Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Ανάσες



 Δυο κουβέντες στο τηλέφωνο εφ` όλης της ύλης. Από το τσουρούφλισμα της κρίσης στο πετσί μας μέχρι τη φωτιά στο Κίεβο. Δεν έχουμε μόνο τα δικά μας, μας βαραίνουν και των άλλων. Τσίκνα φρικτή από όπου και να το πιάσεις. Μα στο τέλος, πριν με πάρει από κάτω η αναφορά και μόνο των δεινών, είπε μια φράση και τα πήρε όλα και τα σάρωσε σαν τρελός βοριάς. Την έλεγε παλιά, ειδικά όταν την έκαιγαν ζητήματα καρδιάς· πάντα στο τέλος. “Σεκλέτι πολύ δε χρειάζεται. Λάβα πολλή, όχι”.


 Έβγαζε, έβγαζε χρήματα, λογαριασμούς, κάρτες. Στο ταμείο της τράπεζας. Μέχρι να τα βάλει σε μια σειρά άρχισε να τραγουδάει “μα τον λατρεύω και είναι το φως μου...”. Γυναίκα γύρω στα πενήντα, ψημένη. Ταλαιπωρημένη αλλά με τσαγανό. Μετρούσε, ξαναμετρούσε, δεν έφτασαν τα χρήματα για τον τελευταίο λογαριασμό. Μόνο για λίγο σκοτείνιασε, ύστερα μάζεψε χαρτιά και αποδείξεις, είπε ένα: “όταν μπορέσω” στον ταμία και φεύγοντας συνέχισε το τραγούδι. Μέχρι έξω στο δρόμο. “...γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου”


 Φωνή ηπειρώτικη ο μάγκας, τον άκουσα από τη στάση. Γύρισα κι είδα δυο στενά πιο κάτω, πρώτα την τσίκνα να βγαίνει από την αυτοσχέδια ψησταριά και κι έπειτα το μπουλούκι στο πεζοδρόμιο. Δυο κλαρίνα, μια τρομπέτα και ο τραγουδιστής με ντέφι. Γύρω τους ένας μικρός κύκλος στο τσακίρ κέφι· ένα πράγμα “να πεθάνει ο Χάρος” μέρα μεσημέρι. Τσικνοπέμπτης βέβαια. Πιασμένα χέρια, βήματα αργά, βαριά, στα τρία, οι του σπιτιού. Μα έπειτα κάλεσαν τρεις περαστικούς· και όπως του πρέπει, μεγάλωσε ο κύκλος.


2 σχόλια:

Σελιτσάνος είπε...

Βινιέτες.

Τσαλαπετεινός είπε...

Σελιτσάνος: Ασκήσεις καταπολέμησης της φλυαρίας.

Καλή Τσικνοπέμπτη!