Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολυμπιακοί Αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολυμπιακοί Αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Ο Στέργιος, ο Δημοσθένης και τα σχιστά μάτια

Τρίτη δημοτικού. Μάθημα γεωγραφίας για την Κίνα. Η κυρία Ολυμπία, μας έδειξε φωτογραφίες από παγόδες, το Σινικό τείχος, πλήθος κόσμου κι είχαμε εντυπωσιαστεί απ` όλα όσα ακούσαμε εκείνη τη μέρα και κυρίως από όσα είδαμε. Πιο πολύ ίσως με τα πρόσωπα τον Κινέζων με τα σχιστά τους μάτια. Στο τέλος του μαθήματος η δασκάλα μας, για το επόμενο μάθημα μάς ζήτησε όπως κάθε φορά, να ζωγραφίσουμε το χάρτη και να είμαστε πολύ καλά διαβασμένοι. 

"Ποιός θα μας πει για την Κίνα;"  ρώτησε η κυρία Ολυμπία στο μάθημα της Γεωγραφίας την επόμενη βδομάδα και ένα σωρό χέρια σηκώθηκαν πρόθυμα. Πέρασε μια -δυο φορές το βλέμμα της από όλους μας και στο τέλος είπε: "Εσύ, Στέργιο. Σήκω και πάρε το χάρακα για να μας δείχνεις στο χάρτη"

Ο Στέργιος, συνήθως αδιάβαστος, εκείνη την ημέρα τα είπε νεράκι. Τον θυμάμαι σαν τώρα, όρθιο δίπλα στον πίνακα όπου ήταν κρεμασμένος ο παγκόσμιος χάρτης, να τεντώνεται ενθουσιασμένος, να δείχνει τη Κίνα και να λέει με ποιές χώρες συνορεύει, τον πληθυσμό, την πρωτεύουσα, τις μεγάλες πόλεις, τα λιμάνια, τα προϊόντα- που ακόμα δεν είχαν κατακλύσει όλο τον κόσμο- τα βουνά της και τα ποτάμια. Όλα με μια ανάσα.

Σταμάτησε λαχανιασμένος  από την προσπάθεια. Άκουσε το "μπράβο" της δασκάλας μας -ίσως για πρώτη φορά στη μαθητική του καριέρα. Πήρε θάρρος και βαθιά ανάσα, άφησε με σπουδή τη βέργα που κρατούσε ακόμα και με τους δύο του δείκτες τράβηξε τα μάτια του δυνατά προς τους κροτάφους, τόσο που δεν έβλεπες πια τις κόρες τους και συμπλήρωσε με απόλυτη σιγουριά: "Ξέχασα να πω ότι οι Κινέζοι έχουν σχιστά μάτια γι αυτό και δεν βλέπουν καθόλου!"


Θυμήθηκα αυτή την παλιά ιστορία και την αφοπλιστική αφέλεια του 9 χρονου συμμαθητή μου, του Στέργιου, όταν διάβασα το αδιανόητο σχόλιο του δημοσιογράφου της ΕΡΤ Δημοσθένη Καρμοίρη για Κορεάτη αθλητή του πινγκ πονγκ που συμμετέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες: "Αν είναι σχιστά τα μάτια, πώς βλέπουν το μπαλάκι που πάει κι έρχεται"



Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Γοντσέχ Καλλιπάτειρα Γαβαμί

νὰ μὲ ἀφήσετε πρέπει, Ἑλλανοδίκες, 

κι ἐγὼ νὰ καμαρώσω μὲς τὰ ὡραῖα 

κορμιά, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρίλι τοῦ Ἡρακλέα 

παλεύουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρίκειες.(1)



 Μόλις ο Πεισίροδος ανακηρύχθηκε νικητής στο αγώνισμα της πάλης, ένας άντρας υπερπήδησε το ἔρυμα(2) που χώριζε τους αθλητές από τους γυμναστές για να τρέξει προς το μέρος του. Στην προσπάθειά του, έπεσε ο χιτώνας και αποκαλύφθηκε ότι ήταν η μοναδική γυναίκα που αψήφισε τον αυστηρό νόμο των Ηλείων που προέβλεπε να κατακρημνίζουν από τους ψηλούς βράχους του όρους Τυπαίου, εκείνες που θα τολμούσαν να περάσουν τον Αλφειό για να πάνε στον χώρο της Ολυμπίας κατά τη διάρκεια των αγώνων.


 Δεν ήταν άλλη από την Καλλιπάτειρα, τη μητέρα του νικητή. Κόρη του ολυμπιονίκη Διαγόρα του Ρόδιου, αδελφή των ολυμπιονικών Ακουσίλαου, Δαμάγητος και Δωριέα και σύζυγος του επίσης ολυμπιονίκη Καλλιάνακτος. Όταν ο τελευταίος πέθανε, ανέλαβε όχι μόνο την ανατροφή αλλά και την εκγύμναση του γιού της και ἤγαγεν ἐς Ὀλυμπίαν τὸν υἱὸν μαχούμενον(2) μεταμφιεσμένη σε γυμναστή, για την 96η Ολυμπιάδα, το 396 π.Χ.

 Ο ενθουσιασμός για νίκη του γιου της -νίκη της τρίτης γενιάς της οικογένειάς της στους κορυφαίους αγώνες- την έκανε να αψηφίσει τον κίνδυνο να φανερωθεί και να υποστεί την εσχάτη των ποινών. Παρά την αποκάλυψη, η Καλλιπάτειρα τελικά δεν τιμωρήθηκε από σεβασμό στην γενιά της που γέννησε τόσους ολυμπιονίκες. Ωστόσο, φρόντισαν για έναν νέο κανονισμό που από τότε όριζε οι γυμναστές να προσέρχονται γυμνοί στους αγώνες.



