Το
Παλαί
ντε Σπορ ασφυκτικά γεμάτο. Η χαρά της
πρόκρισης στον ημιτελικό του σχολικού
πρωταθλήματος, πάγωσε μόλις είδαμε το
πλήθος στις κερκίδες, τους προβολείς,
τα γυαλίσματα του παρκέ, τις άψογες
στολές των αντιπάλων αλλά κυρίως από
το δέος στη σκέψη πόσα ονόματα είχαν
παίξει εκεί πριν από μας. Αίσθηση
ανατριχίλας καθώς μπαίναμε από τα
αποδυτήρια στο γήπεδο, φορώντας όλοι
τις ίδιες τεράστιες φανέλες που μας
έδωσαν τελευταία στιγμή, ανόμοιες
φόρμες, ανόμοια σορτσάκια και χαμηλά
παπούτσια· αθλητικά βέβαια, όχι όμως
του μπάσκετ. Σαν κομπάρσοι σε υπερπαραγωγή
του Χόλιγουντ νιώσαμε πηγαίνοντας προς
τον πάγκο των φιλοξενούμενων.
"Να
θυμάστε τον μπάρμπα Σπύρο" είπε ο
γυμναστής μας, ο κύριος Θέμης, αντί
τελευταίας οδηγίας μετά το ζέσταμα και
δευτερόλεπτα πριν το jump ball.
Στον πίνακα ο χρόνος μηδενισμένος,
το σκορ το ίδιο κι από πάνω, δίπλα στο
όνομα γνωστού ιδιωτικού σχολείου της
Θεσσαλονίκης, το δικό μας χωρίς όνομα
σχολείο, να συνοδεύεται ταπεινά από το
όνομα της μικρής μας πόλης.
Θυμάμαι
ακόμα τις ιαχές: ξεκινούσαν, δυνάμωναν,
κορυφώνονταν κι ύστερα έσβηναν για να
αρχίσουν και πάλι μετά από λίγο τον ίδιο
κύκλο. Θυμάμαι την πολύχρωμη κερκίδα
γεμάτη μαθητές να σαλεύει σαν ένα σώμα
σε κάθε φάση του αγώνα. Τον ήχο του παρκέ
-σα μελωδία στα αυτιά μου- στα βήματά
μας, στις τρίπλες της μπάλας. Τον άγριο
ήχο του ηλεκτρονικού χρονόμετρου, τα
αυστηρά σφυρίγματα των διαιτητών. Το
ιδρώτα. Το λαχάνιασμα από το πάνω -κάτω,
από τη μια ρακέτα στην άλλη. Την αίσθηση
της δερμάτινης μπάλας που για πρώτη
φορά είχα νοιώσει στα χέρια μου. Θυμάμαι
ακόμα σκόρπιες φάσεις του αγώνα, όχι
όμως σα σε ταινία μα σε εικόνες.
Κάπως θολές πια.
Ψιλό,
πολύ ψιλό άσπρο χαλικάκι στον στίβο και
χώμα χιλιοπατημένο -σωστό τσιμέντο- στο
γήπεδο του ποδοσφαίρου. Οι εστίες, ένα
σκέτο Π· ούτε δίχτυ ούτε τίποτα. Να σου
κόβεται η χαρά του γκολ καθώς η μπάλα
έφευγε, περνούσε την πέτρινη μάντρα του
γηπέδου και χάνονταν αντί να τινάξει
τα δίχτυα και να μείνει εκεί, στο χώρο
της εστίας αποδεικνύοντας το σκοράρισμα.
Στο γήπεδο του μπάσκετ στο σχολείο,
χώμα κάτω, που με τις χιλιάδες τρίπλες
άφηνε να φανούν στη ρακέτα κάτι γυαλιστερές
πέτρες κι έπρεπε εκτός το μαρκάρισμα
των αντιπάλων κι αυτές να τις υπολογίζεις
για να μη χάσεις τη μπάλα άδοξα λίγο
πριν το jump shoot. Κι η μπασκέτα,
σιδερένια με τη στεφάνη λυγισμένη να κρέμεται και με ένα δίχτυ όχι κανονικό, μα από αλυσίδες
να κουδουνίζει το ίδιο σε επιτυχημένα
κι αποτυχημένα σουτ.
