Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Καφές με τον Αντάρτη


Από όλους τους καφέδες της μέρας, για μένα τουλάχιστον, ο καλύτερος και ο πλέον απαραίτητος είναι ο πρώτος πρωινός. Τον πίνω πάντα ζεστό -αν εξαιρέσεις τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού που μπορεί να ρίξω ένα δυο παγάκια- και πάντα σκέτο. Ούτε γάλα, ούτε ζάχαρη. Και αρκετά δυνατό. Προτιμώ να τον απολαμβάνω έξω, ακόμα και τις πολύ κρύες μέρες του χειμώνα. Μόνο όταν βρέχει δυνατά περιορίζομαι στο σπίτι. Όταν ψιχαλίζει, βολεύομαι πάλι έξω, σε ένα σημείο όμως που δεν το πιάνουν οι σταγόνες.

Τον πρώτο πρωινό καφέ τον πίνω πάντα μόνος. Συχνά αναγκάζομαι να σηκωθώ αρκετά πιο νωρίς από ό τι χρειάζεται και εντελώς αθόρυβα, για να το πετύχω. Αξίζει όμως η θυσία λίγης ώρας ύπνου, αν πρόκειται να πετύχεις την ομαλή μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα. Είναι δύσκολη διαδικασία και πολύ σημαντική για να πάει καλά η μέρα. Συνήθως οι άλλοι –ακόμα κι όταν ξέρουν καλά το κουσούρι σου- παρεμβάλλονται επιβάλλοντας την παρουσία τους ή ακόμα χειρότερα, την αταίριαστη με την ώρα φλυαρία τους.
 
Σήμερα, στον πρώτο πρωινό καφέ είχα παρέα. Εμφανίστηκε χωρίς να το καταλάβω· αργά, ανεπαίσθητα. Τον πρόσεξα μόνο όταν, αφού είχε διασχίσει το τραπέζι, άρχισε να ανηφορίζει το φλιτζάνι. Όταν έφτασε στο χείλος του, με κοίταξε με έναν συγκινητικά διακριτικό τρόπο, χωρίς να πει κουβέντα, σαν να ζητούσε την άδεια. Δίστασα, αλλά τελικά συγκατάνευσα και μόνο τότε, συνέχισε από την εσωτερική πλευρά, κατηφορίζοντας προς την επιφάνεια του καφέ που είχε αρχίσει να κρυώνει. 

Δοκίμασε, φάνηκε να τού άρεσε, σκέτος και δυνατός και τριγύρισε για λίγο στο εσωτερικό του φλιτζανιού. Έτσι όπως είχε κολλήσει στην καμπύλη επιφάνεια, δεν με δυσκόλεψε, ούτε εκείνος κινδύνεψε, όταν ήπια τις τελευταίες γουλιές. “Αντάρτη*”, του είπα στο τέλος, “με σένα, έτσι ήσυχος που είσαι, δεν έχω πρόβλημα να πίνω τον καφέ μου κάθε πρωί!”  Φεύγοντας από το σπίτι τον πήρα μαζί μου. Τον άφησα σε ένα πάρκο, μια που στην αυλή, την προηγούμενη μέρα είχα σκορπίσει σαλιγκαροκτόνο για τους ομοίους του, που καιρό τώρα κατασπαράζουν τα πιο τρυφερά φύλλα.


*Αντάρτης είναι το όνομα του ήρωα σαλιγκαριού στο βιβλίο του Χιλιάνου συγγραφέα, Λουίς Σεπούλβεδα, “Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας”. (Εκδόσεις opera)

Από το ποστ, ο καφές αφιερώνεται στην Χριστίνα Σκούρτη
και ο Αντάρτης στον Απόστολο Δεδουσόπουλο



7 σχόλια:

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Αυτό που κάθεσαι και χαζεύεις μυρμήγκια και σαλιγκάρια είναι από μόνο του ένα θέμα άξιο περαιτέρω διερεύνησης (ιατρικής θα έλεγα)...

υγ: εμάς βέβαια μας αφορά το βλογικό αποτέλεσμα1

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης: Κάνω ό,τι μπορώ για να τα απομακρύνω, αλλά εκείνα έρχονται σε μένα. Τί να κάνω; Να τα αγνοήσω;

υ.γ. το αλογάκι της Παναγιάς το ξέχασες! (Mantodea religiosa)

Margo είπε...

Εμένα πάλι δεν μου φαίνεται καθόλου παράξενο. Συχνά φιλοξενούμε ένα σαλιγκάρι ως κατοικίδιο για μια δυο μέρες. Ειδικά κάποια που δείχνουν να είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο.
Και κάποτε ένα μυρμήγκι ακολουθούσε το μολύβι μου όταν έγραφα άγρια μεσάνυχτα. Μες την απόλυτη ησυχία και μοναξιά, αυτές οι υπάρξεις φαντάζουν πολύ πολύ μεγάλες ;-)

υ.γ. Για τα σαλιγκάρια στα φυτά διάβασα κάπου (δεν το έχω δοκιμάσει ακόμη) κομμάτια από τσόφλια αυγού γύρω από το φυτό.

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Ναι. Και το αλογάκι της Παναγίας.

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo : Τελικά, όσο πιο μικρά είναι αυτά τα πλάσματα τόσο πιο πολύ μας εντυπωσιάζει η "συμπεριφορά" τους. Αρκεί βέβαια να την προσέξουμε.


υ.γ. Έριξα μερικές φορές στάχτη για τα σαλιγκάρια, κάτι πήγε να κάνει αλλά έπρεπε να την ανανεώνω μετά από κάθε πότισμα κι επειδή φέτος λόγω πολλών βροχών γίνεται χαμός, υπέκυψα στη χρήση του φαρμάκου. (Για μελίγκρα και ψείρα πάντως μόλις ράντισα με εκχύλισμα τσουκνίδας)

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης : Να 'ξερες πόσα ζούδια έχω αφήσει στο 'ψυγείο' για να αποφύγω τη γκρίνια σου...

γρηγόρης στ. είπε...

Οι ήσυχοι αντάρτες, η καλύτερη παρέα.