 Δύο χιλιάδες τετρακόσια δέκα χρόνια αργότερα, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ολυμπία, μια ακόμα γυναίκα αψηφά τον νόμο. Πρόκειται για την Ιρανοβρετανή δικηγόρο Γοντσέχ Γαβαμί που συμμετείχε τον περασμένο Ιούνιο σε μια κινητοποίηση γυναικών που ήθελαν να παρακολουθήσουν -παρά την απαγόρευση που ισχύει με πρόσχημα την προστασία τους από τυχόν ανάρμοστες συμπεριφορές οπαδών- τον διεθνή αγώνα βόλεϊ ανδρών, μεταξύ των εθνικών ομάδων του Ιράν και της Ιταλίας που έγινε στο στάδιο Αζάντι – έδρα της παγκοσμίου φήμης Persepolis FC - της Τεχεράνης. 


 Η Γοντσέχ Γαβαμί, συνελήφθη και κρατείται από τον Ιούνιο. Ο διοικητής της εθνικής αστυνομίας του Ιράν στρατηγός Εσμαΐλ Αχμαντί Μογαντάμ είχε εξηγήσει τότε ότι η αστυνομία δεν μπορεί «να επιτρέψει την παρουσία γυναικών στα στάδια», καθώς «η συνύπαρξη των δύο φύλων στα στάδια δεν εξυπηρετεί ακόμη το γενικό συμφέρον». Η ειρωνεία; Αζάντι, το όνομα του σταδίου, στα φαρσί σημαίνει Ελευθερία.



Η εικοσπεντάχρονη που καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση για διασπορά προπαγνάδας κατά του καθεστώτος, άρχισε από το περασμένο Σάββατο απεργία πείνας. Στο Change.org συγκεντρώνονται υπογραφές για την απελευθέρωση της Γαβαμί.




1.Το απόσπασμα από το σονέτο του Λορέντζου Μαβίλη με τίτλο Καλλιπάτειρα
2. Από την Ελλάδος Περιήγηση του Παυσανία, Α VI.7
Η τελευταία εικόνα, αφίσα της ταινίας Offside του Jafar Panahi

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Αγαπημένοι Ολυμπιονίκες (μέρος δεύτερο)

Akii-Bua. Ήταν ο 23χρονος αστυνομικός από την Ουγκάντα του δικτάτορα Αμίν Νταντά, το αουτσάιντερ, που με ελάχιστη εμπειρία σε διεθνείς διοργανώσεις, τερμάτισε πρώτος με διαφορά στα 400 μετ` εμποδίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972. Ήταν ο πρώτος Αφρικανός αθλητής που κέρδιζε μετάλλιο σε μια κούρσα μικρότερη των 800 μέτρων ο πρώτος εμποδιστής που έτρεχε τα 400 σε χρόνο μικρότερο των 48 δευτερολέπτων και ο πρώτο αθλητής που επέστρεψε στην Ουγκάντα με χρυσό μετάλλιο. Στους επόμενους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ δεν έλαβε μέρος -λόγω του μποϊκοτάζ των Αφρικανικών χωρών - κι έτσι δεν αναμετρήθηκε με τον άλλο μεγάλο αθλητή των εμποδίων, τον Edwin Moses. Ο Bua πέθανε το 1997 σε ηλικία 48 ετών. Το 2008 ο σκηνοθέτης Daniel Gordon παρουσίασε το ντοκιμαντέρ The John Akii-Bua Story - An African Tragedy.



Dick Fosbury. Το πρώτο άλμα του Αμερικάνου αθλητή από το Όρεγκον, Richard Douglas Fosbury, ξεσήκωσε τους θεατές στις κερκίδες του Ολυμπιακού σταδίου στο Μεξικό το 1968. Δεν ήταν απλώς για το πετυχημένο άλμα του, αλλά κυρίως για την πρωτόγνωρη τεχνική του– πέρασμα με την πλάτη πάνω από τον πήχη- που πολύ σύντομα θα κυριαρχούσε, αφού σταδιακά την υιοθέτησαν όλοι οι αθλητές του άλματος εις ύψος και που φυσικά έμεινε στην ιστορία ως Fosbury Flop. Στον τελικό, πέρασε με την τρίτη προσπάθεια το 2.24 -ολυμπιακό ρεκόρ- κέρδισε το χρυσό μετάλλιο και με αυτό έκλεισε την σταδιοδρομία του.




Jesse Owens. Μπροστά σε 100 χιλιάδες θεατές -μεταξύ τους κι ο Αδόλφος Χίτλερ- ο James Cleveland Owens από την Αλαμπάμα κατέκτησε τέσσερα χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936: στα 100, στα 200, στη σκυταλοδρομία 4Χ100 και στο άλμα εις μήκος. Το σημαντικότερο όμως επίτευγμά του ήταν ότι με τις νίκες του κατέρριψε με τον πιο απόλυτο τρόπο τις ναζιστικές θεωρίες περί υπεροχής της άριας φυλής. Ο πρώτος που του έδωσε συγχαρητήρια μετά το νικητήριο άλμα των  8.06 μέτρων, ήταν ο Γερμανός συναθλητής του Luz Long που κατέκτησε το αργυρό. Ήταν η αρχή μια φιλίας “24 καρατίων” που όπως είπε ο Owens δεν την θα άλλαζε  ούτε για όλα τα μετάλλια και κύπελλα που είχε κερδίσει στην καριέρα του. Η φιλία αυτή κράτησε μέχρι το θάνατο του Long στο πεδίο της μάχης το 1943. 