Για
κλειστό ούτε λόγος. Σε μια αποθήκη, ένα
δίχτυ για βόλεϊ που το είχαν φάει τα
ποντίκια, πέντε- έξι σκουριασμένες
σφαίρες, μερικές μπάλες ποδοσφαίρου
και μπάσκετ και τα της ενόργανης. Άμα
ήταν καλός ο καιρός, κουβαλούσαμε τα
στρώματα και σέρναμε τον ασήκωτο ίππο
έξω στο προαύλιο. Στις μεγάλες ζέστες,
τέλη Μαΐου και Ιούνιο καιγόταν η πλάτη
σε κάθε κυβίστηση κι αν μετά από άλμα
έπεφτες πάνω στο στρώμα φαρδύς πλατύς
βιαζόσουν να σηκωθείς γιατί δεν άντεχες
εκτός από το κάψιμο και τη μπόχα του
παλιού αφρολέξ που έχασκε κίτρινο από
τις ξηλωμένες ραφές. Μια ξινή μπόχα
παλιοκαιρισμένου ιδρώτα.
Ένα
ζευγάρι αθλητικά παπούτσια για όλα τα
αθλήματα. Δρόμους, άλματα, ποδόσφαιρο,
μπάσκετ. Γύριζαν τα πόδια μας κάθε τόσο
και φτάναμε κουτσαίνοντας στο σπίτι κι
αν ήταν απλός ο τραυματισμός και δεν
χρειαζόταν ακτινογραφίες, γιατρούς και
γύψους, πάστωναν το πρήξιμο οι μανάδες
με στουμπισμένα κρεμμύδια και το κεφάλι
μας με μουρμούρα. Ατέλειωτη μουρμούρα,
χειρότερη από αυτή που ακούγαμε κάθε
μέρα όταν γυρίζαμε λασπωμένοι από
χιλιόμετρα ανώμαλου δρόμου ή από φιλικά
παιχνίδια μέσα στις λάσπες.
Μόνη
παρηγοριά στους τραυματισμούς, το άραγμα
στο σπίτι με το πονεμένο πόδι ψηλά και
τις απουσίες από τα μαθήματα δικαιολογημένες.
Άραγμα μπροστά στην τηλεόραση, να
βλέπεις τα αθλητικά, σα μυσταγωγία. Να
προσπαθείς, ειδικά στις επαναλήψεις
των καλών φάσεων σε slow motion,
πρώτα να κατανοήσεις κι έπειτα να
αποστηθίζεις την τεχνική του ανάποδου
ψαλιδιού που κατέληγε σε θεϊκό γκολ,
ενός επιθετικού σερβίς που έφευγε τρελά
φαλτσαριστό έτοιμο να ξεγελάσει και
την καλύτερη υποδοχή, ή ενός ονειρικού
καρφώματος. Και μετά, να χαζεύεις το
κρέμασμα του θριαμβευτή παίκτη και την
στιγμιαία αιώρησή του από τη στεφάνη
της μπασκέτας μέσα σε φλας και ιαχές.
Το
βράδυ, εκεί που έκλεινες τα μάτια για
να κοιμηθείς, έμενες άγρυπνος από
τον πόνο, όχι του χτυπημένου ποδιού, μα
από εκείνον το χειρότερο της ζήλιας
για τα κλειστά γυμναστήρια των μεγάλων
πόλεων, με το παρκέ, τις διάφανες μπασκέτες
με τα όμορφα διχτάκια, το κεραμιδί ταρτάν με τις άσπρες λωρίδες στους
αγώνες δρόμου, τα απαστράπτοντα αποδυτήρια
και τα παπούτσια των αθλητών. Αυτά τα
παπούτσια που εμείς θα έπρεπε να
ταξιδέψουμε σε μια μεγαλύτερη πόλη για
να τα αγοράσουμε και πάντα την τελευταία
στιγμή οι γονείς μας αναρωτιόταν αν
ήταν απαραίτητα.
Συχνά
γκρινιάζαμε στο γυμναστή μας για όλα
αυτά που δεν είχαμε και τού λέγαμε:
“έστω, να στρώσουν με τσιμέντο το
γήπεδο του μπάσκετ”. Από τη στιγμή που μάθαμε
για τη συμμετοχή μας στο σχολικό
πρωτάθλημα μπάσκετ δεν τον αφήναμε πια ούτε
λεπτό σε ησυχία για τις φανέλες τουλάχιστον
που θα έπρεπε να έχουμε. Τότε ήταν που
μας μίλησε για πρώτη φορά για τον “μπάρμπα
Σπύρο με τα τσαρούχια”. Έτσι τον έλεγε κι ας ήταν μόλις 24 χρόνων
στους Ολυμπιακούς της Αθήνας ο Σπύρος Λούης. Ο νερουλάς από το Μαρούσι που στις 29 Μαρτίου του
1896, την πέμπτη μέρα των πρώτων σύγχρονων
Ολυμπιακών Αγώνων είπε, το δικό του
“Νενικήμαμεν” τερματίζοντας στο
Καλλιμάρμαρο Στάδιο πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο έχοντας αφήσει πίσω του τους άλλους 16 αθλητές
που είχαν λάβει μέρος στον αγώνα. “Ούτε
στολή είχε ο μπάρμπα Σπύρος ούτε
παπούτσια, ούτε προπονητή. Με τσαρούχια
και φουστανέλα έτρεξε και κέρδισε. Κι
εσείς το ίδιο θα κάνετε” κατέληξε εκείνη τη μέρα ο κύριος Θέμης.
