Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Υόρκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Υόρκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Η ολοκλήρωση της διαδρομής


Τον Νοέμβριο του 2010, στην Κωνσταντινούπολη, δίπλα στο Kapalı Çarşı, στην αγορά των μεταχειρισμένων βιβλίων, ακριβώς έξω από τις δημόσιες τουαλέτες, εκείνος που τις φρόντιζε είχε στήσει ένα μικρό τραπέζι και πουλούσε δερματόδετα σημειωματάρια με υποκίτρινες σελίδες. Αγόρασα δύο, έναντι τριών ευρώ. Ένα για μένα κι ένα για έναν Αμερικάνο φίλο.

Τον Ιούλιο του 2011, συνάντησα τον φίλο σε ένα καφέ της οδού Canal, στην Νέα Υόρκη και τού έδωσα το σημειωματάριο. Φάνηκε ότι του άρεσε -είχα βέβαια κάποιες αμφιβολίες για το αν θα το χρησιμοποιούσε- κι έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία του που τού διηγήθηκα αναλυτικά· ειδικά για το γεγονός ότι το “μαγαζί” που το αγόρασα, ήταν ακριβώς έξω από δημόσιες τουαλέτες.

Το Δεκέμβρη του 2013, ξανασυνάντησα τον φίλο στην ΝΥ. Την στιγμή που με αποχαιρετούσε, μετά από μια ωραία περιπλάνηση στους 42 δρόμους κι ένα καφέ στο Bryant Park,  πίσω από τη δημόσια Βιβλιοθήκη, μού έδωσε ένα μικρό πακέτο. Δώρο! μού είπε. Τον ευχαρίστησα, το άνοιξα και είδα το σημειωματάριο από την Κωνσταντινούπολη που τού είχα χαρίσει δύο χρόνια πριν.

"Ήξερα ότι θα σ` αρέσει" σχολίασε βλέποντας το έκπληκτο ύφος μου. Δεν είπα τίποτα για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Τον ευχαρίστησα και πάλι γελώντας με τη φοβερή σύμπτωση· δεν το χρησιμοποίησε ποτέ, ξέχασε την ιστορία που του είχα πει, το θυμήθηκε όταν τού τηλεφώνησα για να βρεθούμε, σκέφτηκε ότι θα μου άρεσε, το τύλιξε και μού το χάρισε.

Μάης του 2015 και διαπιστώνω ότι έχω ξεμείνει από σημειωματάριο. Θυμάμαι το δώρο του Αμερικάνου φίλου, αλλά τελικά αποφασίζω να μην το χρησιμοποιήσω. Πιστεύω ότι το μικρό δερματόδετο σημειωματάριο με τις υποκίτρινες σελίδες, πρέπει να ολοκληρώσει τη διαδρομή του. Πρέπει να πάω πάλι στην Κωνσταντινούπολη και να το παραδώσω στον άνθρωπο από τον οποίον το αγόρασα.

Δε θα ζητήσω βέβαια να μού επιστρέψει το αντίτιμο. Θα αρκεστώ στο τσάι που θα με κεράσει όπως και την άλλη φορά. Θα καθίσουμε στα σκαμνάκια που έχει δίπλα στο τραπέζι με τα σημειωματάρια έξω τις δημόσιες τουαλέτες και θα καθώς θα πίνουμε το τσάι μας, θα του διηγηθώ αυτή την ιστορία. 



Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

9.11


Έχουν περάσει χρόνια και έτσι δεν είμαι σίγουρος αν είχε βρέξει την προηγούμενη, πάντως η άμμος ήταν κάπως υγρή και η παραλία άδεια. Το φως αν και μεσημέρι ήταν γλυκό, ο ήλιος δεν έκαιγε κι η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη. Η θάλασσα μόλις που ρυτίδιαζε αθόρυβα. Άφησα κάτω το σάκο, πέταξα τα ρούχα, ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια. Η αλμύρα μπερδευόταν με τη μυρωδιά από τα λιγοστά κρινάκια που αντέχανε ακόμα πίσω στην ξερολιθιά κι από μακριά ο μαΐστρος έφερνε ριπές θυμαριού και ρίγανης. “Βασιλιάς το Σεπτέμβρη”, σκέφτηκα και άναψα τσιγάρο.

