Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Το τηλεφώνημα


-"Καλησπέρα σας! Παρακαλώ, μπορώ να μιλήσω με τη Σοφία;"  Η φωνή, όπως και ο αριθμός στην οθόνη του τηλεφώνου, άγνωστη. Ηλικιωμένη  πάνω από ογδόντα ή ίσως νεότερη αλλά χρόνια καπνίστρια, σκέφτηκα. 

-"Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε καμία Σοφία εδώ" της είπα και μετά από μια μικρή, ανεπαίσθητη παύση, συμπλήρωσα περιπαικτικά: "Ούτε αγάπη, ούτε ελπίδα, μα ούτε και πίστη έχουμε". Γέλασε αυθόρμητα και αφού ζήτησε συγνώμη "που σας κάλεσα κατά λάθος" και πριν κλείσει, με συμβούλεψε, μισό αστεία- μισό σοβαρά: "Αν δεν έχετε πίστη και σοφία, δεν πειράζει. Όμως η αγάπη είναι απαραίτητη και πρέπει να την αναζητήσετε. Την δε ελπίδα ποτέ να μην τη χάνετε." 


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Το Χριστουγεννιάτικο Τραπέζι


Θεώνη! Τί κάνεις στο παράθυρο πάλι; Στη ρέμβη το έριξες τώρα που έπρεπε να βγάλεις φτερά στα πόδια σου; Σάλευε! Πρώτα στον μπουφέ· τα ασημένια μαχαιροπίρουνα θέλουν γυάλισμα με σόδα. Θέλω να βλέπω το πρόσωπό μου στα κουτάλια. Και ύστερα πιάσε να πλύνεις το καλό σερβίτσιο. Τι θα πει είναι καθαρό; Όχι κύριε, δε φωνάζω. Οδηγίες δίνω στη Θεώνη. Και τα κρυστάλλινα ποτήρια θέλουν φρεσκάρισμα. Το άσπρο τραπεζομάντιλο, κολλαριστό, θα στρωθεί αύριο και μεθαύριο, την παραμονή θα μπούνε τα σερβίτσια. Να εδώ, στην κορυφή, στη θέση του μακαρίτη, θα καθίσει ο θείος Χαρίλαος κι απέναντι ο κουνιάδος μου ο βουλευτής. Τρομάρα του. Εκατόν σαράντα στρέμματα έδωσε μπιρ παρά για να εκλεγεί. Τα είκοσι ποτιστικά. Μακριά οι δυο τους, γιατί θα αρπαχτούν πάλι για τα πολιτικά, χρονιάρες μέρες. Μπορώ να ξεχάσω τι έγινε τα Χριστούγεννα του `53; Όχι το `55 ήταν, γιατί εκείνη τη χρονιά είχαμε πάρει το πικ απ. Grundig, παρακαλώ. Εξαίρετος ήχος. Ακούγαμε “Λίγες καρδιές αγαπούνε, όταν ήρθαν στα χέρια. Είδαμε και πάθαμε να τους χωρίσουμε. Κι ότι είχαμε αρχίσει να χορεύουμε. “...οι πιο πολλές σε ξεχούνε, μόλις περάσει η βραδιά...” . Ω! Με συγχωρείτε κύριε, αλλά με το τραγούδι παρασύρομαι, δίκαιο έχετε, πιο σιγά...Μακριά λοιπόν! Μακριά για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Οι άλλοι θα βολευτούμε. Πέντε από τη μια μεριά, πέντε από την άλλη. Δώδεκα μόνο φέτος -ζωή να έχουμε- άνετα θα είμαστε. Να αγιάσει η ψυχή της μανούλας μου που διάλεξε αυτό το τραπέζι. “Μεγάλο κόρη μου” έλεγε και ξανάλεγε, “να χωράνε όλοι στις γιορτάδες”. Εγώ βλέπεις δεν το ήθελα τόσο μεγάλο γιατί...


Χτυπάνε Θεώνη! Κουφή είσαι και δεν ακούς; Τρέχα γρήγορα να ανοίξεις. Ο παραγιός του χασάπη θα είναι. Αλλά πρόσεξε: όχι πολλά πολλά μαζί του. Ξέρω πολύ καλά τι λέω εγώ. Σουσουράδα. Τον έχω δει που κόβει βόλτες συνέχεια έξω από το σπίτι. Σοβαρή -σοβαρή να του ανοίξεις και να δεις αν τα έφερε όλα. Κιμά -δυο οκάδες χοιρινό, μια οκά μοσχάρι, για τη γέμιση και τα γιαπράκια- τη γαλοπούλα και το κεφάλι με τα ποδαράκια για την πηχτή. Αν δεν είναι διπλοκομμένος ο κιμάς, να του πεις να τον πάρει πίσω και να τον περάσει δεύτερη φορά στη μηχανή. Ύστερα βάλε την κεφαλή του χοίρου στο νερό να λευκανθεί και να καψαλίσεις καλά το πουλερικό. Θεώνη στάσου!!! Να την προλάβω ήθελα κύριε, γι αυτό φώναξα, να της δώσω το πουρμπουάρ του παραγιού. Καλά, καλά αφού επιμένετε θα του τα δώσω ιδιοχείρως όταν περάσω να πληρώσω το χασάπη. Αλλά αφήστε με τώρα. Πρέπει να δω τη συνταγή του μπακλαβά γιατί δεν την ενθυμούμαι καλώς. Διπλή δόση θα κάνω φέτος. Να στείλω και μια πιατέλα στην εξαδέλφη μου. Πέντε χρόνια και το κρατάει ακόμα το πένθος. Υπόδειγμα συζύγου η Χαρίκλεια. Να ο Τσελεμεντές, τα γυαλιά μου όμως πού τα άφησα; Εγώ στα τρία ξεπένθησα, ήμουν βεβαίως πολύ νεότερη, α τα φοράω! Πνιγόμουν με τα μαύρα, το ευρετήριο είναι στο τέλος, αλλά δεν ξανάφτιαξα τη ζωή μου, ευρετήριο, ευρετήριο και μου έκαναν δύο προξενιά. Μ...μ... Μπακλάβας! Σελίδα 339. Ο ένας ήταν καλός. Άνθρωπος του κόσμου, εύχαρης θα έχανα όμως τη σύνταξη. Σελίδα 337, στην επόμενη. Να! Το βρήκα. “Διακόσια δράμια ψίχα αμυγδάλων”. Όχι, εγώ βάζω εκατό δράμια αμύγδαλα, εκατό καρύδια. Έτσι τού άρεσε του μακαρίτη. Έτσι τον έφτιαχνε η πεθερά μου δηλαδή κι έτσι είχε συνηθίσει. Ανάμεικτα. Ορίστε, το έχω σημειώσει εδώ, στο τέλος της συνταγής, εδώ που λέει: “Θέτομεν δε αυτόν να ψηθή εις μέτριο φούρνον επί μίαν και ημίσειαν ώρα”.