Wilma Rudolph. Κέρδισε επάξια όχι μόνο τον τίτλο της ταχύτερης γυναίκας στον κόσμο αλλά και το πιο ποιητικό προσωνύμιο: η μαύρη γαζέλα. “She wasn`t born to walk” είχαν πει οι γιατροί όταν ήταν παιδί γιατί εκτός από οστρακιά, κοκίτη, ανεμοβλογιά, ιλαρά είχε νοσήσει και από τον ιό της πολιομυελίτιδας με αποτέλεσμα μέχρι τα 9 της να φοράει ειδικά στηρίγματα στο αριστερό της πόδι. Τελικά στην Ολυμπιάδα της Ρώμης το 1960 αποδείχτηκε ότι οι γιατροί είχαν δίκαιο: η Wlima δεν είχε γεννηθεί για να περπατάει αλλά για να τρέχει. Κατέκτησε συνολικά τρία χρυσά μετάλλια, στα 100 στα 200 (ολυμπιακό ρεκόρ με 23.2 ) και στη σκυταλοδρομία 4Χ100 (παγκόσμιο ρεκόρ με 44.5) και τίμησε με τον καλύτερο τρόπο το ίνδαλμα της που ήταν o Jesse Owens.


Emil Zátopek. Ο "Czech Locomotive", “άνθρωπος ατμομηχανή”, ήταν ένας εκπληκτικός δρομέας μεγάλων αποστάσεων από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα. Στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το `48 κέρδισε δύο μετάλλια. Ένα αργυρό στο δρόμο των 5000 μέτρων και το χρυσό στα 10.000 μέτρα. Στην επόμενη Ολυμπιάδα, το 1952 στο Ελσίνκι κατέκτησε την πρώτη θέση στα ίδια αγωνίσματα σημειώνοντας ολυμπιακά ρεκόρ αλλά δεν αρκέστηκε στις δάφνες του: τελευταία στιγμή αποφάσισε να τρέξει και στον μαραθώνιο – για πρώτη φορά στη ζωή του- όπου σημείωσε ένα τρίτο ολυμπιακό ρεκόρ (2:23) κατακτώντας την πρώτη θέση. (Στη φωτογραφία, ο Zátopek φιλάει τη γυναίκα του Dana Zátopková, -ακοντίστρια που κατέκτησε το χρυσό στην ίδια Ολυμπιάδα- αμέσως μετά τον τερματισμό του μαραθωνίου)


Fanny Blankers-Koen. "The Flying Housewife" αποκαλούσαν την μοναδική αθλήτρια από την Ολλανδία που ξεκίνησε σε πολύ νεαρή ηλικία τον αθλητισμό, διαπρέποντας σε διάφορα αθλήματα όπως τένις, κολύμβηση, καλλιτεχνικό πατινάζ, ξιφασκία, μέχρι να καταλήξει στον στίβο. Συμμετείχε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 36 στη σκυταλοδρομία 4x400 και στο άλμα εις ύψος και πήρε την πέμπτη θέση και στα δύο αγωνίσματα. Ο Β` Παγκόσμιος πόλεμος ήταν απλώς μια διακοπή στην αθλητική της καριέρα. Στο Λονδίνο το 48, σε ηλικία 30 ετών και έχοντας ήδη δύο παιδιά κατάφερε κάτι που κατάφερε ο Κάρλ Λούις 36 χρόνια αργότερα: κατέκτησε τέσσερα χρυσά μετάλλια, στα 100, στα 200 μέτρα, στα 80 με εμπόδια, και στην σκυταλοδρομία 4Χ100. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο τα έντυπα της εποχής όσο και ο κόσμος, υποστήριζαν είτε ότι ήταν πολύ μεγάλη για συμμετοχή σε Ολυμπιακούς, είτε ότι θα έπρεπε να καθίσει στο σπίτι της για να φροντίζει τα παιδιά της. Ο δε σύζυγός της που ήταν προπονητής δεν συμφωνούσε γενικά με τη συμμετοχή γυναικών στους Ολυμπιακούς. 




Αν αυτή η λίστα των αγαπημένων αθλητών δεν είχε γίνει ήδη τόσο μεγάλη, θα συνέχιζα με τρεις αθλητές που βρέθηκαν στο ίδιο βάθρο το `68 στο Μεξικό, οι δύο με υψωμένες γροθιές - Tommie Smith και Jonh Carlos- και ο τρίτος, ο Peter Norman με κονκάρδα στο στήθος υπερ των δικαιωμάτων των Μαύρων, με τον Ουκρανό σπρίντερ Valeriy Borzov, τον συμπατριώτη του επικοντιστή Sergey Bubka, την υπέροχη Katarina Witt ,τον Johnny Weissmuller τον χρυσό κολυμβητή που θυμόμαστε περισσότερο σαν ηθοποιό, τον Carl Lewis με τα δέκα μετάλλια σε 4 Ολυμπιάδες, τον ξυπόλυτο Αιθίοπα Abebe Bikila, τον μοναδικό Oscar Pistorius , τον Gregory  Louganis με τα πέντε μετάλλια σε 3 Ολυμπιάδες, τον δικό μας Σπύρο Λούη και σίγουρα αρκετούς ακόμα.


Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Αγαπημένοι Ολυμπιονίκες (πρώτο μέρος)


Αυτές τις μέρες το ένα μάτι στην τηλεόραση, στους Ολυμπιακούς του παρόντος  και το άλλο στην οθόνη του υπολογιστή αναζητώντας φωτογραφίες, βίντεο, βιογραφίες αγαπημένων αθλητών που έδρεψαν δάφνες στο παρελθόν. Μερικοί από αυτούς θρύλοι, άλλοι πάλι, λιγότερο ή περισσότερο ξεχασμένοι. Οι περισσότεροι, παλιοί που έχουν ολοκληρώσει εδώ και πολλά χρόνια την καριέρα τους. Ελάχιστοι οι σύγχρονοι, οι αθλητές που αγωνίζονται αυτές τις μέρες στο Λονδίνο. Φυσικά, υποκειμενική η λίστα που ακολουθεί -γι αυτό κι ο ανώδυνος τίτλος “αγαπημένοι ολυμπιονίκες”- τυχαία η σειρά αναφοράς τους και πολύ συνοπτικά τα κείμενα για τον καθένα. Όσοι αθλητές βρίσκονται εντός, δεν είναι μόνο για τα μετάλλια που κέρδισαν ή τα ρεκόρ που κατέρριψαν μα και για κάτι ακόμα, διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. 


Lasse Virén. Ήταν ο τελευταίος των Lentävä suomalainen, των ιπτάμενων Φιλανδών, όπως χαρακτηρίστηκε ένα σύνολο δρομέων μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων που διέπρεψαν στους στίβους από τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Virén, κέρδισε τέσσερα χρυσά μετάλλια σε δύο συνεχόμενες Ολυμπιάδες, το ` 72 στο Μόναχο και το `76 στο Μόντρεαλ στα 5.000 και στα 10.000 μέτρα. Η κούρσα όμως που έχει μείνει στην ιστορία είναι αυτή των 10000 μέτρων στο Μόναχο. Στον δωδέκατο γύρο του αγώνα έπεσε, αλλά δεν έχασε στιγμή. Σηκώθηκε και συνέχισε να τρέχει, ενώ οι άλλοι αθλητές είχαν ήδη ξεφύγει περισσότερο από 30 μέτρα. Πολύ σύντομα και ενώ απέμεναν περίπου 600 μέτρα, όχι απλώς έφτασε το γκρουπ που προηγείτο, αλλά τους ξεπέρασε για τερματίσει πρώτος, σημειώνοντας μάλιστα παγκόσμιο ρεκόρ με χρόνο 27:38:40. (στο βίντεο, η πτώση στο 1:40)


Teófilo Stevenson, ο Κουβανός πυγμάχος, που πέθανε πολύ πρόσφατα (12.6.2012) σε ηλικία μόλις 60 χρόνων ήταν κάτοχος τριών ολυμπιακών μεταλλίων (στο Μόναχο `72, στο Μόντρεαλ το `76 και στη Μόσχα το `80) και νικητής σε 301 από τους 321 πυγμαχικούς αγώνες που συμμετείχε στα 20 χρόνια της καριέρας. Ο Stevenson, ερασιτέχνης πυγμάχος πιστός στα αθλητικά ιδεώδη αρνήθηκε τη συμμετοχή σε αγώνα επίδειξης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Μωχάμετ Άλι με έπαθλο ένα εκατομμύριο δολάρια λέγοντας: "Prefiero el cariño de ocho millones de cubanos" (Προτιμώ την αγάπη οκτώ εκατομμυρίων Κουβανών)  MuhammadAli: Fighting Spirit - Teófilo Stevenson


Nadia Comăneci. Η Nadia δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η μικρή αθλήτρια που γεννήθηκε το 1961 στο Ονέστι της Ρουμανίας ήταν το perfect ten της ενόργανης γυμναστικής των Ολυμπιακών του Μόντρεαλ το 1976. Κέρδισε συνολικά πέντε χρυσά, τρία ασημένια κι ένα χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ το 1976 και της Μόσχας το 1980. Ακόμα και σήμερα η απόδοσή της -κατά την ταπεινή μου γνώμη ειδικά στη δοκό- παραμένει συγκλονιστική. Όπως επίσης μένει αξέχαστη η τελευταία της κίνηση στο πρόγραμμα που παρουσίασε στο έδαφος. Και για του λόγου το αληθές: First perfect ten - Nadia Comaneci - Montreal 1976 Olympic Games

Mark Spitz ή Mark The Shark, ο Αμερικάνος κολυμβητής που κατάφερε το ακατόρθωτο: στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου το 1972 κατέκτησε επτά χρυσά μετάλλια στα 100 και 200 μέτρα ελεύθερο, στα 100 και 200 μέτρα πεταλούδα, στα 4Χ100 μικτή ατομική και σε δύο σκυταλοδρομίες 4Χ100 και 4Χ200 σημειώνοντας παγκόσμιο ρεκόρ σε όλα τα αγωνίσματα που συμμετείχε. Χρειάστηκε να περάσουν 36 χρόνια για να τον ξεπεράσει κάποιος κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Michael Phelps, με τα οκτώ χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008.


Bob Bemon, “the man who jumped and almost never landed”. Έμεινε στην ιστορία του αθλητισμού με ένα και μοναδικό άλμα που δεν κατάφερε ποτέ να επαναλάβει. Στις 18 Οκτωβρίου του 1968, στους Ολυμπιακούς αγώνες στο Μεξικό, ο Bemon ξεπέρασε το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ κατά 55 εκατοστά, πηδώντας 8.90 μέτρα. “Ο εικοσιδιάχρονος αθλητής έλαβε θέση. Συγκεντρώθηκε για λίγο, πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε να τρέχει. Η επιτάχυνσή του σταδιακά μετέτρεψε το τρέξιμο σε αφηνιασμένο καλπασμό. Ένας καλπασμός που κατέληξε σε ένα δυνατό πάτημα- αρχή της απογείωσης. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια απίστευτη πτήση που όταν την δει κανείς σε αργή κίνηση μπορεί να διακρίνει γιατί αυτό το άλμα χαρακτηρίστηκε η πιο ποιητική στιγμή εκείνων των Αγώνων.” (από παλιότερο ποστ με τίτλο: Beamonesque!) Το ρεκόρ του Beamon καταρρίφθηκε 23 χρόνια αργότερα από τον Mike Powell. (8,95




