Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 7. Το κάδρο της μισάνοιχτης πόρτας




 Το κατάστρωμα ήταν άδειο. “Προφανώς κοιμούνται ακόμα”, σκέφτηκα, μα αμέσως πρόσεξα από την μισάνοιχτη πόρτα της καμπίνας κάποια απροσδιόριστη κίνηση. Στην αρχή, μόλις που τη διέκρινα στο ημίφως του εσωτερικού. Ύστερα, κι ενώ παρέμενε απροσδιόριστη, παρατήρησα ότι είχε την πλαστικότητα που χαρακτηρίζει την κίνηση των πλασμάτων του νερού. Ήταν περιοδική, χωρίς όμως κανένα μέρος της να είναι όμοιο με το προηγούμενο ή το επόμενο. Ο ρυθμός της, που είχε την αρμονία ενός φυσικού φαινομένου, άλλαζε διαρκώς: μια ήταν πολύ αργός κι ύστερα επιταχύνονταν, γινόταν έντονος για λίγο και έπειτα σταδιακά έπεφτε και γινόταν πάλι χαμηλός, σχεδόν ανεπαίσθητος. 

 Τότε κατάλαβα ότι  η κίνηση στο εσωτερικό ήταν που προκαλούσε το χαριτωμένο λίκνισμα του μικρού ταχύπλοου πάνω στην ασάλευτη επιφάνεια του νερού, που είχα παρατηρήσει πλησιάζοντας. Αυτή ήταν η πρώτη έκπληξη. Η δεύτερη και μεγαλύτερη είχε να κάνει με το ίδιο το γεγονός. Στην τρελή αφέλεια της πρώτης νιότης, πίστευα ακράδαντα -όπως άλλωστε και οι περισσότεροι συνομήλικοί μου- πως στα πενήντα οι άνθρωποι είναι πολύ μεγάλοι πια κι έχουν προ πολλού σταματήσει να κάνουν έρωτα. Κι αν ελάχιστοι από αυτούς συνεχίζουν, το κάνουν με ένα τρόπο μίζερο κι αδιάφορο. Χωρίς πάθος. Σύντομα, διεκπεραιωτικά και μάλλον θλιβερά. Η σκηνή όμως που ακούσια παρακολουθούσα, όρθιος στη σκάλα του ταχύπλοου, ερχόταν να ανατρέψει τη βεβαιότητά μου με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο.

 Μέσα από το περιορισμένο κάδρο της μισάνοιχτης πόρτας, τα δυο σώματα, της καπετάνισσας και του συντρόφου της, φαινόταν μπλεγμένα με ένα τρόπο μαγικό· οι καμπύλες συναντούσαν απαλά τα κοίλα και εφάρμοζαν απόλυτα, δεμένα με άκρα πλοκάμια αχόρταγα. Κι ύστερα το ένα σώμα χάνονταν μέσα στο άλλο· εἰς σάρκα μίαν και μοναδική. Και σαν η βύθιση να τους έφερνε αντιμέτωπους με τον ίλιγγο του απύθμενου, αναδυόταν κι απομακρύνονταν ελάχιστα, χωρίς όμως να αποχωρίζονται εντελώς. Αλλά αυτή η μικρή απομάκρυνση αποδεικνύονταν τόσο δυσβάσταχτη κι η νοσταλγία της αβύσσου που άρχιζε στο κέντρο του άλλου, γινόταν τόσο βασανιστική που και πάλι το ένα σώμα βυθίζονταν  μέσα στο άλλο. Ξανά και ξανά. Αργά. Χωρίς καμία βιασύνη. ΄

 Ένας μελωμένος έρωτας, δοξαστικός κι απόλυτος χωρίς άγρια ή ανυπόμονη διεκδίκηση ηδονής· γι αυτό και πέρα από κάθε όριο ηδονικός. Και δεν ήταν το μισοσκόταδο που με εμπόδιζε να δω ξεκάθαρα την αναπόφευκτη φθορά των σωμάτων. Ακόμα και κάτω από το άπλετο φως του κυκλαδίτικου καλοκαιριού δε θα παρατηρούσα το στεγνό δέρμα, τις ρυτίδες, τα πεσμένα στήθη, τους χαλαρούς μυς, τις ουλές και σημάδια ζωής μισού αιώνα πάνω στο κάθε σώμα· ακόμα και τότε, υπό το ανελέητο φως η ομορφιά του λαγαρού  λαγγεύματος, η αρμονία της ανυπόκριτης λαγνείας, θα επικρατούσε.