Όταν έρθει η Θεώνη, θα της πω να κοπανίσει και κανελλογαρύφαλλα, τριάντα δράμια για τη διπλή δόση. Να πιάσει μετά να καθαρίσει και τα κάστανα για τη γέμιση, να βγάλει τα κοτσάνια και να πλύνει τη σταφίδα. Όταν μπαίνω στην κουζίνα  θέλω όλα τα υλικά έτοιμα και τη σακοράφα, εκεί  για το ράψιμο της γαλοπούλας. Με την κλωστή περασμένη. Διπλή πάντα για να αντέχει. Αλλά το πιπέρι και το μπαχάρι θα το τρίψει εκείνη τη στιγμή, όχι πριν. Αλλιώς χάνουν τη μυρωδιά τους. Τι μυρίζει; Πω πω τι άσχημη μυρωδιά είναι αυτή; Να δεις που καψαλίζει τη γαλοπούλα στην κουζίνα. Η τσαπατσούλα! Θεώνη!!! Δεν της κόβει να βγει στην αυλή. Πρέπει να τη σταματήσω. Αφήστε με. Θα βρομίσει όλο το σπίτι και περιμένω κόσμο. Αφήστε με σας λέω. Θεώνη!!! Πού είσαι; Ορίστε κατάστασις! Άφησε την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή και τα κρέατα πάνω στο τραπέζι. Θεώνη!!! Δεν είναι. Έφυγε. Το έσκασε το παλιοθήλυκο με τον παραγιό του χασάπη. Το `ξερα. Αυτόν περίμενε στο παράθυρο. Αφήστε με! Μη με τραβάτε, χήρα γυναίκα! Αφήστε με! Αμάν! Μπήκε γάτα. Να την! Μα δεν τη βλέπετε; Διώξτε την! Θα πάει στα κρέατα! Ξουτ! Ξουτ! Παλιοθήλυκο κι εσύ. Θα μου τα μαγαρίσει! Αχ Θεώνη τί μού έκανες! Παλιόγατο, άστο κάτω το κεφάλι. Αφήστε με! Μη με κρατάτε. Τι είναι αυτό; Ένεση; Δεν θέλω ένεση. Δε θέλω να ηρεμήσω. Να κοιμηθώ; Γιατί να κοιμηθώ; Περιμένω κόσμο για το ρεβεγιόν. Έχω ετοιμασίες. Καταλαβαίνετε; Μη! Με πονάτε. Θα ενημερώσω τον κουνιάδο μου για τη συμπεριφορά σας. Είναι βουλευτής ξέρετε. Του κυβερνώντος κόμματος. Όχι κύριε, όχι. Μη μου κάνετε ένεση... Αααχ! Δεν πρέπει να κοιμηθώ γιατρέ. Έφυγε η Θεώνη, και... πρέπει να τα ετοιμάσω όλα μόνη μου... Με τον παραγιό του χασάπη... Έχω να μαγειρέ...




Σκηνικό: ευρύχωρο δωμάτιο κλινικής.
Ηλικιωμένη γυναίκα με νυχτικό, νοσοκόμος με άσπρη ρόμπα

Ο παραπάνω μονόλογος δημοσιεύτηκε το 2011
φωτογραφία -Χριστουγεννιάτικο δείπνο στον Λευκό Οίκο το 1952 επί Τρούμαν- από εδώ

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Ἐπί τῇ ὀνομαστικῇ τῶν ἑορτῇ


Αυτό το ποστ, μπορεί να μη φαίνεται αλλά κρύβει πολύ κόπο. Όλα τα ποστ δηλαδή έχουν κόπο, αλλά αυτό είχε περισσότερο. 

Μού πήρε πάνω ένα μήνα να το ετοιμάσω και στοίχισε γύρω στα 20 ευρώ. Χαλάλι του όμως. Το φχαριστήθηκα  με το παραπάνω. 

Η ιδέα κατέβηκε στα μέσα του Σεπτέμβρη όταν είδα δυο -τρεις ρίζες χρυσανθέμων που έχω εδώ και χρόνια να ετοιμάζονται για ανθοφορία. 

 Έκανα τότε τη σκέψη για ένα μεγάλο ποστ με χρυσάνθεμα, την ημέρα της ονομαστικής γιορτής τους.

