Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 9. On board


 Παραδόξως, η φράση μου δεν προκάλεσε ούτε ένα χαμόγελο στους αποδέκτες της -γεγονός που με έκανε να νιώσω ακόμα πιο άβολα. Το έλεγα σοβαρά, σχεδόν το πίστευα και για να αποδείξω του λόγου το αληθές, τους έκανα νόημα να κοιτάξουν στο μώλο. Ούτε καν γύρισαν. “Αυτό τρέμει σαν το ψάρι” είπε η καπετάνισσα στον σύντροφό της κι ύστερα, ανήσυχη σε μένα: “Εσύ έχεις μελανιάσει παιδί μου, έλα πάνω!” Έκανα μια προσπάθεια, αλλά έτσι όπως οι δυνάμεις μου είχαν εξαντληθεί φάνταζε σχεδόν ακατόρθωτο να ανέβω την κάθετη σκάλα της πρύμνης. Άπλωσαν χέρια και οι δύο, με τράβηξαν και βρέθηκα στο σκάφος. Ήμουν σε ασφαλές και σε στέρεο έδαφος· το μικρό σκαρί έστεκε πλέον ασάλευτο. Ασάλευτη ήταν κι η σκιά του κάτω, στον πυθμένα· ενδιάμεσα τα πράσινα νερά του Νησιού.

 Τί είναι Παράδεισος; Πολύ σχετικό. Εξαρτάται ποιόν θα ρωτήσεις και ποια δεδομένη στιγμή. Για μένα, εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή ο Παράδεισος είχε πολύ συγκεκριμένο στίγμα -ίδιο με αυτό του σκάφους- και τα βασικά συστατικά του ήταν μια μεγάλη πετσέτα, μια κούπα εξαίσια αρωματικός καφές και ένα πιάτο γεμάτο κουλουράκια βανίλιας που μού πρόσφεραν οι σωτήρες μου, ο Γιάννης και η Σοφία. Την αίσθηση του Παραδείσου, συμπλήρωνε η θαλπωρή που με έκαναν να νοιώθω με τις φροντίδες τους· θα τις χαρακτήριζα γονεϊκές, αν δεν ήταν τόσο διακριτικοί και οι δυο τους.

 Όταν συνήλθα κάπως κι αφού απαίτησαν επίμονα να μην τους μιλάω στον πληθυντικό, με ρώτησαν γιατί είχα μείνει τόσην ώρα στο νερό. Τους εξιστόρησα τί είχε συμβεί, δείχνοντας τους και πάλι το μώλο και την κουστωδία που εκείνη τη στιγμή επιτέλους έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής στο χωριό. Με άκουγαν προσεκτικά, χαμογελώντας αλλά όταν είπα: “...έφτασε στο σημείο να φέρει τον Νομάρχη από τη Σύρο...” δεν κρατήθηκαν κι έβαλαν τα γέλια. ”Ποιός Νομάρχης; Ένας γνωστός του Κοινοτάρχη είναι που τον έφερε για επενδύσεις στο Νησί ή έτσι τουλάχιστον διαδίδει η Σαπφώ.” ξεκαθάρισε ο Γιάννης και στη φωνή του, ειδικά όταν πρόφερε τη λέξη “επενδύσεις”, διέκρινα σαρκασμό που εντάθηκε στη συνέχεια καθώς πέρασε σε λεπτομέρειες που αγνοούσα.

 Το σενάριο που είχε πλάσει η φαντασία μου κατέρρευσε, αλλά αυτό που ξεπρόβαλε από τα λεγόμενα του Γιάννη, -το όραμα του Κοινοτάρχη για την “ανάπτυξη” του Νησιού και ειδικά αυτής της παραλίας- μού φάνηκε πολύ χειρότερο. Γύρισα και κοίταξα την θάλασσα. Μέσα από τα λαμπυρίσματα, κοντά στο σκάφος, ξεπήδησε δυο- τρεις φορές ένα κοπάδι αθερίνες τρομαγμένες από κάποιο περαστικό μεγάλο ψάρι κι ύστερα χάθηκαν. Στην επιφάνεια έμειναν για λίγο ίχνη από το πέρασμά τους ώσπου έσβησαν κι αυτά. 


Γύρισα και κοίταξα την παραλία, από το μώλο μέχρι τον ανατολικό κάβο. Ύστερα το μάτι μου τριγύρισε στην πλαγιά, στα δύο της αλμυρίκια, στο θυμάρι και στη ρίγανη που φύτρωνε στα βράχια. Στις φραγκοσυκιές που έβαιναν πάνω από την ξερολιθιά. Φαντάστηκα εκεί χτισμένο ένα μεγαθήριο με μπετονένιες καμάρες και πορτοπαράθυρα βαμμένα με το πιο κοινό μπλε του εμπορίου, στην παραλία -την πιο όμορφη του Νησιού- αυστηρά παρατεταγμένες ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες, πίσω στη μάντρα, ένα beach bar να εκπέμπει δυνατά τα μπιτάκια της μιας σαιζόν· και  το μώλο μαρίνα με κότερα δεμένα στη σειρά. Εφιάλτης. 

Μην ανησυχείς! Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει. Αυτά τα ακούμε από τότε που...


 (συνεχίζεται)

4 σχόλια:

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Αναπάντεχη και η ανατροπή. Ωραιότατο, μέχρι την τελευταία γουλιά.

FLORA GIA είπε...

Έτσι έλεγα κι εγώ για την παραλία που αγαπούσα πολύ στο νησί μας αλλά εδραιώθηκαν πια ξαπλώστρες και μπαράκια και θόρυβος...
Μακάρι εκεί τα πράγματα να μην εξελιχθούν έτσι.

Τσαλαπετεινός είπε...

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα: Μα πίστεψες ότι μπορεί να είχε πάει ο Νομάρχης Κυκλάδων πρωί-πρωί κουστουμαρισμένος σε μια ερημική παραλία;

;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

FLORA GIA: Κάποιοι άλλοι έχουν ακριβώς την αντίθετη αποψη κι αγωνιούν μήπως στην παραλία που δε πάνε δε βρούν μπαράκι, ξαπλώστρες και ομπρέλες. Άλλος κόσμος...