Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάστορες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάστορες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Ardi (Κώστας), 43



Σηκώνει το τσιμέντο, σκίζει το χαρτί και το αδειάζει στη γούβα της άμμου. Ανακατεύει με το φτυάρι το χαρμάνι, το φορτώνει στο καρότσι, το ρίχνει στα καλούπια κι ύστερα  το στρώνει αριστοτεχνικά με το μυστρί. Ρίχνει πάνω στην επιφάνεια τσιμέντο σκόνη, το υγρό το πίνει, το ξαναστρώνει. Ξαναρίχνει, το ξαναστρώνει. Πολλές φορές. Στεγνώνει και νομίζεις πως είναι μάρμαρο από τη γυαλάδα κι όχι ένα ταπεινό χαρμάνι με άμμο, τσιμέντο και ψιλό γαρμπίλι. Γεννημένος μάστορας ο Ardi. Τεχνίτης με αντίληψη, σβέλτος κι ακούραστος. Και πάνω από όλα φιλότιμος.

Το χειμώνα -λίγο ο καιρός, περισσότερο η κρίση- νεκρή η οικοδομή, μόνο δυο δουλειές του έτυχαν. Σκεπές. Από την αρχή, όχι μερεμέτια. Η μια κατέρρευσε από το βάρος του χιονιού ή άλλη από φωτιά που ξεκίνησε από τη μπουκωμένη καμινάδα. Κατάφεραν να τη σβήσουν -έτρεξε αμέσως όλο το χωριό- πριν καταστραφεί το σπίτι.

Τα κουτσοβόλεψαν,  με τα λεφτά από τις σκεπές και με τα αυτά που είχαν στην άκρη. Μη φανταστείς κανένα σπουδαίο κομπόδεμα. Αρχές της άνοιξης ζόρισαν πολύ τα πράγματα άρχισαν οι σκληρές περικοπές. Πήγε στο φροντιστήριο της κόρης και τους είπε ότι τέρμα, σταματάει, δεν μπορούν πια να πληρώσουν. Ο καθηγητής, του είπε: “Ούτε να το συζητάς. Το παιδί θα συνεχίσει, χωρίς λεφτά. Αν και όταν έχεις τα πληρώνεις. Αν όχι, δεν πειράζει. Αλλά δε θα σταματήσει λίγο πριν τις εξετάσεις η καλύτερη μαθήτρια.”

Το δέχτηκε με βαριά αλλά πολύ περήφανη καρδιά. Τώρα, που  έχει εδώ κι   μήνα δουλειά, ό τι μπορεί το ξεχωρίζει,  πάει να τους το δώσει αλλά εκείνοι τον διώχνουν. “Αργότερα” του λένε “αργότερα...”. Πήγε καλά η μικρή, μπορεί να περάσει και νομική. Πώς θα τα βγάλει πέρα; Πώς θα της στέλνει; Θα κάνει το σκατό του παξιμάδι, αλλά το κορίτσι του θα σπουδάσει.  Σηκώνεται στις 6 για να φύγει για δουλειά και τη βρίσκει πάνω στο βιβλίο. Μαύρους κύκλους γέμισαν τα μάτια της από το διάβασμα όλη νύχτα.

Όταν γεννήθηκε η μικρή στην Αλβανία, στα μεγάλα ζόρια που δεν είχαν να φάνε, πήρε ένα γαϊδουράκι, πήγαινε αξημέρωτα στη Μπίλιστα, το φόρτωνε δύο τσουβάλια ζάχαρη -πενήντα κιλά από τη μια και πενήντα από την άλλη-  και γύριζε από χωριό σε χωριό και τα πουλούσε. Έτσι επέζησαν τότε. Τώρα άμα χρειαστεί στον ώμο θα τα πάρει τα σακιά και θα τα κουβαλήσει. Αλλά η μικρή θα σπουδάσει. 



Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Οι μάστορες



Διαβάζω στη lifo ότι στην είσοδο μιας νεόδμητης πολυκατοικίας στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα πολύχρωμος πίνακας με όλα τα ονόματα των μαστόρων που δούλεψαν για την ανέγερσή της καθώς και οι ειδικότητές τους και οι τόποι / χώρες καταγωγής τους με τίτλο: “Αυτή η οικοδομή φτιάχτηκε κομμάτι κομμάτι από τους...”. Ο Άρης Διμοκίδης, που υπογράφει το μικρό σημείωμα επισημαίνει ότι μάλλον αυτός ο πίνακας είναι μοναδικός στη χώρα.

Απο τα σχόλια που ακολουθούν το δημοσίευμα ξεχωρίζω: Δεν ειναι ακριβώς το ίδιο, αλλα δίπλα στα διόδια της Γέφυρας Ρίου Αντιρρίου, υπάρχει μια μικρή κατασκευή, σαν πυραμίδα, που αναγράφονται τα ονόματα όλων όσων δούλεψαν για την κατασκευή της...”

Με αφορμή αυτό το σχόλιο, θυμήθηκα ότι στην έκθεση «Τάσος Μπίρης - Δημήτρης Μπίρης Αρχιτεκτονική: Το αμφίδρομο πέρασμα ανάμεσα στην εφαρμογή και στη διδασκαλία» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς που ολοκληρώθηκε στις 20/3 και μάλιστα στην αρχή της, αναφερόταν εκτός από τα ονόματα των μηχανικών που συνεργάστηκαν κατά καιρούς με το γραφείο των αδελφών Μπίρη, τα ονόματα όλων των μαστόρων που δούλεψαν στην ανέγερση των κτηρίων που σχεδίασε το γραφείο.


Κι έτσι όπως η μνήμη δε σταματά να κάνει άλματα, θυμήθηκα και κάτι άλλο...

Πριν από αρκετά χρόνια στο πρώτο μου ταξίδι στην Σύρο, είχα την τύχη να φιλοξενηθώ για λίγες μέρες στη Μονή των Καπουτσίνων της Άνω Σύρου από τον ηγούμενο, τον πατέρα Δημήτριο Φρέρη. Εκείνες τις μέρες ολοκληρωνόταν μια μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση της παρακείμενης εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη – κτίσμα του 1635- που την χωρίζει από τη μονή μια εκπληκτική εμπροστιάδα .

Ένα απόγευμα ενώ πίναμε τον καφέ μας –καπουτσίνο φυσικά- στην αυλή της μονής, όπου κάποτε συνεδρίαζαν οι δημογέροντες του νησιού, ο ηγούμενος άρχισε να συντάσσει ένα κείμενο με θέμα την ανακαίνιση του ναού. Περιέγραφε αναλυτικά, πότε άρχισαν οι εργασίες, πόσο χρόνο διήρκεσαν, τι ακριβώς περιλάμβαναν, ποιοί εργάτες και ποιοι μαστόροι εργάστηκαν, από πού κατάγονταν καθώς και τα ποσά που δαπανήθηκαν για τις εργασίες και την αγορά υλικών.

Θεώρησα πως ήταν μια υπερβολικά αναλυτική αναφορά για κάποιο βιβλίο εσόδων -εξόδων της μονής, αλλά μου εξήγησε ότι το κείμενο προοριζόταν για να αντιγραφεί στην εσωτερική πλευρά του φύλλου ενός εντοιχισμένου ντουλαπιού που κατασκευάστηκε από τα ξύλινα κασόνια μέσα στα οποία παρελάμβανε τα κεριά που ερχόταν από τη Βενετία. Και συμπλήρωσε: “Για να τα βλέπουν χρόνια μετά οι άνθρωποι και να θυμούνται αυτούς που ίδρωσαν και κόπιασαν εδώ μέσα.”