Γιατί είναι από τα ελάχιστα λουλούδια που έχουν ονομαστική γιορτή καθώς σε πολλές περιοχές τα λένε και δημητράκια, ή αγιοδημητράκια. 
 
Το προσωνύμιο το απέκτησαν γιατί αυτές τις μέρες, στα τέλη του Οκτώβρη, είναι ανθοφόρα και μυρόβλητα, όπως κι ο ομώνυμος Άγιος.

Άρχισα λοιπόν εντατική περιποίηση των υπαρχόντων και συστηματική αναζήτηση νέων, σε φυτώρια, λαϊκές αγορές, πλανόδιους πωλητές αλλά και στην οδό Αθηνάς. 

Αγόραζα μόνο μικρά φυτά που στοιχίζουν γύρω στο 1,5 ευρώ κι αν τα φυτέψεις εγκαίρως είτε σε γλάστρα είτε σε χώμα, αναπτύσσονται γρήγορα.

Προσπάθησα να βρω όσα περισσότερα χρώματα και μεγέθη κυκλοφορούν στην αγορά. Σχεδόν όλα έχουν άνθη μικρά έως πολύ μικρά σε μέγεθος. 

Δυσκολεύτηκα να βρω μεγάλα και τα κατάφερα μόνο χθες, στη δεύτερη επίσκεψη στην οδό Αθηνάς. 

Τα μεγάλα κυριαρχούσαν παλιότερα. Θυμάμαι στη αυλή του πατρικού μου πολλά υψηλόκορμα δημητράκια, φυτεμένα στο χώμα. Σε απόλυτα αρμονική χρωματική σειρά.

 Δεν μύριζαν μόνο τα άνθη τους μα και τα κλαδιά και τα φύλλα τους. Χαρακτηριστικό άρωμα που έχει συνδεθεί με το φθινόπωρο αλλά και με την παιδική μου ηλικία. 
Τα χρυσάνθεμα του κήπου μας τα φρόντιζε ο πατέρας μου. Κοπριές, κλαδέματα και αραίωμα, τόσο στα ίδια τα φυτά τους -όσα έβγαζε τα χάριζε σε φίλους- όσο και στα  άνθη.  
 
Όταν στη κορυφή ενός κλαδιού υπήρχαν πέντε μπουμπούκια έκοβε τα δύο κι άφηνε μόνο τα τρία να μεγαλώσουν. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα άφηνε μόνο το ένα με αποτέλεσμα να γίνονται εντυπωσιακά μεγάλα.

Δεν ήταν καθόλου δημοκρατικός αυτός ο ανθοκομικός τρόπος και με στεναχωρούσε πολύ η διαδικασία του αραιώματος αλλά και μετά,  που έβλεπα αυτά που είχαν γλυτώσει και είχαν πάρει όλη τη δύναμη του φυτού σκεφτόμουν όλα τα άλλα που είχαν θυσιαστεί και δεν πρόλαβαν να ανθίσουν.
 
Καθώς τα παιδικά τραύματα σε ακολουθούν μια ζωή, δεν αραιώνω καθόλου τα χρυσάνθεμα. Σχολαστικά όμως κόβω κάθε μέρα τα άνθη που μαραίνονται ώστε να δώσω χώρο, στα νέα μπουμπούκια που αγωνίζονται να βγουν από το εσωτερικό του θάμνου στο φως και στον ήλιο.

Η καλοκαιρία του Οκτώβρη και η φροντίδα  βοήθησε τα νέα φυτά να αναπτυχθούν και να ανθίσουν – τα περισσότερα αγοράστηκαν με μισόκλειστα ακόμα τα μπουμπούκια τους, ώστε να εγκλιματιστούν πιο εύκολα.

Είχα αποφασίσει να τα φωτογραφήσω την παραμονή του Αγίου Δημητρίου και όχι νωρίτερα, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθούν πολύ από τις δυνατές μπόρες των τελευταίων ημερών.

Χθες, καθαρίστηκαν προσεκτικά από μαραμένα και κατεστραμμένα άνθη και ανάμεσα σε δυο βροχές, έγινε η φωτογράφηση. 
 
 Το φως που άλλαζε διαρκώς με δυσκόλεψε αλλά μετά, στην επεξεργασία των εικόνων κατάφερα σε μεγάλο βαθμό τα χρυσάνθεμα να έχουν, όσο ήταν δυνατόν, τα πραγματικά τους χρώματα. Μετά έπρεπε να μπουν οι εικόνες σε αρμονική χρωματική σειρά.


 Αυτό ήταν σχετικά εύκολο καθώς το είχα ήδη κάνει όταν τα φύτευα στην αυλή, άλλα σε γλάστρες, άλλα στο χώμα. Στην μια πλευρά είναι όλα των κόκκινων αποχρώσεων και στην άλλη των κίτρινων ή μάλλον των χρυσών που δικαιολογούν και το επίσημο, σύνθετο όνομα που τους έδωσε το 1753 ο σπουδαίος Σουηδός βοτανολόγος Κάρολος Λινναίος.


Τώρα που είναι έτοιμο το ποστ μετά από ένα μήνα και βάλε δουλειάς, αν και φυσάει και κάνει αρκετό κρύο, όσο έχει ακόμα φως, λέω να βγω στην αυλή για να ευχηθώ στα αγιοδημητράκια μου. Ἐπί τ νομαστικ τῶν ἑορτ


Στον Nas που αγαπάει τα χρυσάνθεμα
αλλά φέτος έχει μόνο ένα. 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Στο Πανηγύρι











Με αυτό, αυτό, αυτό κι άλλα πολλά. 