Edoardo Mangiarotti. Ο ξιφομάχος θρύλος, που πέθανε τον περασμένο Μάιο σε ηλικία 93 ετών. Γιος του επίσης πρωταθλητή ξιφασκίας Giuseppe Mangiarotti αλλά και πατέρας της Ιταλίδας ξιφομάχου Carola Mangiarotti, κέρδισε συνολικά 13 ολυμπιακά μετάλλια, εκ των οποίων τα 6 χρυσά στις πέντε Ολυμπιάδες που έλαβε μέρος. Το `36 στο Βερολίνο, το `48 στο Λονδίνο, το `52 στο Ελσίνκι, το `56 στη Μελβούρνη και το `60 στη Ρώμη. Το 2003 η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή του απένειμε τον Πλατινένιο Στέφανο. Η περγαμηνή που συνόδευε τη διάκριση, έγραφε: «Τα 39 μετάλλια του Edoardo Mangiarotti σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Πρωταθλήματα Ξιφασκίας τον καθιστούν τον μεγαλύτερο ξιφομάχο στην ιστορία του αθλήματος». Εδώ μια σύντομη συνέντευξη του Mangiarotti το 2008. 


Yelena Isinbayeva, η “τσαρίνα των αιθέρων” ή η ωραία Ελένη των αλλεπάλληλων παγκοσμίων ρεκόρ, χρυσή ολυμπιονίκης στην Αθήνα το 2004 και στο Πεκίνο το 2008 και ίσως και του Λονδίνου φέτος, χρυσή όμως και λόγω των συμβολαίων που υπογράφει με μεγάλες εταιρείες και της αποφέρουν τεράστια ποσά. Αυτό το τελευταίο είναι αλήθεια πως το παραβλέπω, όταν την βλέπω να πανηγυρίζει ξέφρενα μετά από ένα ακόμα εκπληκτικό άλμα -εκείνο το 5.05 στις 18 Αυγούστου στο Πεκίνο που αποτελούσε την 24η κατάρριψη του ρεκόρ στο επι κοντώ- και λέω όπως κι ο ισπανόφωνος σχολιαστής στο βίντεο: “Que mujer es!” 




Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Αρχαίο πνεύμα ολέθριο


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σπουδαίος λαός. Σοφοί και άκρως λειτουργικοί. 

Μου φαίνεται ασύλληπτο σήμερα το πώς κατάφερναν να πραγματοποιούν κάθε τέσσερα χρόνια Ολυμπιακούς Αγώνες χωρίς να υπερχρεώνονται, χωρίς να παίρνουν τα μυαλά τους αέρα και, πάνω απ’ όλα, χωρίς να καταρρέουν. 

Είχαν βρει μάλιστα και μια πατέντα, εντελώς δικής τους επινόησης, που, εκκινώντας από το αμιγώς αθλητικό κομμάτι, απέφερε θετικές επιδράσεις και στην οικονομία τους. Οι πόλεις-κράτη της εποχής υποδεχόταν με μεγάλο ενθουσιασμό του Ολυμπιονίκες τους και γκρέμιζαν κατά την άφιξή τους ένα κομμάτι από τα τείχη τους, θέλοντας να δείξουν ότι η αθλητική ρώμη μπορούσε να υποκαταστήσει και με το παραπάνω τις συμβατικές αμυντικές υποδομές. Υποθέτω ότι το έθιμο αυτό θα επέφερε κάποια αύξηση στα ελλείμματα του Δημοσίου, από την άλλη όμως, οδηγούσε προφανέστατα σε αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και σε τόνωση της απασχόλησης και του ΑΕΠ. Το χρήμα κινούνταν, άλλαζε χέρια, και η Οικονομία μεσοπρόθεσμα ωφελούνταν από όλο αυτό το αλισβερίσι. 

Αυτά όσον αφορά τους αρχαίους. Οι Νεοέλληνες, πάλι, δεν έχουν βρει τον τρόπο να αντιπαρέρχονται τη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων χωρίς να υφίστανται κατόπιν λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς. Όχι κάθε τέσσερα χρόνια – δύο φορές μέσα σε εκατόν οκτώ χρόνια το επιχείρησαν και το πλήρωσαν και τις δύο πάρα πολύ ακριβά.

Οι διοργανωτές των Αγώνων του 1896 είχαν το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα πως όταν δήλωναν: “πραγματοποιήσαμε τους πιο λαμπρούς μοντέρνους Ολυμπιακούς Αγώνες που έχουν γίνει ως τώρα”, έλεγαν την αδιαφιλονίκητη αλήθεια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα από που αντλούσαν την ίδια πεποίηθεση οι διοργανωτές του 2004, λες και δεν είχαν προηγηθεί η Βαρκελώνη το `92 και το Σίδνεϊ του 2000. 

Τώρα που το ξανασκέφτομαι κάτω υπο το φως των νέων διδομένων, συνειδητοποιώ ότι οι Έλληνες, παρότι αρχαίοι ως προς την καταγωγή, λειτουργούμε ως προς την ψυχολογία σα μικρά παιδιά. Λες στο παιδί μια καλή κουβέντα, από ευγένεια, από συγκατάβαση ή απλώς για να μην το αποθαρρύνεις, κι εκείνο τη δένει κόμπο και πιστεύει ότι είναι το πιο όμορφο και έξυπνο στην πλάση. Μα και στ` αλήθεια να του το πεις, πράγμα που στην περίπτωσή μας επ` ουδενί ισχύει (“Μπράβο, μεγάλη οργανωτική επιτυχία, τι αγώνες κι αυτοί!”), πάλι καλό δεν του κάνεις. Θα το καβαλήσει το καλάμι και το κοπλιμέντο θα το πληρώνει όλη την υπόλοιπη ζωή του με απανωτές διαψεύσεις και απογοητεύσεις. 

