Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 8. Ο πελαγίσιος Σίσυφος


Τελικά η ντροπή υπερίσχυσε· μού λύγισε τα γόνατα, άνοιξε τα δάχτυλα που κρατούσαν τους ορθοστάτες της σκάλας και βρέθηκα πάλι στο παγωμένο νερό με φλεγόμενα όμως αυτή τη φορά μάγουλα. Ενώ το μόνο που θα ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να βγω, να σκουπιστώ, να πιω μια γουλιά από τον καφέ μου και να καπνίσω δυο τρία τσιγάρα το ένα μετά το άλλο κοιτάζοντας το βαρκάκι του όψιμου έρωτα που συνέχιζε να λικνίζεται, ξανοίχτηκα στη θάλασσα. Στο μώλο όπου βρισκόταν τα αντικείμενα του πόθου μου -ο καφές, τα τσιγάρα κι η πετσέτα- οι διώκτες μου παρέμεναν αμετακίνητοι.

 Η Σαπφώ κι ο Νομάρχης στεκόταν όρθιοι στο τελείωμα του μώλου. Ο πρώτος κρατούσε ένα χαρτί -ή μήπως ήταν χάρτης;- κι ο άλλος κάτι του έλεγε και παράλληλα τού έδειχνε μια πάνω στο χάρτη με το δάχτυλο και μια με το χέρι προς την πλαγιά. Η Σαπφώ φαινόταν να μην καταλαβαίνει· έστριβε αμήχανα το θηριώδες μουστάκι του και κοίταζε την πλαγιά, το χάρτη, ύστερα κοίταζε την παραλία και μετά πάλι το χάρτη. “Τώρα μάλιστα!” σκέφτηκα. “Καταστρώνουν σχέδια επί χάρτου για να μας συλλάβουν όλους!” Κινήθηκα πάλι προς τον κάβο. Τότε είδα και τον Μανούσο που έκρυβαν οι άλλοι δύο. Ήταν πίσω τους καθισμένος στην τσιμεντένια μπίντα* του μώλου, είχε στα χέρια ανοιγμένο το βιβλίο μου και κοίταζε ανήσυχος τη θάλασσα. Όταν με είδε κι εκείνος -πάλι χωρίς να τον πάρουν είδηση οι άλλοι που ήταν προσηλωμένοι στο χάρτη- έκανε μια κίνηση που μετέφρασα: “Αμάν ρε, πού ήσουν και με κοψοχόλιασες;”

 Στην κατάσταση που ήμουν, αν και μού φάνηκε συγκινητικό το γεγονός ότι ο Μανούσος είχε ανησυχήσει για μένα, μού ήρθε να γελάσω. Ο φοβιτσιάρης νόμιζε ότι είχα πνιγεί γιατί δεν με έβλεπε πουθενά όση ώρα στεκόμουν στη σκάλα του ταχύπλοου. Μού ήταν όμως αδύνατον: οι μυς του προσώπου μου παγωμένοι καθώς ήταν, δεν υπάκουσαν ώστε να σχηματιστεί έστω κι ένα μικρό χαμόγελο. Έτσι περιορίστηκα να κουνήσω το κεφάλι θέλοντας να τού πω: “άστα να πάνε φίλε μου...”. Δεν ξέρω τί κατάλαβε πάντως αντί άλλης απάντησης μού έδειξε το βιβλίο αρκετά περήφανος κι ύστερα έσκυψε και συνέχισε να διαβάζει. Και λέω συνέχισε, γιατί πρόσεξα ότι κοίταζε αριστερή σελίδα. Υπέθεσα ότι το πολύ να είχε φτάσει στη δεύτερη, εκεί που ο Γκογκολ έγραφε: ”...το διαμέρισμα ήταν της κακιάς ώρας, όπως και το πανδοχείο, που έμοιαζε με όλα τα επαρχιακά πανδοχεία, όπου με δυο ρούβλια την ημέρα, οι ταξιδιώτες νοικιάζουν μια ήσυχη κάμαρα. Κατσαρίδες, χοντρές σα δαμάσκηνα, τρέχουν στις γωνιές αυτής της κάμαρας...”

 Έβαλα και πάλι ρότα για τον κάβο προσπαθώντας να εκτιμήσω την κατάσταση. Κολυμπούσα αργά, πιο αργά από κάθε άλλη φορά και σκεφτόμουν ότι οι εραστές θα συνέχιζαν επ` άπειρο τις ιδανικές ερωτοπραξίες τους δίνοντας ενέργεια στο λίκνισμα του ταχύπλοου, οι στρατηγοί του μώλου θα κατέστρωναν επιτελικά σχέδια για να διεξάγουν νικηφόρα τον πόλεμο εναντίων των γυμνιστών, το όργανο της τάξης θα διάβαινε για πρώτη φορά το κατώφλι της ρώσικης λογοτεχνίας μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει κι εγώ... Εγώ, ο ταλαίπωρος θα συνέχιζα το πήγαινε -έλα αναγκαστικά ως την αιωνιότητα. Αυτά τα διακόσια πενήντα μέτρα από το μώλο μέχρι τον κάβο, θα γινόταν ο δικός μου Ελλήσποντος αλλά χωρίς το έπαθλο που περίμενε τον Λέανδρο** στο τέλος της διαδρομής του. Ή μάλλον όχι Λέανδρος· δεν ήμουν παρά ένας πελαγίσιος Σίσυφος που κουβαλούσε έγια μόλα, πέτρα το σώμα του αντί στην κορυφή του βουνού της τιμωρίας, κόστα κόστα: το ποστάλι της καταδίκης του επίμονου γυμνιστή.