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Ανάσες



 Δυο κουβέντες στο τηλέφωνο εφ` όλης της ύλης. Από το τσουρούφλισμα της κρίσης στο πετσί μας μέχρι τη φωτιά στο Κίεβο. Δεν έχουμε μόνο τα δικά μας, μας βαραίνουν και των άλλων. Τσίκνα φρικτή από όπου και να το πιάσεις. Μα στο τέλος, πριν με πάρει από κάτω η αναφορά και μόνο των δεινών, είπε μια φράση και τα πήρε όλα και τα σάρωσε σαν τρελός βοριάς. Την έλεγε παλιά, ειδικά όταν την έκαιγαν ζητήματα καρδιάς· πάντα στο τέλος. “Σεκλέτι πολύ δε χρειάζεται. Λάβα πολλή, όχι”.


 Έβγαζε, έβγαζε χρήματα, λογαριασμούς, κάρτες. Στο ταμείο της τράπεζας. Μέχρι να τα βάλει σε μια σειρά άρχισε να τραγουδάει “μα τον λατρεύω και είναι το φως μου...”. Γυναίκα γύρω στα πενήντα, ψημένη. Ταλαιπωρημένη αλλά με τσαγανό. Μετρούσε, ξαναμετρούσε, δεν έφτασαν τα χρήματα για τον τελευταίο λογαριασμό. Μόνο για λίγο σκοτείνιασε, ύστερα μάζεψε χαρτιά και αποδείξεις, είπε ένα: “όταν μπορέσω” στον ταμία και φεύγοντας συνέχισε το τραγούδι. Μέχρι έξω στο δρόμο. “...γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου”


 Φωνή ηπειρώτικη ο μάγκας, τον άκουσα από τη στάση. Γύρισα κι είδα δυο στενά πιο κάτω, πρώτα την τσίκνα να βγαίνει από την αυτοσχέδια ψησταριά και κι έπειτα το μπουλούκι στο πεζοδρόμιο. Δυο κλαρίνα, μια τρομπέτα και ο τραγουδιστής με ντέφι. Γύρω τους ένας μικρός κύκλος στο τσακίρ κέφι· ένα πράγμα “να πεθάνει ο Χάρος” μέρα μεσημέρι. Τσικνοπέμπτης βέβαια. Πιασμένα χέρια, βήματα αργά, βαριά, στα τρία, οι του σπιτιού. Μα έπειτα κάλεσαν τρεις περαστικούς· και όπως του πρέπει, μεγάλωσε ο κύκλος.


Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Δυοχιλιαδεσδωδεκα

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Ένα άλογο στη Σταδίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς



Ύστερα έκανε δεξιά της Λαχαναγοράς και μπήκε σε κάτι σκοτεινά, έρημα δρομάκια. Τα πεζοδρόμια είτανε όλο λακκούβες, σπασμένες, φαγωμένες πλάκες. Πεζοδρόμια- παγίδες για το διαβάτη. Λοιπόν, καλύτερα όχι στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε στο χώμα -δεν είχε άσφαλτο εκεί, χωματόδρομοι- και πήγαινε με το πάσο του, δίχως καθόλου να βιάζεται. Και γιατί να βιαστεί; Δεν είχε κανένα πρόγραμμα, τίποτα συγκεκριμένο κείνη τη νύχτα – παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Το βήμα του τόπνιγε το μουσκεμένο απ` τη βροχή χώμα. Είχε βρέξει από νωρίς. Μια σύντομη αλλά πολύ δυνατή βροχή. Μόλις που είχε βραδυάσει, όταν ήρθε η μπόρα. Με τούτη τη ξαφνική μικροθύελλα η Αθήνα, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αναστατώθηκε. Πάλι καλά που δεν κράτησε πολύ το κακό, σε είκοσι λεπτά είχε αδειάσει κ` η τελευταία σταγόνα. Τότε ακριβώς, προς το τέλος της βροχής, άρχισε αυτήν τη δίχως σκοπό περιπλάνηση στους αθηναϊκούς δρόμους.

Είτανε σε πολύ καλή διάθεση, σε φόρμα. Μόνο που εκείνο το καπέλο του ερχότανε φαρδύ, φαρδύ και μεγάλο κι` ολοένα τού έπεφτε χαμηλά στο μέτωπο, τού μισοσκέπαζε τα μάτια. Στάθηκε κι έκανε να το ανασηκώσει λίγο...Το καπέλο όμως γλίστρησε και κύλησε στο χώμα, μεσ` στις λάσπες. Γύρισε και το κοίταξε έτσι που είχε βουλιάξει στα νερά. Έσκυψε μια στιγμή, τελικά το παράτησε και προχώρησε. Κάποιος περνούσε στο αντικρυνό πεζοδρόμιο, κάποιος που δε δυσκολευόταν να βαδίζει εκεί, παρ` όλες τις λακκούβες και τις σπασμένες φαγωμένες πλάκες. Τον άκουσε τον άγνωστο να λέει κάτι δυνατά, δεν ξεχώρισε αν του μιλούσε ή όχι, προχώρησε πιο γρήγορα τώρα.