Το συγκεκριμένο λάθος το είχε κάνει το 1941 ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, όταν δήλωσε, καλή τη πίστη, ότι “δεν πολέμησαν οι Έλληνες σαν ήρωες, οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες”, κι ακόμα η υπεροψία που κατέλαβε τους συμπατριώτες μου χάρη σε αυτή τη διπλωματική ρεβεράντζα παραμένει ανίατη.  

 Τέλος πάντως. Καλοί κι ανεπανάληπτοι ήταν οι αγώνες τόσο του 1896 όσο και του 2004, μόνο που οδήγησαν την Ελλάδα σε δύο καταστροφές. 

Την πρώτη φορά ήταν ένας Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, το 1897. Οι Έλλληνες πίστεψαν και τότε στο μεγαλείο της φυλής και οδηγήθηκαν σε μια σύρραξη που κατέληξε σε ολοκληρωτική ήττα, στην υποχρέωση καταβολής υπέρογκων πολεμικών αποζημιώσεων και σε οικονομική καταστροφή. 

Τη δεύτερη φορά, το 2004, το επινίκιο πάρτι κράτησε τουλάχιστον πέντε χρόνια, προτού αποκαλυφθεί ότι το ταμείον ήταν μείον και ότι το μεντέλο της πανίσχυρης δυτικής χώρας, που λουστραρίστηκε και από την “επιτυχία” των αγώνων, ήταν ιμιτασιόν. 

Οι Αμερικάνοι φίλοι μας από την Ατλάντα είχαν κάνει μια προσπάθεια να μας σώσουν από τον αυτοχειριασμό οκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν “μας άρπαξαν μέσα απ` τα χέρια μας” τους αγώνες του 1996, που είχαμε πιστέψει ότι μας ανήκαν επετειακό δικαίω. Είχαμε θεωρήσει τότε προκλητικό το γεγονός αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν διοργανώσει και τους αγώνες του 1984 στο Λος Άντζελες- οι κατάρες εναντίον της coca cola και των λοιπόν πολυεθνικών είχαν φτάσει μέχρι τον ουρανό. Δεν ξέραμε τότε ότι θα έπρεπε μάλλον να ευγνωμονούμε τους Αθάνατους και την Ατλάντα που μας γλύτωσαν -πρόσκαιρα έστω- από το εθνικό όνειδος και την καταστροφή, αλλά εμείς προτιμήσαμε τότε να κρεμάσουμε την ταμπέλα του προδότη στους λίγους που ψέλλιζαν ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα αποδεικνύονταν ολέθριοι για τη χώρα. Οι Αθάνατοι, από την πλευρά τους, βιώνοντας την αχαριστία μας, αποφάσισαν να μας εκδικηθούν προσφέροντάς μας τους αγώνες του 2004. 

Τί να κάνεις, έτσι γράφεται η Ιστορία. Οι Καταλανοί και οι Αυστραλοί τα κατάφεραν, έστω κι αν δεν είναι τόσο αρχαίοι λαοί- ή ενδεχομένως ακριβώς γι αυτό. Εμείς πάλι, όχι. Όσο για τους Κινέζους (εκείνοι κι αν είναι αρχαίος λαός!), το θέμα δεν έχει ακόμα κριθεί. Φαίνεται μεν πως την έβγαλαν καθαρή, αλλά έχουν περάσει μόνο τέσσερα χρόνια από τους δικούς τους Αγώνες. 

Τί είναι τέσσερα χρόνια μπροστά στη μακρά πορεία ενός αρχαίου λαού μέσα στους αιώνες; 






Το κείμενο που  διαβάσατε προέρχεται από το βιβλίο του Χριστόφορου Κάσδαγλη Ανώνυμοι Χρεωκοπημένοι” που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.






Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Τα τσαρούχια του μπάρμπα Σπύρου




Το Παλαί ντε Σπορ ασφυκτικά γεμάτο. Η χαρά της πρόκρισης στον ημιτελικό του σχολικού πρωταθλήματος, πάγωσε μόλις είδαμε το πλήθος στις κερκίδες, τους προβολείς, τα γυαλίσματα του παρκέ, τις άψογες στολές των αντιπάλων αλλά κυρίως από το δέος στη σκέψη πόσα ονόματα είχαν παίξει εκεί πριν από μας. Αίσθηση ανατριχίλας καθώς μπαίναμε από τα αποδυτήρια στο γήπεδο, φορώντας όλοι τις ίδιες τεράστιες φανέλες που μας έδωσαν τελευταία στιγμή, ανόμοιες φόρμες, ανόμοια σορτσάκια και χαμηλά παπούτσια· αθλητικά βέβαια, όχι όμως του μπάσκετ. Σαν κομπάρσοι σε υπερπαραγωγή του Χόλιγουντ νιώσαμε πηγαίνοντας προς τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

"Να θυμάστε τον μπάρμπα Σπύρο" είπε ο γυμναστής μας, ο κύριος Θέμης, αντί τελευταίας οδηγίας μετά το ζέσταμα και δευτερόλεπτα πριν το jump ball. Στον πίνακα ο χρόνος μηδενισμένος, το σκορ το ίδιο κι από πάνω, δίπλα στο όνομα γνωστού ιδιωτικού σχολείου της Θεσσαλονίκης, το δικό μας χωρίς όνομα σχολείο, να συνοδεύεται ταπεινά από το όνομα της μικρής μας πόλης.

