Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales 11. Επίλογος

 Στέκομαι σήμερα στο μώλο και προσπαθώ μάταια να υπολογίσω πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνη τη μέρα ενός Αυγούστου που φαντάζει πια αρχαίος. Τότε που νόμιζα ότι είχαν έρθει να με συλλάβουν ο Μανούσος, η Σαπφώ κι ο Νομάρχης, επειδή κολυμπούσα γυμνός. Σεπτέμβρης στο τέλος του κι η θάλασσα, λίμνη ακύμαντη να απλώνεται από δω ως το αντικρινό νησί κι ακόμα πιο πέρα. Ιλαρή γαλήνη, που σου επιτρέπει να ακούς και τον παραμικρό ήχο: τα τρελόπουλα που φτερουγίζουν τιτιβίζοντας πίσω στην πλαγιά και τους γλάρους που πετούν και κρώζουν από τη μεριά της θάλασσας.

 Ζέστη και σήμερα όπως τότε. Το καλοκαίρι παίζει στην παράταση και για την ώρα κερδίζει κατά κράτος το φθινόπωρο. Κι εγώ είμαι πάλι (και ακόμα) εδώ: στο μώλο, χωρίς βιβλίο, μιας και το μόνο που θα ήθελα να ξαναδιάβαζα αυτές τις μέρες, δεν το έχω φέρει μαζί μου. Με ένα σημειωμάταριο όπου γράφω μέρες τώρα σκόρπιες φράσεις για τον επίλογο αυτής της ιστορίας που δεν ξέρει πώς να τελειώσει, μιας και τα καλοκαίρια που πέρασαν, μπερδεύονται γλυκά μεταξύ τους. Τα γεγονότα, οι μικρές ιστορίες, όλα, ένα κουβάρι μπλεγμένο. Μόνο ο τόπος ο ίδιος. Ή σχεδόν ίδιος.

 Ο μώλος δεν έγινε μαρίνα. Στέκει πάνω στα βράχια, φαγωμένος από κύμα και καιρό. Ακριβώς από κάτω, το θαλάμι του Βρασίδα με τα χρόνια έχει γίνει σωστή σπηλιά και έχει πια αλλάξει ενοίκους. Πίσω στην πλαγιά με τις βροχές που έφεραν οι τελευταίοι χειμώνες, έχουν φουντώσει μερικά πευκάκια. Τα βλέπω γερμένα προς το Νότο -φυτικές πυξίδες του τόπου, μα μόνο για εξασκημένα βλέμματα. Καμία τεράστια ξενοδοχειακή μονάδα δεν αλλοιώσε το τοπίο. Μόνο το χωριό γέμισε δωμάτια που γεμίζουν κάθε καλοκαίρι κάνοντας το Νησί να βουλιάζει και τους κατοίκους να τρέχουν πανικόβλητοι και να μην προλαβαίνουν.

 Η παραλία, η ωραιότερη του Νησιού, δε διαθέτει ούτε μπαράκι με μοχίτο και χιτάκια, ούτε ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες σε στρατιωτική στοίχιση. Από το μώλο βλέπω τους λιγοστούς όψιμους παραθεριστές να απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στην άμμο αυτές τις μέρες σαν ανέλπιστο δώρο, πριν επιστρέψουν, οι ξένοι στις χώρες τους κι οι Έλληνες στα ζόρικα που προσωρινά άφησαν πίσω τους.

 Όλοι σχεδόν είναι γυμνοί. Η Σαπφώ δεν τα κατάφερε τελικά, ούτε να μας διώξει, ούτε να μας ντύσει. Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, όπως μάθαμε, έγινε ευρεία σύσκεψη στο χωριό. Όσοι είχαν ταβέρνες και δωμάτια ανέκοψαν την ορμή του κοινοτάρχη, έχοντας πάρει σαφή μηνύματα από τους πελάτες τους. Τη χαριστική βολή ωστόσο έδωσε ο παπά Στάθης όταν μπροστά σε όλους, είπε έξαλλος στη Σαπφώ: “Δεν μπορείς να διαφημίζεις το Νησί σαν παράδεισο και τη ίδια στιγμή να προσπαθείς να εκδιώξεις τους πρωτόπλαστους από εδώ.”