Ήταν
μια εποχή -και ήμασταν στην ηλικία- που
οι μύθοι έκαναν ακόμα καλά τη δουλειά
τους. Έτσι πιστέψαμε κι αρχίσαμε την
προετοιμασία. Ατέλειωτα χιλιόμετρα
κάθε μέρα -ακόμα και με χιόνι και με
βροχή- προπόνηση στο γήπεδο μέχρι που
νύχτωνε και δεν βλέπαμε ούτε τη μύτη
μας και βέβαια εντατική παρακολούθηση
αγώνων στην τηλεόραση. Οι νίκες άρχισαν
να έρχονται η μια μετά την άλλη
επιβεβαιώνοντας του μύθου το αληθές: πρώτα αποκλείσαμε τα άλλα σχολεία του
νομού μας, μετά των γειτονικών νομών
και ήμασταν πια σχεδόν βέβαιοι ότι θα
επικρατήσουμε και στον ημιτελικό στη
Θεσσαλονίκη. Και -χωρίς να το ομολογούμε
ούτε μεταξύ μας- ονειρευόμασταν ότι μια μέρα θα
επιστρέφαμε τροπαιούχοι από τον τελικό
της Αθήνας στη μικρή μας πόλη, φωνάζοντας "Νενικήκαμεν".

Σε
εκείνον τον αγώνα στο Αλεξάνδρειο,
χάσαμε. Δεν θυμάμαι το σκορ μα η διαφορά
δεν ήταν μεγάλη, το πολύ 2-3 πόντοι. Στο
λεωφορείο στην επιστροφή ήμασταν πολύ
στεναχωρημένοι που δεν τερματίσαμε κι
εμείς πρώτοι σαν τον μπάρμπα Σπύρο, που
δεν σηκώσαμε κανένα κύπελλο. Που τελικά
δεν θα είχαμε το δικαίωμα αντί για το
γαϊδουράκι που ζήτησε εκείνος για τη
νίκη του από το Γεώργιο τον Α, να ζητήσουμε
από τον λυκειάρχη ή ακόμα κι από το
δήμαρχο της μικρής μας πόλης, μια
μπετονιέρα τσιμέντο να πέσει στο γήπεδό
μας και να εξαφανίσει τις πέτρες.
Τώρα
που το σκέφτομαι όμως, ήταν μεγάλος άθλος να φτάσουμε ως τον
ημιτελικό. Ένας μαραθώνιος ήταν η
απόσταση που διανύσαμε από το χώμα στο
γηπεδάκι μας, μέχρι το γυαλιστερό παρκέ του Παλαί
Ντε Σπορ. Κι είμαι σίγουρος πως το
καταφέραμε μόνο και μόνο γιατί πριν από
κάθε αγώνα ο κύριος Θέμης, ο γυμναστής
μας, επέμενε να μας θυμίζει τον "μπάρμπα
Σπύρο με τα τσαρούχια του".
Αφορμή γι
αυτή την ανάρτηση ήταν η είδηση
ότι το
ασημένιο κύπελλο που είχε απονεμηθεί
στον Σπύρο Λούη για τη νίκη του στον 1ο
Μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων του
1896 στην Αθήνα, βγαίνει σε δημοπρασία
από τον οίκο Christie's στις 18 Απριλίου, στο
Λονδίνο. Είναι μάλλον περιττό να γράψω
πόσο πολύ με στεναχώρησε η είδηση. Ευτυχώς
όμως ήρθε σαν παρηγοριά αυτές τις μέρες
το άλμα
του Δημήτρη
Χονδροκούκη στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα
Κλειστού Στίβου στην Κωνσταντινούπολη.
Το
κύπελλο του Σπύρου Λούη, στην ενδέκατη
σελίδα του καταλόγου
της δημοπρασίας Vintage
Posters and Olympic Icons. Και
εδώ,
“Εκστρατεία
για το κύπελλο του Σπύρου Λούη"