Κρύωνε. Η νύχτα, ύστερ` από τη βροχή, είχε υγρασία και φύσαγε κιόλας ένας πεισματάρης βοριάς. Πήγαινε ολοένα και με ταχύτερο βήμα, σχεδόν τρέχοντας. Ζεστάθηκε κάπως. Στο βάθος ξεχώριζε πολλά φώτα. Με διάφορα χρώματα: κίτρινα πράσινα, μωβ...Κάπου εκεί τελείωναν οι σκοτεινοί, έρημοι δρόμοι. Έν` αυτοκίνητο πέρασε πλάι του, δεν τώχε νοιώσει καθώς έτρεχε. Πέρασε με μεγάλη ταχύτητα, αγγιχτά του. Κάτι του φωνάξανε από μέσα, γελάσανε. 

Στη δεύτερη γωνία είχε φως. Πλησίασε. Ένα συνοικιακό καφενεδάκι, λίγα τραπέζια με μάρμαρο και στο παράθυρο, κολλητά στο τζάμι, ένα κλουβί κ` ένα καναρίνι. Τα πουλιά τού δίνανε πάντα μιαν αλλοιώτικη συγκίνηση. Πλησίασε το παράθυρο, να περιεργαστεί το καναρίνι που μισοκοιμότανε. Ανέβασε στο πεζοδρόμιο τώνα πόδι, έπειτα ανέβασε και τ` άλλο. Και σχεδόν αμέσως ανέβασε και τ` άλλα δυο. Τότε είτανε που τού βάλανε τις φωνές: Ένα άλογο! Φώναζαν διάφοροι, που ξεπετάχτηκαν από το καφενείο κι από κάτι άλλα μαγαζιά. Τρέξτε να δείτε ένα άλογο! Δεν τρέξανε και πολλοί, δεν είτανε πολυσύχναστος ο δρόμος, άρχισε όμως να τρέχει αυτό, ξαφνιασμένο από τις φωνές και τα παραθυρόφυλλα, που ανοίγονταν τώνα ύστερα από τ` άλλο.

Τρέχοντας έτσι, μπήκε στην Πειραιώς και πίσω του άκουγε ολοένα φωνές και κλάξον. Δεν ήξερε γιατί όλ` αυτά και τί νόημα είχανε, κάτι πολύ δυνατό μέσα του τώκανε να τρέχει με όλη του τη δύναμη και με χίλια ζιγκ- ζακ να ξεφεύγει τ` αυτοκίνητα και να τρέχει, να τρέχει προς την Ομόνοια...Τα πολλά χρωματιστά φώτα, οι μεγάλες διαφημίσεις “νέον”, το ζαλίσανε κάπως. Όμως,  ούτε στιγμή δεν έκοψε το δρόμο του. Ούτε και το συντριβάνι της Ομόνοιας, παρ` όλο που είδε τα νερά και δίψαγε κ` ήθελε να σταθεί να πιει μια-δυο γουλιές.

Μπήκε τώρα στη Σταδίου κι` άρχισε να την ανεβαίνει με μια ανάσα.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Η είδηση διαδοθηκε από στόμα σε στόμα. Αναταράχτηκε το πλήθος, που είχε πήξει στα πεζοδρόμια, τ` αυτοκίνητα κορνάρανε συνέχεια...Από τις παρόδους χύνονταν κι` άλλοι περίεργοι στη Σταδίου, ούτε προεκλογική συγκέντρωση νάτανε. Φωνάζανε και χειρονομούσαν αναστατωμένοι οι χιλιάδες εορταστικοί διαβάτες, ασφυκτικά φορτωμένοι δώρα κ` έγνοιες- πολλές έγνοιες.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Πού να το υποψιαζότανε, όταν με τη βροχή φούσκωσε και λύθηκε το σκοινί που τώχε δεμένο τ` αφεντικό του έξω από τη Λαχαναγορά, πού να το υποψιαζόταν πως θα γινόταν θέαμα, κείνη τη νύχτα. Τώχε φέρει νωρίς τ` απόγευμα, απ` τα Μεσόγεια, τ` αφεντικό του και ξεπούλησε στα γρήγορα τα λάχανα που είχε φορτώσει. Ύστερα τ` αφεντικό του τούκανε μποναμά ένα καπέλο. Ένα φτηνό καπέλο. Γιατί τώρα τελευταία είχε γίνει πολύ ευαίσθητο στο κρύο. Με τις πρώτες ψύχρες συναχωνότανε αμέσως και φταρνιζότανε ολοένα. Του πήρε, λοιπόν, το καπέλο τ` αφεντικό του , τώδεσε σ` ένα στύλο του ηλεκτρικού και πήγε με κάτι παλιόφιλους για ποτήρι.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Ένα όραμα είτανε τούτο το απίθανο άλογο, που ανέβαινε τρέχοντας τη Σταδίου μεσ` τη νύχτα, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Άγνωστο από πού ερχότανε κι άγνωστο πού πήγαινε. Ένα όραμα ξεσηκωμένο απ` τα παιδικά χρόνια, που για τους πιο πολλούς είτανε μακρυά, πολύ μακρυά, τυλιγμένα σε σκόνη και ναφθαλίνη.
-Ένα άλογο στη Σταδίου
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
-Το 100! Να τηλεφωνήσουμε στο 100!
Και βρέθηκαν κάμποσοι πρόθυμοι να ειδοποιήσουν το 100 για τον απροσδόκητο παραβάτη της Τροχαίας. Γιατί, βέβαια, είτανε μια πολύ σοβαρή παράβαση αυτό το άλογο. Μια παράβαση στην καλά οργανωμένη και περιχαρακωμένη με νόμους και κανονισμούς καθημερινή ζωή. Μια παράβαση σε τούτη τη ζωή την πνιγμένη στα καυσαέρια και την πολλή λογική.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Στα μεγάλα καταστήματα της Σταδίου και στα μικρά καταστήματα της Σταδίου, καθώς το άλογο περνούσε αστραπή στην άσφαλτο, μετρούσαν χρήματα, χρήματα... Και στις τελευταίου τύπου ηλεκτροκίνητες αριθμομηχανές υπολογίζανε, υπολογίζανε...Για ένα δευτερόλεπτο σταμάτησα να μετράνε και να υπολογίζουν. Μονάχα για ένα δευτερόλεπτο.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και το άλογο ξέσκισε τον αέρα και τη σκηνοθεσία της Πρωτοχρονιάς. Βέβαια όλ` αυτά θα τελείωναν σε λίγο. Τα περιπολικά της Αμέσου Δράσεως θα το κυνηγούσαν, θα του έκαναν μπλόκο. Γιατί έπρεπε να φύγει απ` τη μέση, και μάλιστα το ταχύτερο, τούτο το άλογο που ήρθε να ταράξει τα νερά. Όχι δεν είχε καμία θέση έν άλογο σε μια τόσο κατάφωτη, τόσο πρωτοχρονιάτικη, τόσο λογική οδό Σταδίου.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και βιάζονταν όλοι να το ξεχάσουν το άλογο, να το διαγράψουν από τα μάτια τους και τις καρδιές τους. Κείνη την ώρα συνέβη και κάτι άλλο: κυκλοφόρησαν οι πρωτοχρονιάτικες εφημερίδες, με το μεγάλο τίτλο στην πρώτη σελίδα:
“ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ” και τους μεγάλους τίτλους στην τελευταία σελίδα. “ΤΟ ΝΟΤΙΟΝ ΒΙΕΤΝΑΜ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΕΙΡΗΝΗ”, “ΤΟ ΚΟΓΚΟ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΝΕΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ”, “ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌΝ ΕΙΣ ΝΕΟΝ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ” , “ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΗΞΑΝ ΕΤΟΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΠΕΘΑΝΟΝ ΕΚ ΠΕΙΝΗΣ”, “ΤΕΡΑΣΤΙΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΣΙΤΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΑΦΗΣΑΝ ΔΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΑΙ ΤΙΜΑΙ”