Δεν είχα προλάβει καλά καλά να απολαύσω τη μοναδική τύχη να βρίσκομαι ολομόναχος στην παραλία, όταν διέκρινα μακριά στο μονοπάτι τη λεπτή φιγούρα της Θ. Στραβομουτσούνιασα καθώς σκέφτηκα ότι θα θεωρούσε αυτονόητο να έρθει και να στρώσει την πετσέτα της ακριβώς δίπλα μου και θα άρχιζε αμέσως, όπως πάντα να μιλά ασταμάτητα, με αδικαιολόγητη ένταση σχεδόν υστερία- άλλοι την απέδιδαν στην καλλιτεχνική της φύση- για τα πιο ασήμαντα κι αδιάφορα θέματα. Σίγουρα με είχε δει οπότε δε μπορούσα να προσποιηθώ ότι κοιμόμουνα και η κρυψώνα του βιβλίου μου- που δεν είχα προλάβει ακόμα να ανοίξω- δεν ήταν ικανή να σταματήσει την επέλασή της.

Την σταμάτησε όμως το τηλέφωνό της που ήχησε παράταιρα στην ησυχία της ερημιάς. Υπέθεσα ότι ήταν ο φίλος της ο Π που πριν από λίγες μέρες είχε φύγει για το Παρίσι. Δεν έπεσα έξω. Όταν μιλούσε με εκείνον στεκόταν πάντα ακίνητη, έγερνε πολύ το κεφάλι της μπροστά σα να προσπαθούσε να δει τον αφαλό της και το ελεύθερο χέρι της ήταν ακουμπισμένο στην κοιλιά της, με την παλάμη να αγκαλιάζει τη μέση της. Ανακουφίστηκα με τη πίστωση χρόνου που μου εξασφάλιζε αυτό το τηλεφώνημα, ξέροντας ότι τουλάχιστον για ένα τέταρτο μπορεί και μισή ώρα θα έμενε έτσι ακίνητη μακριά από το βασίλειό μου.

Ωστόσο δε μπόρεσα να χαλαρώσω και πότε πότε έριχνα κλεφτές ματιές προς το μέρος της. Ξαφνικά η στάση του σώματός της άλλαξε, άρχισε να κινείται χωρίς όμως προορισμό μπρος -πίσω, επιτόπου, να χειρονομεί και να μιλάει έντονα. Η απόσταση πάντως και η φορά του ανέμου με γλύτωσαν από τον πειρασμό να στήσω αυτί και οι σκόρπιες λέξεις της που έφταναν σποραδικά στο σημείο που βρισκόμουνα δε μου επέτρεπαν να κάνω ούτε εικασίες για το θέμα που της είχε προκαλέσει τόση αναστάτωση.

Μετά από αρκετή ώρα, έκλεισε το τηλέφωνο και στάθηκε ακίνητη με τα χέρια κρεμασμένα κοιτάζοντας τα παπούτσια της. Ξάπλωσα και συνέχιζα να την παρακολουθώ με μισόκλειστα μάτια. Κάποια στιγμή πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Γιαυτό και τινάχτηκα όταν χωρίς να ακούσω βήματα την ένοιωσα ακριβώς πάνω μου. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, πρώτα ένοιωσα τη διαφορά θερμοκρασίας στην πλάτη μου όπου έπεφτε η σκιά της και μετά την άκουσα να μου λέει με τη γνωστή της ένταση: “ Δυο αεροπλάνα έπεσαν πάνω στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη!!!”