 Η Σαπφώ στις επόμενες εκλογές δεν εκλέχτηκε κι επέστρεψε πικραμένος στο ψάρεμα. Τελευταία όποτε τον συναντώ, από μακριά σηκώνει το αριστερό του χέρι και με χαιρετάει. Μια- δυο φορές μάλιστα που βρεθήκαμε στο καφενείο του χωριού επέμενε να με κεράσει. Έχει γκριζάρει για τα καλά και όσο πάει μοιάζει περισσότερο με το μακαρίτη τον Ομάρ Σαρίφ. Δεν του κρατάμε κακία για τα παλιά, ούτε τον λέμε πια Σαπφώ. Ο χρόνος έσβησε τις εντάσεις. Αλλά ακόμα και τότε, κοινωνοί της ομορφιάς αυτού του τόπου, η ψυχή μας ούτε για μια στιγμή δεν έστρεξε να σκεφτεί κακό για αυτόν. Έτσι -άλλος λίγο, άλλος πολύ- όλοι στεναχωρηθήκαμε όταν μάθαμε ότι έχασε το δεξί του χέρι. Αυτό το χέρι που μας κουνούσε τότε απειλητικά φωνάζοντας: “Σόδομα και Γόμορα!”, στριφογύρισε αποκομμένο στον αέρα μέσα στη λάμψη ενός δυναμίτη που έσκασε πριν την ώρα του και ύστερα χάθηκε στη θάλασσα. Κι ο Ομάρ, το θηρίο, ίδιος ο προ πάππους του ο πειρατής, αιμορραγώντας ποτάμια κατάφερε σφίγγοντας τα δόντια να οδηγήσει το καΐκι με το ζερβό από τα ανοιχτά μέχρι το λιμάνι.

 Ο Μανούσος έμεινε μερικά χρόνια ακόμα κι ύστερα πήρε μετάθεση για τη Λεβεντογέννα. Το Νησί όμως δεν το ξεχνάει. Σχεδόν κάθε χρόνο, θα περάσει λίγες μέρες εδώ με την οικογένειά του. Η κυρά του μια όμορφη κρητικιά, έξω καρδιά, τσαούσα, έδεσε μια χαρά με τον μαζεμένο Μανούσο. Τα κοπέλια του όμως καθόλου δεν του μοιάζουν. “Ρε συ, δεν είναι δικά σου παιδιά αυτά!” του λέω κάθε φορά που τα βλέπουμε να ξανοίγονται δελφινάκια σωστά στη θάλασσα ενώ αυτός τα κοιτάζει με την αγωνία του γονιού και με το φόβο του ανθρώπου που συνεχίζει πηγαίνει μόνο μέχρι εκεί που πατώνει. “Κουζουλέ Ρασκόλνικοβ...” απαντάει σταθερά εκείνος όταν τον πειράζω από τότε που του χάρισα και διάβασε μονορούφι το “Έγκλημα και Τιμωρία” στη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου.

 Τις προάλλες, στις 17 του μήνα γιόρταζε η Σοφία. Αγόρασα από το φούρνο κουλουράκια βανίλιας που της αρέσουν κι πήρα το μονοπάτι για το κονάκι τους. Πριν μερικά χρόνια πήραν ένα μικρό κομμάτι γης έξω από το χωριό με ένα ρημάδι, ψηλά, στην πάνω του πλευρά. Παλιά στάνη πετρόκτιστη, ένα ερείπιο που αρνιόταν σθεναρά να καταρρεύσει. Το επισκεύασαν με μεράκι και το μετέτρεψαν σε μόνιμο σπιτικό “για τα γεράματά” τους. Τώρα πια δεν μού φαίνονται τόσο μεγάλοι όσο μού φαινόταν όταν τους πρωτογνώρισα. Κι ας έχουν ασπρίσει εντελώς κι οι δυο τους. Κι ας συνεχίζει, η Σοφία τουλάχιστον να με φωνάζει “Μικρέ!”.