Στο μεταξύ, το άλογο πέρασε την πλατεία Κλαυθμώνος κι` ανέβαινε προς το Σύνταγμα. Τρέχοντας έτσι, δεν είχε βέβαια καιρό να προσέξει τις πελώριες ρεκλάμες του νέου σινεμασκόπ τριών διαστάσεων, που έπαιζε ο “Απόλλων”: “ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ”!



Το χρονογράφημα του Αντώνη Σαμαράκη με τίτλο: "Ένα άλογο στη Σταδίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς",  δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ στις 31 Δεκεμβρίου του 1964. Σαν σήμερα, πριν από 47 χρόνια. Το αντέγραψα από το Ανθολόγιο της Αθήνας, του Τάκη Δ. Ψαράκη, εκδόσεις Νέα Σύνορα  Α.Α. Λιβάνη

Στην εικόνα, η οδός Σταδίου το 1950 




Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

All that Christmas...


Έμαθα να γυρίζω το κουμπί. Από δω αρχίζει, από κει σταματάει. Αρχίζει- σταματάει. Από δω, το αρκουδάκι χτυπάει τα ...σαν πιάτα είναι, μα δεν ξέρω πώς τα λένε. Κάνουν μπαμ, μπαμ. Από εκεί, στέκεται ακίνητο. Όταν είναι ακίνητο, το δαγκώνω και γεμίζει το στόμα μου χνούδια. Μού φωνάζουν και... ξαφνικά σκοτάδι. Φοβάμαι. Γυρίζω κι αμέσως ανάβουν χρωματιστά φωτάκια. Μετά σβήνουν. Και μετά πάλι ανάβουν. Αφήνω το αρκουδάκι και σηκώνομαι. Κρατιέμαι από τα κάγκελα της κούνιας, προσπαθώ να τα καβαλήσω, να βγω από εκεί για να φτάσω στο δέντρο που αναβοσβήνει. Θέλω να το πιάσω. Θέλω να δαγκώσω τις μπάλες που γυαλίζουν. Τα κάγκελα είναι ψηλά. Δεν μπορώ. Βάζω τα κλάματα. Νομίζουν ότι πεινάω.

Πεινάω!” δηλώνω για πρώτη φορά στη ζωή μου αλλά η μαμά δε συγκινείται. Παίρνει την πιατέλα με τις τσιγαρίδες, και την κρύβει λέγοντας: “ Δεν κάνει να φας. Αύριο θα κοινωνήσεις”. Δεν έχω ξαναπάει νύχτα στην εκκλησία. Ο μπαμπάς με κουβαλάει στους ώμους. Έχει χιόνι. Πολύ χιόνι. Το ακούω που τρίζει στα βήματά τους. Ακούω και τις καμπάνες. Η μύτη μου έχει παγώσει. Μέσα είναι ζεστά. Μισοκλείνω τα μάτια από τη νύστα και το φως των κεριών χορεύει. Ακούω όμως προσεκτικά και πιάνω σκόρπιες λέξεις: Παρθένος, σπήλαιον, άγγελοι, Μάγοι, αστέρος, εγεννήθη, Θεός. Είναι ακριβώς όπως μας τα είπε η κυρία Ολυμπία στο σχολείο. Στον παπα- Πέτρο δε χρειάζεται να πω το όνομά μου. Εκείνος με βάφτισε και ενώ περιμένω μπροστά του με ανοιχτό το στόμα λέει: “Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού...”. Ούτε γάλα, ούτε κουλουράκια πλεξούδες θέλω μετά. Μόνο τσιγαρίδες να φάω και να βλέπω από το παράθυρο το χιόνι που πέφτει.


