Σηκώνει
το τσιμέντο, σκίζει το χαρτί και το αδειάζει στη γούβα της άμμου. Ανακατεύει με το φτυάρι το χαρμάνι, το φορτώνει στο καρότσι, το
ρίχνει στα καλούπια κι ύστερα το
στρώνει αριστοτεχνικά με το μυστρί.
Ρίχνει πάνω στην επιφάνεια τσιμέντο σκόνη, το υγρό το πίνει, το ξαναστρώνει. Ξαναρίχνει, το ξαναστρώνει. Πολλές φορές.
Στεγνώνει και νομίζεις πως είναι μάρμαρο
από τη γυαλάδα κι όχι ένα ταπεινό χαρμάνι
με άμμο, τσιμέντο και ψιλό γαρμπίλι. Γεννημένος
μάστορας ο Ardi. Τεχνίτης με αντίληψη, σβέλτος
κι ακούραστος. Και πάνω από όλα φιλότιμος.
Το
χειμώνα -λίγο ο καιρός, περισσότερο η
κρίση- νεκρή η οικοδομή, μόνο δυο δουλειές
του έτυχαν. Σκεπές. Από την αρχή, όχι
μερεμέτια. Η μια κατέρρευσε από το βάρος
του χιονιού ή άλλη από φωτιά που ξεκίνησε
από τη μπουκωμένη καμινάδα. Κατάφεραν
να τη σβήσουν -έτρεξε αμέσως όλο το
χωριό- πριν καταστραφεί το σπίτι.
Τα
κουτσοβόλεψαν, με τα λεφτά από τις
σκεπές και με τα αυτά που είχαν στην
άκρη. Μη φανταστείς κανένα σπουδαίο κομπόδεμα. Αρχές της άνοιξης ζόρισαν
πολύ τα πράγματα άρχισαν οι σκληρές
περικοπές. Πήγε στο φροντιστήριο της
κόρης και τους είπε ότι τέρμα, σταματάει,
δεν μπορούν πια να πληρώσουν. Ο καθηγητής, του είπε: “Ούτε να το συζητάς. Το παιδί
θα συνεχίσει, χωρίς λεφτά. Αν και όταν
έχεις τα πληρώνεις. Αν όχι, δεν πειράζει.
Αλλά δε θα σταματήσει λίγο πριν τις
εξετάσεις η καλύτερη μαθήτρια.”
Το
δέχτηκε με βαριά αλλά πολύ περήφανη
καρδιά. Τώρα, που έχει εδώ κι μήνα
δουλειά, ό τι μπορεί το ξεχωρίζει, πάει
να τους το δώσει αλλά εκείνοι τον
διώχνουν. “Αργότερα” του λένε
“αργότερα...”. Πήγε καλά η μικρή,
μπορεί να περάσει και νομική. Πώς θα τα
βγάλει πέρα; Πώς θα της στέλνει; Θα κάνει το σκατό του
παξιμάδι, αλλά το κορίτσι του θα σπουδάσει. Σηκώνεται στις 6 για να
φύγει για δουλειά και τη βρίσκει πάνω
στο βιβλίο. Μαύρους κύκλους γέμισαν τα μάτια της από το διάβασμα όλη νύχτα.
Όταν
γεννήθηκε η μικρή στην Αλβανία, στα
μεγάλα ζόρια που δεν είχαν να φάνε, πήρε ένα γαϊδουράκι, πήγαινε αξημέρωτα στη Μπίλιστα, το φόρτωνε δύο τσουβάλια ζάχαρη -πενήντα
κιλά από τη μια και πενήντα από την
άλλη- και γύριζε από χωριό σε χωριό και
τα πουλούσε. Έτσι επέζησαν τότε. Τώρα
άμα χρειαστεί στον ώμο θα τα πάρει τα
σακιά και θα τα κουβαλήσει. Αλλά η μικρή
θα σπουδάσει.