 Ανηφορίζοντας το μονοπάτι που φτάνει στο κτήμα τους, καθώς πλησιάζω, χωρίς να το καταλάβω πάντα αρχίζω να σφυρίζω. Μάλλον το κάνω γιατί φοβάμαι ότι μπορεί και πάλι να βρεθώ σε δύσκολη θέση. Κατά βάθος είμαι βέβαιος: αυτοί οι δύο εφευρίσκοντας τρόπους κι ανακαλύπτοντας δρόμους, συνεχίζουν να σμίγουν ακάθεκτοι. Και το λέω έχοντας αδιάσιστα στοιχεία: δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασα και στο βλέμμα τους διέκρινα ξεκάθαρα εκείνη την παλιά μπουνάτσα που είχα προσέξει τη στιγμή που με βοηθούσαν να ανέβω τη σκάλα στο μικρό ταχύπλοο.

 Μα κι αυτό να μην πρόσεχα, πρέπει να είσαι τυφλός για να μη δεις ότι σχεδόν δεν απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον. Σαν να πονάνε τα κορμιά τους όχι από τα χρόνια που τους βαραίνουν πια, αλλά από την απόσταση που μπορεί να τους χωρίσει, έστω και για μια στιγμή. Μπαίνει ο Γιάννης στο σπίτι να φέρει κι άλλα μεζεδάκια κι τον ακολουθεί αμέσως η Σοφία με κάποια αστεία δικαιολογία. Και κάποια στιγμή, αργά το βράδυ, όταν πια σταματάμε να μιλάμε και κοιτάζουμε πλήρεις το θαύμα άλλης μιας νύχτας χωρίς φεγγάρι που απλώνεται μπροστά μας, μ` αφήνουν μόνο στο τραπέζι και αράζουν δίπλα στην στενή πεζούλα. Κι ύστερα από λίγο θα δεις τη Σοφία να γέρνει στον ώμο του και το Γιάννη να ακουμπάει το ένα χέρι του στον μηρό της και με το άλλο να την αγκαλιάζει, τάχα γιατί έβαλε ψύχρα.


 Δυο σιαμαία γεροντάκια, μα πάντα με εφηβική διάθεση. Έτοιμοι να σου προσφέρουν και πάλι όχι μόνο εκείνο τον αρωματικό καφέ μα κι όλα τα καλά από το μικρό περιβόλι τους. Και το πιο σημαντικό: ατέλειωτες ιστορίες, παλιές μα και καινούριες, του φετινού καλοκαιριού που τελείωσε κι εμείς επιμένουμε εδώ να κρατάμε τα ξέφτια του. Τόσες πολλές, που με κάνουν να πιστεύω ότι επίλογος σε αυτήν εδώ την ιστορία με τίτλο summer`s tales είναι σχεδόν αδύνατον να γραφτεί. 



6 σχόλια:

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Ωραίος και ο επίλογος... Μένει μόνο μια εκκρεμότητα, μια λαχτάρα που γεννιέται στην ψυχή του αναγνώστη: Ο νόστος του παραδείσου. Πού θα πάει, μια μέρα θα βρεθούμε εκεί, αναζητώντας τον.

scarlett είπε...

Περίμενα κάθε φορά τη συνέχεια....
Εξαιρετική αφήγηση !

γρηγόρης στ. είπε...

Τα "ξέφτια" καμιά φορά είναι το καλύτερο υφάδι.

Τσαλαπετεινός είπε...

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα: Σαν την Ιθάκη κι ο Παράδεισος. Τώρα είμαστε ακόμα στη Σκύλα και στη Χάρυβδη-οπότε έχουμε δρόμο και καιρό μπροστά μας...

Τσαλαπετεινός είπε...

scarlett: Να δεις εγώ πώς την περίμενα!

Να σαι καλά!
Καλό μήνα!

Τσαλαπετεινός είπε...

γρηγόρης στ. : Αν σκεφτεί κανείς τις κουρελούδες, σίγουρα ναι!

;-)