Πέφτει χιόνι από τη ώρα που φτάσαμε στην ταβέρνα του κυρίου Άλκη. Την κλείσαμε για τη τάξη μας. Μόνο εμείς. Θα φάμε και μετά θα πάμε στο μπαρ για χορό. Το πολύ όμως μέχρι τις τέσσερις. Μετά στο Λύκειο για να πάρουμε τη φάτνη και θα βγούμε για κάλαντα. Μέχρι το πρωί. Τρέχω με το κουτί· μεγάλο χάρτινο ντυμένο με άσπρη κόλα. Τρέχω μέσα στα χιόνια, πηδάω μάντρες για να κόψω δρόμο, ανεβαίνω σκαλιά, χτυπάω κουδούνια λέω “Χρόνια σας πολλά. Είμαστε τα παιδιά του Λυκείου”. Ανοίγουν νυσταγμένοι με τα νυχτικά τους. Ακούν τους άλλους που ψάλλουν στο σκοτάδι πίσω από τη φωτισμένη φάτνη και πέφτουν πενηντάρικα, κατοστάρικα και μερικές φορές πεντακοσάρικα και ένα χιλιάρικο. Πέφτουν κι ευχές για καλή πρόοδο, καλή επιτυχία στις εξετάσεις  και κεράσματα. Βιάζομαι, θέλω να χτυπήσω όσα περισσότερα κουδούνια γίνεται, θέλω το δικό μου κουτί να έχει τα περισσότερα. Για την εκδρομή μας στο τέλος της χρονιάς κι ας ξέρω ήδη ότι εγώ δεν θα πάω.


Αν θες να πας, μόνο όρθιος”. Κόβω φοιτητικό τελευταία στιγμή, βολεύω το σάκο με τα άπλυτα στη μπαγκαζιέρα και βολεύομαι στα σκαλιά της πίσω πόρτας του λεωφορείου. “Οκτώ ώρες είναι, θα περάσουν” σκέφτομαι μα καθώς χιονίζει ασταμάτητα τα χιλιόμετρα της εθνικής περνούν αργά κάτω από τις αλυσίδες. Χιόνι παντού, άδειος ο δρόμος, λευκός και μόνο το δικό μας τρελό λεωφορείο ανηφορίζει αργά, γεμάτο επιβάτες. Πονάνε τα μάτια βλέποντας τις νυφάδες να χτυπάνε στο τζάμι που έχει πιάσει πάγο απ` έξω κι από μέσα είναι θολό από τα χνώτα. Νύχτα παραμονής κι οι μεγαλύτεροι μουρμουρίζουν απελπισμένοι: “Δε θα φτάσουμε σπίτια μας. Χριστούγεννα στο δρόμο.” Φτάσαμε. Μετά από δεκαεννιά ώρες, λίγο πριν το μεσημέρι. Μπήκα και μύριζε άχνη, κούτσουρο που καίει και σαρμάδες. Μυρωδιά από Χριστούγεννα. Μυρωδιά σπιτιού. Οικογένειας.




Το οικογενειακό τραπέζι των Χριστουγέννων, στο σπίτι της θείας Ελευθερίας ίδιο όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ωραία στολισμένο πάντα, αφθονία και φαγητά με σταθερή γεύση. Οι συνδαιτυμόνες μόνο αλλάζουν. Μεγαλώνουν, παχαίνουν, γερνάνε κι ύστερα τη θέση που αφήνουν κενή την καταλαμβάνουν τα εγγόνια, που με τη σειρά τους κι αυτά, όπως οι γονείς τους πριν μερικά χρόνια θα υποστούν το ανελέητο τσίμπημα στο μάγουλο, τη δοκιμασία “πες τα κάλαντα να σε ακούσουν οι θείες”, τη χαρά με το γενναιόδωρο χαρτζιλίκωμα που ακολουθεί, την παρατήρηση που τους έφυγε ο μπακλαβάς από το πιάτο κι έκανε χάλια το καλό χαλί.

Καθισμένοι στο χαλί αφού δε φτάνουν οι καρέκλες για όλους μας, με το πιάτο στο χέρι και το ποτήρι στο πάτωμα. Κινέζικο αντί γαλοπούλας, καραβάκι αντί δέντρου, τζην αντί καλά ρούχα και χριστουγεννιάτικη μουσική από όλο τον κόσμο. Γιατί όλος ο κόσμος είναι μαζεμένος. Η Yoko, που και τα ελληνικά της και τα αγγλικά της ακουγόταν σα γιαπωνέζικα, ο Guido που ήρθε όπως πάντα καθυστερημένος με δυο μπουκάλια ιταλική grapa, ο Alex που έφτασε λίγες ώρες πριν από τη ΝΥ με τα πιο αστεία κι άχρηστα δώρα κι ο Χεσάμ που παιδεύεται στην κουζίνα να ανάψει τον ναργιλέ που του έστειλαν οι δικοί του από την Αίγυπτο για το Μπαϊράμι. Ο Θάνος σηκώνει το τηλέφωνο κι είναι ο Sveta από το Βελιγράδι - μας θυμήθηκε κι ο παλιοημερολογίτης φίλος μας - μετά από λίγο μας παίρνει κι η Krista από την Φινλανδία. Η Λήδα επιμένει και φέτος να πλύνει τα πιάτα κι σπάει ένα από την έκπληξη τη στιγμή που ο Μπάμπης κι η Κατερίνα  ανακοινώνουν ότι παντρεύονται. Η Δάφνη βγάζει τα γλυκά και σερβίρει ενώ ο Γιάννης ετοιμάζει καφέδες. Η Μαρίνα, λέει στον Ααρών ότι δεν έχει δώρο γι εκείνον επειδή είναι Εβραίος κι αυτός το πιστεύει. Αλλά έχει δώρα για όλους και ξέρουμε πως το καλύτερο από όλα είναι ότι είμαστε μαζί κι αυτά τα Χριστούγεννα.




