς τις κουρτίνες, με βλεπεις να ακουμπάω πάνω στο αυτοκίνητο περιμένοντας, βγαίνεις ξυπόλυτη, κοντεύεις να πέσεις στα σκαλοπάτια, τρέχεις στο διάδρομο, διασχίζω το δρόμο, πηδάς πάνω μου, με φιλάς, σφίγγεις τη μέση μου με τα πόδια σου, έχει σηκωθεί το φόρεμά σου, πιάνω τα πόδια σου ζεστά, με φιλάς, τραβάω από το πρόσωπο τα μαλλιά σου, λάμπεις, με φιλάς, σε κρατάω και προχωράω αργά προς το σπίτι. Τότε μόνο προσέχεις το αυτοκίνητο, ανοίγεις διάπλατα τα μάτια και λες: Did you ride that thing all the way out here to see me? Καρέ -καρέ, η ίδια σκηνή πάλι και πάλι. Μέχρι να με πάρει ο ύπνος και να πέσει άδειο το ποτήρι από τα χέρια μου.

Την άλλη μέρα, θα ξεκινήσω πολύ νωρίς. Για τα τελευταία 49 μίλια μέχρι το σπίτι. Θα γυρίσω το κλειδί στη μηχανή θα λύσω το χειρόφρενο και θα αφήσω το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά απο το πάργκινγκ μέχρι το δρόμο. Θα είναι έρημος. Θα στρίψω το τιμόνι δεξιά. Θα πατήσω φρένο και θα ανάψω τσιγάρο. Θα καπνίσω το μισό χωρίς να ξεκινήσω. Θα περάσει ένα αυτοκίνητο. Στο πίσω κάθισμα, ένα παιδί που φοράει άσπρη μάσκα θα συνεχίζει να με κοιτάζει ενώ το αυτοκίνητο απομακρύνεται. Θα πετάξω έξω το τσιγάρο και θα κλείσω το παράθυρο. Ύστερα θα βάλω πρώτη και θα στρίψω αριστερά. Θα ξεκινήσω όλο το δρόμο πίσω, την ώρα που πολύ πιθανόν, θα βγαίνει από την πόρτα σου ένας τύπος με φανελάκι κουβαλώντας μια μεγάλη σκακούλα σκουπιδιών και θα πηγαίνει νυσταγμένα προς τον κάδο.

Μουσική: Feelin' Bad Blues, σύνθεση του Ry Cooder από το soundtrack της ταινίας Paris, Texas του Wim Wenders

Οι ταινίες, κατά σειρά εμφάνισης: Thelma and Louise, Paris, Texas,The Three Burials of Melquiades Estrada, Rumble Fish, Diarios de motocicleta, The Straight Story, Cafe Bagdad, Barton Fink, Natural born killers, O Brother, Where Art Thou? και A Perfect World.

Η φράση, “Did you ride that thing all the way out here to see me?” προέρχεται από την τελευταία σκηνή της ταινίας The Straight Story


Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Εν Σόφια...

.

Βουτιά για το σταυρό σε λίμνη στη Σόφια.

φωτογραφία: Stoyan Nenov


Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Ο χορός του Παύλου


Η γκαστρωμένη παγωνιά δε λέει να γεννήσει χιόνι.
Βροχή κι υγρασία, την άλλη μέρα ξέμπαρκη λιακάδα με δόντια, μετά πάλι βροχή. Με ομίχλη. Οι νύχτες ξάστερες να περονιάζουν τα λιγοστά τους κατοικίδια. Γκρίζος τόπος, ασάλευτος, εδώ στην εσχατιά, δοκιμασμένος. Κι οι άνθρωποι αδροί, ένα με το τοπίο.

Με μάτια ξένου κοιτάζω τον τόπο, μέχρι να βγουν οι πρώτες καυτές τσιγαρίδες από καζάνι, μέχρι η πρώτη γουλιά τσίπουρου να κατηφορίσει ανάβοντας τα σωθικά. Ύστερα αρχίζουν να παίζουν τα χάλκινα. Ένας σκοπός κι άλλος σκοπός, ξεχασμένοι, ξεπηδούν από τα σκοτάδια, τόσο οικείοι που σε κινούν στο ρυθμό τους δίχως να το καταλάβεις, δίπλα στους άλλους που μερόνυχτα τώρα γυρίζουν παρέες -παρέες στις γειτονιές. Να αποχαιρετήσουν τον παλιό χρόνο που φεύγει. Χορεύοντας. Να καλωσορίσουν τον καινούριο. Χορεύοντας. Να τα ξορκίσουν όλα με το χορό. Παλιά, τωρινά και μελλούμενα. Περιφερόμενοι θίασοι με έναν αόρατο Διόνυσο μπροστά να τον ακολουθούν πιστά, κλαρίνα, νταούλια κι χορευτές εκστατικοί. Σολάρει κλαίγοντας το κλαρίνο, Τι ήθελα και σ` αγαπούσα και δεν κάθομαν καλά..., συνεχίζουν με καημό οι φωνές “πήρα ζάλη στο κεφάλι δυο μαχαίρια στην καρδιά” και το νταούλι που αντηχεί στα ξεχασμένα στενά να γίνεται μετρονόμος των εντός ρυθμών.