Θυμάμαι ακόμα τις ιαχές: ξεκινούσαν, δυνάμωναν, κορυφώνονταν κι ύστερα έσβηναν για να αρχίσουν και πάλι μετά από λίγο τον ίδιο κύκλο. Θυμάμαι την πολύχρωμη κερκίδα γεμάτη μαθητές να σαλεύει σαν ένα σώμα σε κάθε φάση του αγώνα. Τον ήχο του παρκέ -σα μελωδία στα αυτιά μου- στα βήματά μας, στις τρίπλες της μπάλας. Τον άγριο ήχο του ηλεκτρονικού χρονόμετρου, τα αυστηρά σφυρίγματα των διαιτητών. Το ιδρώτα. Το λαχάνιασμα από το πάνω -κάτω, από τη μια ρακέτα στην άλλη. Την αίσθηση της δερμάτινης μπάλας που για πρώτη φορά είχα νοιώσει στα χέρια μου. Θυμάμαι ακόμα σκόρπιες φάσεις του αγώνα, όχι όμως σα σε ταινία μα σε  εικόνες. Κάπως θολές πια.



Ψιλό, πολύ ψιλό άσπρο χαλικάκι στον στίβο και χώμα χιλιοπατημένο -σωστό τσιμέντο- στο γήπεδο του ποδοσφαίρου. Οι εστίες, ένα σκέτο Π· ούτε δίχτυ ούτε τίποτα. Να σου κόβεται η χαρά του γκολ καθώς η μπάλα έφευγε, περνούσε την πέτρινη μάντρα του γηπέδου και χάνονταν αντί να τινάξει τα δίχτυα και να μείνει εκεί, στο χώρο της εστίας αποδεικνύοντας το σκοράρισμα.

Στο  γήπεδο του μπάσκετ στο σχολείο, χώμα κάτω, που με τις χιλιάδες τρίπλες άφηνε να φανούν στη ρακέτα κάτι γυαλιστερές πέτρες κι έπρεπε εκτός το μαρκάρισμα των αντιπάλων κι αυτές να τις υπολογίζεις για να μη χάσεις τη μπάλα άδοξα λίγο πριν το jump shoot. Κι η μπασκέτα, σιδερένια με τη στεφάνη λυγισμένη να κρέμεται και με ένα δίχτυ όχι κανονικό, μα από αλυσίδες να κουδουνίζει το ίδιο σε επιτυχημένα κι αποτυχημένα σουτ.

Για κλειστό ούτε λόγος. Σε μια αποθήκη,  ένα δίχτυ για βόλεϊ που το είχαν φάει τα ποντίκια, πέντε- έξι σκουριασμένες σφαίρες, μερικές μπάλες ποδοσφαίρου και μπάσκετ και τα της ενόργανης. Άμα ήταν καλός ο καιρός, κουβαλούσαμε τα στρώματα και σέρναμε τον ασήκωτο ίππο έξω στο προαύλιο. Στις μεγάλες ζέστες, τέλη Μαΐου και Ιούνιο καιγόταν η πλάτη σε κάθε κυβίστηση κι αν μετά από άλμα έπεφτες πάνω στο στρώμα φαρδύς πλατύς βιαζόσουν να σηκωθείς γιατί δεν άντεχες εκτός από το κάψιμο και τη μπόχα του παλιού αφρολέξ που έχασκε κίτρινο από τις ξηλωμένες ραφές. Μια ξινή μπόχα παλιοκαιρισμένου ιδρώτα.

Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια για όλα τα αθλήματα. Δρόμους, άλματα, ποδόσφαιρο, μπάσκετ. Γύριζαν τα πόδια μας κάθε τόσο και φτάναμε κουτσαίνοντας στο σπίτι κι αν ήταν απλός ο τραυματισμός και δεν χρειαζόταν ακτινογραφίες, γιατρούς και γύψους, πάστωναν το πρήξιμο οι μανάδες με στουμπισμένα κρεμμύδια και το κεφάλι μας με μουρμούρα. Ατέλειωτη μουρμούρα, χειρότερη από αυτή που ακούγαμε κάθε μέρα όταν γυρίζαμε λασπωμένοι από χιλιόμετρα ανώμαλου δρόμου ή από φιλικά παιχνίδια μέσα στις λάσπες.

Μόνη παρηγοριά στους τραυματισμούς, το άραγμα στο σπίτι με το πονεμένο πόδι ψηλά και τις απουσίες από τα μαθήματα δικαιολογημένες. Άραγμα μπροστά στην τηλεόραση, να βλέπεις τα αθλητικά, σα μυσταγωγία. Να προσπαθείς, ειδικά στις επαναλήψεις των καλών φάσεων σε slow motion, πρώτα να κατανοήσεις κι έπειτα να αποστηθίζεις την τεχνική του ανάποδου ψαλιδιού που κατέληγε σε θεϊκό γκολ, ενός επιθετικού σερβίς που έφευγε τρελά φαλτσαριστό έτοιμο να ξεγελάσει και την καλύτερη υποδοχή, ή ενός ονειρικού καρφώματος. Και μετά, να χαζεύεις το κρέμασμα του θριαμβευτή παίκτη και την στιγμιαία αιώρησή του από τη στεφάνη της μπασκέτας μέσα σε φλας και ιαχές.