Μόνος με πυρετό στο σπίτι. Το θερμόμετρο φλερτάρει επικίνδυνα με το 39 ενώ τα μηνύματα έρχονται βροχή: “Να πάρεις 5 ασπιρίνες και να έρθεις αμέσως! Είμαστε στο...”. Πάρτι παντού, τραπέζια, συγκεντρώσεις. Ένα μήνα πριν απολύθηκα από τη δουλειά, δυο βδομάδες πριν χώρισα και είμαι άρρωστος. Δεν μπορώ, δε θέλω να δω κανέναν. Θέλω να μείνω μόνος στο σπίτι Χριστούγεννα για να δω πώς είναι. Καθόλου άσχημα. Βράζω τραχανά. Ψωμί δεν έχω. Μόνο κάτι παξιμάδια κι ευτυχώς φέτα. Τρώω παρέα με την οικογένεια Ekdahlska. Η σκηνή (στα 4.30 του λινκ) που τραγουδάνε και χορεύουν όλοι μαζί διασχίζοντας το απίστευτο σπίτι, με πρώτη τη γιαγιά Helena, είναι συναρπαστική. Τη βλέπω δέκα φορές και την ενδέκατη αρχίζω να τραγουδάω μαζί τους τσάτρα πάτρα σουηδικά. Ύστερα με τρελό κέφι πίνω δυο ασπιρίνες υψώνοντας το ποτήρι με το νερό και λέω εννοώντας το απόλυτα: “Στην υγειά μου!”.





Στην υγειά μας μωρό μου”, με το μπαμ του φελλού που εκτοξεύτηκε στο ποτάμι και χάθηκε στα νερά.  Σαμπάνια της πλάκας από ένα μαγαζί στην Αριδαία, τελευταία στιγμή πριν κλείσει. Η λίμνη είχε πια αδειάσει. Νύχτωσε για τα καλά.  Πήγαν οι άνθρωποι να γιορτάσουν. Μόλις έφυγε κι ο τελευταίος βγάλαμε τα μαγιό και τα αφήσαμε στη σιδερένια σκάλα. Ανοίξαμε τη σαμπάνια, πρωτόπλαστοι κάτω από τον μικρό καταρράχτη μέσα στους ατμούς. Την κατεβάσαμε χωρίς ποτήρια, γουλιά -γουλιά  στόμα με στόμα και μείναμε έτσι για ώρες μέσα στο ζεστό νερό κοιτάζοντας τον ουρανό. Με τέτοιο βαρύ έρωτα και το πιο μικρό αστέρι μοιάζει υπέρλαμπρο. Για αυτό όταν μου είπες: “Τα καλύτερα Χριστούγεννα φέτος...” σε πίστεψα και συμφώνησα αμέσως.



Για τα φετινά Χριστούγεννα,
καλά να είμαστε, εδώ να `μαστε
και θα σου πω μια άλλη χρονιά.



Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Δυο Χιλιάδες Έντεκα

.

Happy New Year (αγγλικά)

Yeni iliniz mübarək (αζερμπαϊτζανικά)

Gëzuar Vitin e Ri (αλβανικά)

سنة جديدة سعيدة (αραβικά)

Shnorhavor Nor Tari (αρμένικα)

Chúc mừng năm mới (βιετναμέζικα)

Честита Нова Година (βουλγάρικα)

Joyeux Nouvel An (γαλλικά)

Glückliches neues Jahr (γερμανικά)

שנה טובה (εβραϊκά)

Καλή Χρονιά! (ελληνικά)

Head Uut Aastat (εσθονικά)

Akemashite omedetōgozaimasu (γιαπωνέζικα, φωνητική ανάγνωση)

Selamat Tahun Baru (ινδονησιακά)

Athbhliain faoi (ιρλανδικά)

Feliz Año Nuevo (ισπανικά)

Buon anno (ιταλικά)

Xīnnián kuàilè (κινέζικα, φωνητική ανάγνωση)

saehae bog manh-i (κορεάτικα, φωνητική ανάγνωση)

Sretna Nova godina (κροατικά)

Laimīgu Jauno gadu (λετονικά)

З Новым годам (λευκορωσικά)

Blwyddyn Newydd Dda (ουαλικά)

Boldog Új Évet (ουγγρικά)

Szczęśliwego Nowego Roku (πολωνικά)

Feliz Ano Novo (πορτογαλικά)

La mulţi ani (ρουμανικά)

С Новым годом (ρώσικα)

Срећна Нова Година (σερβικά)

Srečno novo leto (σλοβένικα)

Gott Nytt År (σουηδικά)

S̄wạs̄dī pī h̄ım̀ (ταϊλανδέζικα, φωνητική ανάγνωση)

Yeni Yılınız Kutlu Olsun (τούρκικα)

Onnellista uutta vuotta (φιλανδικά)

Nayā sāla mubāraka hō (χίντι, φωνητική ανάγνωση)

ο χάρτης του 1792 από εδώ

οι μεταφράσεις, ακόμα και των ελληνικών από εδώ

Μουσική (κλεμμένη) : St. Thomas, με το τρίο του Sonny Rollins Στοκχόλμη 1959