Τίποτα δεν άλλαξε. Τα βασικά συστατικά, ίδια. Όλα, εκτός από το χιόνι που έντυνε παλιές πρωτοχρονιές. Ειδικά εκείνη που αρχειοθετήθηκε στη μνήμη όχι επίσημα με αριθμό σαν όλες τις άλλες, μα με τον τίτλο “ο χορός του Παύλου”.

Γυρίζαμε και τότε όπως τώρα, μέρες και νύχτες στη σειρά, άυπνοι, μούσκεμα στον ιδρώτα που άχνιζε στην παγωνιά, μούσκεμα και τα παπούτσια μας απ` το χιόνι που τσαλαβουτούσαμε χορεύοντας. Μούσκεμα στη ζωή που ανέτειλε μπροστά μας τα πάντα υποσχόμενη. Ένα μπουλούκι παλλόμενο στο χιονισμένο τοπίο. Στο κέντρο οι οργανοπαίκτες και γύρω τους εμείς. Όπως ακριβώς οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας.



Γύρισε ο χρόνος στο δρόμο. Στις έξι το πρωί πια είπαμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας για φαγητό και λίγο ύπνο. Να μαζέψουμε δυνάμεις, γιατί το γλέντι συνεχιζόταν όλη την πρώτη αλλά και τη δεύτερη μέρα του χρόνου. Άρχισε να ρίχνει πυκνό χιόνι πάνω στο ήδη στρωμένο. Σηκώσαμε τα κεφάλια ψηλά και δεν το χορταίναμε έτσι όπως το έφερνε η νύχτα πάνω στα αναψοκοκκινισμένα μας πρόσωπα. Με τη φωνή βραχνή, συνεχίσαμε απτόητοι “Ήθελα να `ρθω το βράδυ μ` έπιασε ψιλή βροχή...” όταν από το πουθενά ακούστηκε απάντηση από ένα κλαρίνο “Ας ερχόσουνα βρε ψεύτη κι ας γινόσουν παπί”. Ύστερα η μουσική σταμάτησε σαν να περίμενε από μας τη συνέχεια. Τη δώσαμε- “Είχα ρούχα να σ` αλλάξω πάπλωμα να σκεπαστείς”- προσπαθώντας ανάμεσα στις νυφάδες να ξεχωρίσουμε ποιός ήταν αυτή η σκιά που κατηφόριζε από το στενό και μας πλησίαζε στο σκοτάδι. Δεν τον αναγνωρίσαμε παρά μόνο όταν απάντησε κι αυτός με τη σειρά του το τελευταίο και πιο γλυκο “και κορμάκι να αγκαλιάσεις μέχρι να το βαρεθείς”. Ήταν ο μπαρμπα Νίκος, το πρώτο κλαρίνο, ο μύθος της περιοχής. “Άντε, να σας πάω μέχρι την πλατεία” πρότεινε μετά τις ευχές που ανταλλάξαμε.

Έπιασε τα ηπειρώτικα. Αργά, στιβαρά, όπως πρέπει, χωρίς εύκολα τσαλίμια. Περνούσε μαγικά απο τον ένα σκοπό στον άλλο, τους ζευγάρωνε περιπλέκοντάς τους με όλους τους δυνατούς τρόπους κι ύστερα τους ξεχώριζε πάλι ένα -ένα για να βάλει στην συνέχεια κι άλλους δίπλα στους πρώτους. Λουφάξαμε περπατώντας δίπλα του, άσπροι από το χιόνι. Πάνω στο κλαρίνο οι νιφάδες στεκόταν μια στιγμή κι ύστερα έλυωναν και κυλούσαν σταγόνες. Ύστερα πιάνοντας άλλους ρυθμούς πιο γρήγορους, αμυδρά οικείους, ξέφυγε από τα σύνορα παρασύροντάς μας σε ένα ανέλπιστο γύρο στα Βαλκάνια. Ο δικός μας Miles είπε σιγανά ο Παύλος που λίγες μέρες πριν μου είχε ετοιμάσει μια ενενηντάρα κασέτα, ρίχνοντάς με στα βαθιά του Davis.

