Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Δώδεκα Χιλιόμετρα


Θα `ρθεις;” την άκουσε να ψιθυρίζει και πριν προλάβει να απαντήσει, η γραμμή έκλεισε. Πληκτρολόγησε -τυφλό σύστημα- τον αριθμό της μα το τηλέφωνο βούιζε. Έμεινε για λίγο με το ακουστικό στο σκοτάδι. “Θα πάω” αποφάσισε και προχώρησε αθόρυβα προς το δωμάτιο των γονιών του.

Στο παντελόνι του πατέρα του, δε βρήκε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Η μάνα του ξαφνικά άλλαξε πλευρό κι εκείνος  κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο. Άμα την άκουσε να ανασαίνει και πάλι ήρεμα, δίπλα στο δυνατό ροχαλητό του πατέρα του, έψαξε στο σακάκι. Τίποτα. Ούτε στο κομοδίνο δίπλα στο πακέτο. Βούτηξε δυο τσιγάρα και βγήκε προσέχοντας να μην πατήσει στο σανίδι που έτριζε.

Όπως και τις άλλες φορές, άνοιξε το παράθυρο, κρεμάστηκε από το περβάζι κι ύστερα πάτησε στην ταράτσα της αποθήκης. Από κει, πριν πηδήξει κάτω, είπε σιγανά “σώπα αγόρι μου” στον Ηρακλή που τον κοίταζε ανήσυχος κι ήταν έτοιμος να γαβγίσει. Ο Ηρακλής, σύμμαχος κανονικός, δεν έβγαλε άχνα. Έσκυψε και τον έλυσε. Εσύ εδώ και τσιμουδιά!” του είπε κλείνοντας τη πόρτα της αυλής. Το ροχαλητό του πατέρα του ακούγονταν μέχρι το δρόμο .

Ανηφόρισε από τα στενά για να μην τον πάρει είδηση κανένα μάτι. Με βήμα βιαστικό σε ένα τέταρτο έφτασε στην άκρη της πόλης. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το ρολόι. Μία και είκοσι. Με το αυτοκίνητο, θα έκανε το πολύ ένα τέταρτο μέχρι το σπίτι της, αλλά με τα πόδια ποιος ξέρει πότε θα έφτανε. Δώδεκα χιλιόμετρα ήταν αυτά, αλλά χαλάλι. Ειδικά τώρα που έλειπαν οι γονείς της, δε θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τη σκέφτηκε να τού ανοίγει την πόρτα, να πέφτει στην αγκαλιά του, να τον φιλάει, κι ύστερα στο διάδρομο να του κάνει νόημα σσσ...” για να μην ξυπνήσει η μεγάλη της αδελφή.


Ο δρόμος ήταν έρημος. Περπατούσε στην άκρη, πάνω στα χαλίκια. Στα εκατό πρώτα μέτρα, η άσφαλτος πορτοκαλί από τα φώτα. Μετά, όταν τέλειωσε η σειρά των στύλων, πίσσα σκοτάδι. Ήταν γλυκιά η βραδιά. Γλυκιά και ήσυχη. Άμα συνήθισαν τα μάτια του στο σκοτάδι, άρχισε να σφυρίζει κοιτάζοντας πότε πότε τον ουρανό.

Δεν θα πιστεύει ότι πήγα με τα πόδια” σκεφτόταν, όταν πέρα μακριά, στη στροφή, είδε τους προβολείς ενός αυτοκινήτου που ερχόταν προς το μέρος του. Πήδηξε στο χωράφι δίπλα κι έσκυψε μέχρι να περάσει. Άμα ξαναβγήκε στο δρόμο τα παπούτσια του ήταν ασήκωτα από τις λάσπες. Τα καθάρισε πρόχειρα και συνέχισε.

Μέχρι το χωριό, που ήταν στα μισά του δρόμου, πέρασαν άλλα πέντε αυτοκίνητα. Όλες τις φορές κρύφτηκε. Τη μια καθυστέρησε κι πρέπει να τον είδε ο οδηγός γιατί πάτησε επίμονα κόρνα, αλλά προσπέρασε χωρίς να κόψει ταχύτητα. Στο χωριό πήρε πάλι τα στενά. Μπερδεύτηκε και χάθηκε. Τρία σκυλιά άρχισαν να τον γαβγίζουν και του όρμηξαν. Έκανε πως παίρνει πέτρα από κάτω. Αμέσως λούφαξαν και το έβαλαν στα πόδια. Βρήκε τελικά την άκρη και βγήκε από το χωριό στις τρεις και σαράντα. Ήθελε σίγουρα άλλες δύο ώρες για να φτάσει κι ένιωθε ήδη κουρασμένος.

Στις έξι και δέκα, περπατώντας πότε στην άκρη του δρόμου, πότε στα χωράφια και αφού συνάντησε τρεις νταλίκες, καμιά δεκαριά αυτοκίνητα και μια αλεπού, είδε την πόλη από μακριά. Είχε πάρει να χαράζει. Για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι ήταν όμορφη. Στάθηκε μια στιγμή και άναψε τσιγάρο προσπαθώντας να διακρίνει, όχι το σπίτι-αυτό το ξεχώρισε αμέσως- μα το παράθυρό της.

Με το πρώτο πετραδάκι στις έξι και εικοσιοκτώ, αστόχησε. Το δεύτερο όμως χτύπησε στο κούφωμα, όπως έπρεπε. Περίμενε από κάτω με ύφος θριαμβευτή. Τίποτα. Η κουρτίνα κλειστή. Όταν ετοιμαζόταν να ρίξει και τρίτο, η κουρτίνα άνοιξε βιαστικά και την είδε τρομοκρατημένη να τού κάνει νόημα με το ένα χέρι φύγε!” ενώ με το άλλο τού έδειχνε το δρόμο· εκεί που ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του πατέρα της.

Έξω από το πρακτορείο περιμένοντας το λεωφορείο των επτά, άναψε τσιγάρο. Στη διαδρομή ακούμπησε στο τζάμι και αποκοιμήθηκε. Την είδε στον ύπνο του να ανοίγει την κουρτίνα να του χαμογελά. Αυτό μόνο: να ανοίγει και να του χαμογελά. Στις επτά και εικοσιπέντε, πηγαίνοντας με χίλιες προφυλάξεις στο πίσω μέρος της αυλής, έπεσε πάνω στον πατέρα του.

Λύθηκε πάλι ο Ηρακλής και βγήκα να τον δέσω”, βιάστηκε να πει τη στημένη δικαιολογία. “Άσε, μην πας. Τον έδεσα εγώ το βράδυ” απάντησε εκείνος ήρεμα και τού έδωσε τσιγάρο· για πρώτη φορά. Δίστασε να το πάρει, κοίταξε κάτω τα λασπωμένα του παπούτσια, κι ύστερα προς το σπίτι. “Δεν έχει ξυπνήσει ακόμα” τον καθησύχασε και του ξαναπρότεινε το πακέτο. Αυτή τη φορά πήρε, το άναψε και κάτι πήγε να πει, μα ο πατέρας του τον έκοψε λέγοντας: “Άμα το τελειώσεις, έλα μέσα να αλλάξεις και να ξεκουραστείς λίγο. Σχολείο, θα σε πάω εγώ με το αμάξι.”


η εικόνα από εδώ





Τα “Δώδεκα Χιλιόμετρα” γράφτηκαν για  διιστολογικό αφιέρωμα με θέμα “ερωτική ιστορία” που δημοσιεύτηκε στο enfo.gr