Ανακάθισα χαμογελώντας με κατανόηση - πάντα έτσι την αντιμετώπιζα, σα μικρό παιδί- και προσπάθησα μάταια να τη ηρεμήσω. Φυσικά και δεν είχα πιστέψει λέξη από τα λόγια της. Δεν ήταν μόνο το πρόσωπο που μου μετέφερε αυτή την εξωφρενική πληροφορία, ήταν και ο χώρος που βρισκόμουνα: μια ερημική παραλία του Αιγαίου απέχει χίλια μύρια κύματα από το νότιο Μανχάταν. Εκείνη δεν σταμάτησε να με διαβεβαιώνει ότι της το είπε ο Π. “που είναι όπως ξέρεις στο Παρίσι” και το είχε δει στην τηλεόραση. “Το δεύτερο μάλιστα το είδε live ενώ μιλούσαμε!” τόνισε σε μια ύστατη προσπάθεια να με πείσει για του λόγου το αληθές. Υπέθεσα ότι ο Π. της μιλούσε για κάποια ταινία που είχε δει το προηγούμενο βράδυ κι εκείνη πίστεψε ότι ήταν πραγματικό γεγονός, αλλά φυσικά δεν της είπα κουβέντα.

Κάποια στιγμή παραιτήθηκε από την προσπάθεια, έκανε απότομη μεταβολή και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Ήθελα επειγόντως ένα τσιγάρο αλλά προτίμησα να βουτήξω αμέσως γιατί κατά βάθος φοβόμουνα ότι μπορεί να επέστρεφε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε φύγει. Η θάλασσα ήταν ζεστή και κολύμπησα αρκετά. Ύστερα βγήκα και διάβασα μέχρι που πια δεν έβλεπα.

Είχε νυχτώσει όταν έφτασα στην ταβέρνα. Παρατήρησα αμέσως ότι οι λιγοστοί εναπομείναντες παραθεριστές δεν είχαν σκορπίσει όπως κάθε βράδυ στα τραπέζια αλλά ήταν καθισμένοι στις καρέκλες που είχαν παρατάξει εν σειρά απέναντι από την τηλεόραση που είχε μεταφέρει ο ιδιοκτήτης από το σπίτι του. Έτσι συνήθως καθόμασταν μόνο όταν έπαιζε η Εθνική ποδόσφαιρο ή μπάσκετ και σε τελικούς Μουντιάλ, αλλά ήμουνα απόλυτα σίγουρος ότι εκείνη τη μέρα δεν είχε κάποιο σημαντικό αγώνα που θα δικαιολογούσε την κερκίδα. Η Θ. καθόταν μόνη σε μια γωνιά μακριά από τους άλλους κι έκλαιγε γοερά. Κανένας δεν της έδινε σημασία. Όλοι ήταν καρφωμένοι στη οθόνη. Στάθηκα όρθιος και είδα άπειρες φορές τα αεροπλάνα να πέφτουν πάνω στους Δίδυμους Πύργους. Ύστερα πλησίασα τη Θ. κάθισα δίπλα της και την αγκάλιασα.

Μουσική: Theme for Ernie, John Coltrane


Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

New York, New York




-Κορίτσια η Ευρώπη, τέρμα!
Την κοίταξαν έκπληκτες αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη, μασουλώντας το κουλουράκι της που μόλις είχε βουτήξει στον καφέ: «Φέτος θα πάμε στη Νέα Υόρκη! Την Ευρώπη πλέον την έχουμε εξαντλήσει».