Στην πλατεία δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Στην άκρη της μεσ` το σκοτάδι το λεωφορείο του ΚΤΕΛ χιονισμένο κι αυτό, με αναμμένη τη μηχανή και σβηστά φώτα. Στο τιμόνι ο πατέρας του Παύλου, περίμενε να πάει 6:30 για το πρώτο, χωρίς επιβάτες δρομολόγιο της χρονιάς. “Μπαρμπα Νίκο, Μήλο μου κόκκινο να χορέψουμε για τον πατέρα μου!”, έριξε ο Παύλος την παραγγελιά βάζοντας ένα διπλωμένο χαρτονόμισμα στη τσέπη του μουσικού. “Για τον πατέρα σου θα παίξω αυτό που μου ζητούσε συνέχεια όταν αγάπησε τη μάνα σου. Και θα το χορέψεις μόνος σου” είπε ο μουσικός με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση και του έδωσε πίσω το χαρτονόμισμα λέγοντάς του μαλακά αυτή τη φορά: “Κράτησέ τα παιδί μου. Μου έχει δώσει τόσα ο πατέρας σου που φτάνουν να παίζω τζάμπα όχι μόνο για σένα αλλά και για τα παιδιά σου. ”

Ο Παύλος στάθηκε μπροστά στο λεωφορείο κοιτάζοντας τον πατέρα του στα μάτια. Ύστερα, έβγαλε το παλτό του και το πέταξε σε μας που είχαμε μαζευτεί γύρω του. Ο μπαρμπα Νίκος σκούπισε προσεκτικά με το μαντήλι του το κλαρίνο, έριξε δυό τρεις δοκιμαστικές νότες στον αέρα κι ύστερα άρχισε να παίζει την κοντούλα λεμονιά.

Ο Παύλος, άφησε να φύγουν τα πρώτα μέτρα μέχρι να καταλάβει ο πατέρας του μέσα από τα κλειστά παράθυρα ποιο ήταν το τραγούδι κι όταν τον είδε να κάνει νεύμα στο μουσικό “μα που το θυμήθηκες μπαγάσα;” σήκωσε τα χέρια του κι άρχισε να χορεύει αργά, το δικό το σόλο. Τότε ο πατέρας του άναψε τους προβολείς κι έλαμψε το πουκάμισο του Παύλου μέσα στη νύχτα λευκό σαν τις νιφάδες που είχαν πυκνώσει.

Να ζήσεις χίλια χρόνια μάστορα!” φώναξε ο Παύλος στο τέλος κι ενώ το λεωφορείο έστριβε πια στον κεντρικό δρόμο. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν έπιασε εκείνη η ευχή του. Ο μπαρμπά Νίκος έφυγε λίγα χρόνια αργότερα στα εβδομήντα πέντε του αλλά τον ξεπροβόδησαν πενήντα κλαρίνα που μαζεύτηκαν εδώ από όλες τις γύρω περιοχές- περνώντας ακόμα και σύνορα - κι έκαναν τα μάρμαρα να τρέμουν την ώρα που τον κατέβαζαν στο χώμα.






Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Δυο Χιλιάδες Έντεκα

.

Happy New Year (αγγλικά)

Yeni iliniz mübarək (αζερμπαϊτζανικά)

Gëzuar Vitin e Ri (αλβανικά)

سنة جديدة سعيدة (αραβικά)

Shnorhavor Nor Tari (αρμένικα)

Chúc mừng năm mới (βιετναμέζικα)

Честита Нова Година (βουλγάρικα)

Joyeux Nouvel An (γαλλικά)

Glückliches neues Jahr (γερμανικά)

שנה טובה (εβραϊκά)

Καλή Χρονιά! (ελληνικά)

Head Uut Aastat (εσθονικά)

Akemashite omedetōgozaimasu (γιαπωνέζικα, φωνητική ανάγνωση)

Selamat Tahun Baru (ινδονησιακά)

Athbhliain faoi (ιρλανδικά)

Feliz Año Nuevo (ισπανικά)

Buon anno (ιταλικά)

Xīnnián kuàilè (κινέζικα, φωνητική ανάγνωση)

saehae bog manh-i (κορεάτικα, φωνητική ανάγνωση)

Sretna Nova godina (κροατικά)

Laimīgu Jauno gadu (λετονικά)

З Новым годам (λευκορωσικά)

Blwyddyn Newydd Dda (ουαλικά)

Boldog Új Évet (ουγγρικά)

Szczęśliwego Nowego Roku (πολωνικά)

Feliz Ano Novo (πορτογαλικά)

La mulţi ani (ρουμανικά)

С Новым годом (ρώσικα)

Срећна Нова Година (σερβικά)

Srečno novo leto (σλοβένικα)

Gott Nytt År (σουηδικά)

S̄wạs̄dī pī h̄ım̀ (ταϊλανδέζικα, φωνητική ανάγνωση)

Yeni Yılınız Kutlu Olsun (τούρκικα)

Onnellista uutta vuotta (φιλανδικά)

Nayā sāla mubāraka hō (χίντι, φωνητική ανάγνωση)

ο χάρτης του 1792 από εδώ

οι μεταφράσεις, ακόμα και των ελληνικών από εδώ

Μουσική (κλεμμένη) : St. Thomas, με το τρίο του Sonny Rollins Στοκχόλμη 1959