Το βράδυ, εκεί που έκλεινες τα μάτια για να κοιμηθείς,  έμενες άγρυπνος από τον πόνο, όχι του χτυπημένου ποδιού, μα από εκείνον το χειρότερο της ζήλιας για τα κλειστά γυμναστήρια των μεγάλων πόλεων, με το παρκέ, τις διάφανες μπασκέτες με τα όμορφα διχτάκια, το κεραμιδί ταρτάν με τις άσπρες λωρίδες στους αγώνες δρόμου, τα απαστράπτοντα αποδυτήρια και τα παπούτσια των αθλητών. Αυτά τα παπούτσια που εμείς θα έπρεπε να ταξιδέψουμε σε μια μεγαλύτερη πόλη για να τα αγοράσουμε και πάντα την τελευταία στιγμή οι γονείς μας αναρωτιόταν αν ήταν απαραίτητα.

Συχνά γκρινιάζαμε στο γυμναστή μας για όλα αυτά που δεν είχαμε και τού λέγαμε: “έστω, να στρώσουν με τσιμέντο το γήπεδο του μπάσκετ”. Από τη στιγμή που μάθαμε για τη συμμετοχή μας στο σχολικό πρωτάθλημα μπάσκετ δεν τον αφήναμε πια ούτε λεπτό σε ησυχία για τις φανέλες τουλάχιστον που θα έπρεπε να έχουμε. Τότε ήταν που μας μίλησε για πρώτη φορά για τον “μπάρμπα Σπύρο με τα τσαρούχια”. Έτσι τον έλεγε  κι ας ήταν μόλις 24 χρόνων στους Ολυμπιακούς της Αθήνας ο Σπύρος Λούης. Ο νερουλάς από το Μαρούσι που στις 29 Μαρτίου του 1896, την πέμπτη μέρα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων είπε, το δικό του “Νενικήμαμεν” τερματίζοντας στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο πρώτος στο Μαραθώνιο  δρόμο έχοντας αφήσει  πίσω του τους άλλους 16 αθλητές που είχαν λάβει μέρος στον αγώνα. “Ούτε στολή είχε ο μπάρμπα Σπύρος ούτε παπούτσια, ούτε προπονητή. Με τσαρούχια και φουστανέλα έτρεξε και κέρδισε. Κι εσείς το ίδιο θα κάνετε” κατέληξε εκείνη τη μέρα ο κύριος Θέμης.

Ήταν μια εποχή -και ήμασταν στην ηλικία- που οι μύθοι έκαναν ακόμα καλά τη δουλειά τους. Έτσι πιστέψαμε κι αρχίσαμε την προετοιμασία. Ατέλειωτα χιλιόμετρα κάθε μέρα -ακόμα και με χιόνι και με βροχή- προπόνηση στο γήπεδο μέχρι που νύχτωνε και δεν βλέπαμε ούτε τη μύτη μας και βέβαια εντατική παρακολούθηση αγώνων στην τηλεόραση. Οι νίκες άρχισαν να έρχονται η μια μετά την άλλη επιβεβαιώνοντας του μύθου το αληθές: πρώτα αποκλείσαμε τα άλλα σχολεία του νομού μας, μετά των γειτονικών νομών και ήμασταν πια σχεδόν βέβαιοι ότι θα επικρατήσουμε και στον ημιτελικό στη Θεσσαλονίκη. Και -χωρίς να το ομολογούμε ούτε μεταξύ μας- ονειρευόμασταν ότι μια μέρα θα επιστρέφαμε τροπαιούχοι από τον τελικό της Αθήνας στη μικρή μας πόλη, φωνάζοντας "Νενικήκαμεν".


Σε εκείνον τον αγώνα στο Αλεξάνδρειο, χάσαμε. Δεν θυμάμαι το σκορ μα η διαφορά δεν ήταν μεγάλη, το πολύ 2-3 πόντοι. Στο λεωφορείο στην επιστροφή ήμασταν πολύ στεναχωρημένοι που δεν τερματίσαμε κι εμείς πρώτοι σαν τον μπάρμπα Σπύρο, που δεν σηκώσαμε κανένα κύπελλο. Που τελικά δεν θα είχαμε το δικαίωμα αντί για το γαϊδουράκι που ζήτησε εκείνος για τη νίκη του από το Γεώργιο τον Α, να ζητήσουμε από τον λυκειάρχη ή ακόμα κι από το δήμαρχο της μικρής μας πόλης, μια μπετονιέρα τσιμέντο να πέσει στο γήπεδό μας και να εξαφανίσει τις πέτρες.

Τώρα που το σκέφτομαι όμως, ήταν μεγάλος  άθλος  να φτάσουμε ως τον ημιτελικό. Ένας μαραθώνιος ήταν η απόσταση που διανύσαμε από το χώμα στο γηπεδάκι μας, μέχρι το γυαλιστερό παρκέ του Παλαί Ντε Σπορ. Κι είμαι σίγουρος πως το καταφέραμε μόνο και μόνο γιατί πριν από κάθε αγώνα ο κύριος Θέμης, ο γυμναστής μας, επέμενε να μας θυμίζει τον "μπάρμπα Σπύρο με τα τσαρούχια του".




Αφορμή γι αυτή την ανάρτηση ήταν η είδηση ότι το ασημένιο κύπελλο που είχε απονεμηθεί στον Σπύρο Λούη για τη νίκη του στον 1ο Μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα, βγαίνει σε δημοπρασία από τον οίκο Christie's στις 18 Απριλίου, στο Λονδίνο. Είναι μάλλον περιττό να γράψω πόσο πολύ με στεναχώρησε η είδηση. Ευτυχώς όμως ήρθε σαν παρηγοριά αυτές τις μέρες το άλμα του Δημήτρη Χονδροκούκη στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κλειστού Στίβου στην Κωνσταντινούπολη.


Το κύπελλο του Σπύρου Λούη, στην ενδέκατη σελίδα του καταλόγου της δημοπρασίας Vintage Posters and Olympic Icons. Και εδώ, “Εκστρατεία για το κύπελλο του Σπύρου Λούη"