 Ντρεπόμουν αφόρητα γι αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα -ούτε δέκα  δεν πρέπει να ήταν- που η ανάγκη με έκανε θεατή του θαύματος.  Ακόμα, φοβόμουν  ότι θα με έπαιρναν είδηση να παίρνω μάτι, ενεός μεν αλλά να παίρνω μάτι -γιατί τί άλλο ήταν αυτό που έκανα; Ένιωθα ότι έπρεπε να εξαφανιστώ αμέσως, να ανοίξει η θάλασσα και να με καταπιεί και να τους αφήσω ήσυχους. Μα ήταν τόσο μοναδικό αυτό που έβλεπα -για πρώτη και μάλλον για τελευταία φορά στη ζωή μου- που τα μάτια μου δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τη σκηνή που όριζε το κάδρο της μισάνοιχτης πόρτας. Ήθελα να μείνω εκεί, στη σκάλα του σκάφους για να παρακολουθήσω το ιδανικό τους σμίξιμο μέχρι το τέλος. Μέχρι το τελικό σπάραγμα της ολοκλήρωσης. Για να δω ύστερα πώς αυτό το ακατάλυτο σύνολο θα γινόταν πάλι δύο σώματα ξεχωριστά που ξέπνοα κι ιδρωμένα θα άραζαν δίπλα -δίπλα στη στενή κουκέτα της καμπίνας.

 Τελικά η ντροπή υπερίσχυσε· μού λύγισε τα γόνατα, άνοιξε και τα...(συνεχίζεται)


Εικόνα: Σκίτσο του Picasso με τίτλο Πάλη ανάμεσα στον Τηρέα και τη γυναικαδέλφη του Φιλομήλα. (1930)

6 σχόλια:

FLORA GIA είπε...

Στα 50 μπορεί να μην υπάρχει ποσότητα αλλά υπερισχύει η ποιότητα...

Τσαλαπετεινός είπε...

FLORA GIA: Το δεύτερο, το είδα με τα μάτια μου!

;-)

ippoliti_ippoliti είπε...

δεν έχω διαβάσει ωραιότερη αφήγηση για τον έρωτα.
Ερώτηση: επειδή πάλι με στέλνεις να ψάχνω στα λεξικά άγνωστες μου λέξεις, το ουσιαστικό του λαγγεύω (σήμερα βρήκα και το ρήμα) ποιό είναι; λάγγεμα ή λάγγευμα που κατάλαβα εγώ;
καλό υπόλοιπο ταξιδευτή

Ανώνυμος είπε...

Σαν παιδί που το καληνυχτούν μ'ενα
φιλί

Αύριο η συνέχεια (ή μεθαύριο?)

και πρέπει να κοιμηθεί
Χωρίς γκρίνια

Για ν' ακούσει το τέλος της ιστορίας.

Αλλιώς

Ποινή!

Πάλι...

Τσαλαπετεινός είπε...

ippoliti_ippoliti: ;-)


υ.γ. Νομίζω ότι είναι σωστά και τα δύο. Αλλά για να είμαστε σίγουροι, θα πρέπει να ρωτήσουμε τον Σαραντάκο.

Τσαλαπετεινός είπε...

Ανώνυμος: Προχωράει η ιστορία, αργά αλλά σιγά σιγά φτάνουμε προς το τέλος. Καλοκαιρινές ιστορίες που κράτησαν ως το φθινόπωρο. Υπομονή...