 Αποδεχόμενος το ρόλο του Σίσυφου, όταν έφτασα στο κάβο, πήρα αμέσως το δρόμο της επιστροφής. Ακόμα πιο αργά. Ακόμα πιο ράθυμα. Δεν ήμουν ούτε στα μισά, όταν έπιασα στον αέρα μια μυρωδιά φρέσκου καφέ. Σταμάτησα να κολυμπάω και προσπάθησα να καταλάβω από που ερχόταν. Στην παραλία είχαν μισοανοίξει οι σκηνές, έβλεπα κεφάλια να προβάλουν κι αμέσως μετά να κρύβονται κατεβάζοντας τα φερμουάρ μόλις αντιλαμβανόταν την απειλητική παρουσία των αρχών του Νησιού. Οι σκηνίτες όμως έκαναν συνήθως στιγμιαίο καφέ κι αυτός που μύριζε ήταν φίλτρου και μάλιστα εξαιρετικά αρωματικός. Γύρισα προς το σκάφος και είδα το ζευγάρι. Είχαν βγει από την καμπίνα και καθόταν στο κατάστρωμα. Κρατούσαν δυο μεγάλες κούπες καφέ. Από το σημείο που ήμουν διέκρινα ότι άχνιζαν · μαζί με τα πρωινά τσιγάρα τους.

 Με τη λαχτάρα του ναυαγού που μετά από ατέλειωτες ώρες στον ωκεανό είδε νησί στον ορίζοντα, κολύμπησα και πάλι προς το σκάφος. Έφτασα στην πρύμνη και πιάστηκα από τη σκάλα. Τους άκουσα που κουβέντιαζαν. Έλεγαν κάτι για τη μπουνάτσα. “Γαλήνη” την έλεγε η καπετάνισσα. Έβαλα το πόδι μου στο πρώτο σκαλί αλλά σταμάτησα. Αντί να εμφανιστώ ξαφνικά και πιθανόν να τους τρομάξω, θεώρησα ότι θα ήταν πιο σωστό να τους προειδοποιήσω για την άφιξή μου. Χτύπησα λοιπόν μαλακά το σκαρί -σαν να ήταν πόρτα- και περίμενα. Η κουβέντα τους σταμάτησε. Ξαναχτύπησα λίγο πιο δυνατά για να καταλάβουν από πού ερχόταν αυτός ο αναπάντεχος ήχος. Τους άκουσα να αφήνουν τις κούπες τους, να σηκώνονται και να έρχονται προς την πρύμνη.

 Αμέσως μετά, τους είδα έκπληκτους να στέκουν και να με κοιτάζουν από ψηλά. Αν δεν τους είχα παρακολουθήσει πριν από λίγη ώρα από τη μισάνοιχτη πόρτα της καμπίνας, δεν ξέρω αν θα πρόσεχα αυτό που έβλεπα ξεκάθαρα εκείνη τη στιγμή  στα πρόσωπά τους και ήταν πιο έντονο ακόμα κι από την δικαιολογημένη έκπληξη στα βλέμματά τους: εκείνη τη μοναδική, την υπέρτατη γαλήνη που βγήκε στην επιφάνεια, μόλις καταλάγιασε η φλογισμένη φουρτούνα εντός τους.  Τη μπουνάτσα που απλωνόταν πάνω στο ηλιοκαμένο δέρμα τους, αδιάψευστη απόδειξη της ερωτικής πράξης που προηγήθηκε. 

Κοκκίνισα πάλι, ξέχασα τα λόγια που είχα σχεδιάσει να τους πω πριν την πρώτη απόπειρα επιβίβασης και ξεστόμισα χωρίς να προηγηθεί ούτε μια “καλημέρα” το ανεκδιήγητο: “Αν σας πω ότι με κυνηγάει η αστυνομία θα με πιστέψετε;”  (συνεχίζεται...) 


μπίντα: δέστρα σκάφους.


4 σχόλια:

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Υπέροχο, προχωράει υπέροχα...

Ανώνυμος είπε...

Βρε Τσαλαπετεινέ, γιατί μας κάνεις βασανιστήρια με το σταγονόμετρο; Για να μπαίνουμε 3 φορές τη μέρα στο blog σου; Αφού ούτως ή άλλως σε διαβάζουμε!..
Αθηνά

Τσαλαπετεινός είπε...

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα: Προχωράει, προχωράει, αλλά δε λέει να τελειώσει...

;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Αθηνά: Κι εμένα με βασανίζει αυτή η ιστορία. Ούτε στην ώρα τους βγαίνουν τα "επεισόδια", ούτε μπορώ να την ελέγξω. Με πάει όπου θέλει αυτή. Αλλά νομίζω ότι μπήκαμε στην τελική ευθεία

;-)