Ήταν συμμαθήτριες και αχώριστες φίλες από το δημοτικό. «Εβδομήντα συναπτά έτη» συνήθισαν να λένε σε όποιον τις ρωτούσε, στρογγυλεύοντας το νούμερο- παραδόξως προς τα πάνω. Παντρεύτηκαν και οι τρεις σε διάστημα ενός χρόνου, λίγο μετά την αποφοίτησή τους από το σχολείο. Όπως οι γονείς τους, έτσι και οι σύζυγοι ήταν γνωστοί αλλά εξ αιτίας τους έγιναν στενοί φίλοι. Γεννοβόλησαν παράλληλα, μεγάλωσαν, σπούδασαν και πάντρεψαν τα παιδιά τους-δυστυχώς όχι μεταξύ τους όπως διακαώς επιθυμούσαν ώστε να αποκαλούν η μια την άλλη «συμπεθέρα». Ταυτόχρονα έγιναν και γιαγιάδες οπότε πηγαίνανε μετά τα παιδιά και τα εγγόνια τους βόλτες στον Εθνικό Κήπο. Οι αναλογίες στη ζωή τους συνεχίστηκαν με τους θανάτους των συζύγων τους που άφησαν το μάταιο τούτο κόσμο με διαφορά λίγων μηνών ο ένας από τον άλλο. Έτσι οι συμμαθήτριες βρέθηκαν μαυροφορεμένες χήρες να παρηγορεί η μια την άλλη. Όταν περάσανε από τα μαύρα στα γκρίζα και τα σκούρα μπλε με πιτσιλωτό ανθάκι, άρχισαν συστηματικά τα ταξίδια στην Ευρώπη. Στην αρχή ένα το χρόνο, αλλά σύντομα μια που δεν είχαν υποχρεώσεις - τα εγγόνια είχαν στο μεταξύ μεγαλώσει -τα ταξίδια έγιναν δύο. Ένα την άνοιξη και ένα το φθινόπωρο. Έτσι έχοντας εξαντλήσει όλους τους ευρωπαϊκούς προορισμούς, η ιδέα της Νέας Υόρκης βρήκε αμέσως πρόσφορο έδαφος.



Τα παιδιά τους- που όπως όλα τα παιδιά, από μια χρονική στιγμή και μετά είχαν αρχίσει να παίζουν το ρόλο του γονιού για τους ίδιους τους γονείς τους- μόλις πληροφορήθηκαν τις προθέσεις τους αντέδρασαν έντονα. Από καιρό είχαν αρχίσει να σκέφτονται ότι τα ταξίδια έπρεπε να σταματήσουν, γιατί ναι μεν τα ‘κορίτσια’ ήταν υγιέστατα, πλησίαζαν όμως πλέον τα ογδόντα. Έτσι η προοπτική της υπερατλαντικής εξόρμησης τους έκανε να επιστρατεύσουν κάθε μέσον για να τις μεταπείσουν. Μάταια όμως γιατί εκείνες είχαν ξεσηκωθεί για τα καλά. Έτσι με μισή καρδιά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν διατυπώνοντας όμως αυστηρότατους όρους και συστάσεις, όπως να επιστρέφουν στο ξενοδοχείο το αργότερο στις έξι το απόγευμα, να μην φοράνε καθόλου κοσμήματα στις εξόδους τους, να μην κουβαλάνε πολλά μετρητά μαζί τους και να μην τολμήσουν επ` ουδενί να χρησιμοποιήσουν τον υπόγειο. «Κι αν σας επιτεθεί κανένας, να του δώσετε αμέσως ότι χρήματα έχετε πάνω σας για να γλυτώσετε τη ζωής σας!» ήταν η τελευταία κουβέντα- ύστατη, γι αυτό και ακραία προσπάθεια να ματαιώσουν το ταξίδι- που ακούσανε από τα παιδιά τους στο αεροδρόμιο την ημέρα της αναχώρησης.

Το Μεγάλο Μήλο τις εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισαν καθώς πλησίαζαν στο Manhattan από το JFK. Ήταν σούρουπο, μόλις είχαν αρχίσει να ανάβουν τα φώτα της πόλης ενώ ο ουρανός ήταν ακόμα φωτεινός. Παρ` όλη την ταλαιπωρία του πολύωρου ταξιδιού η εικόνα των πανύψηλων κτιρίων, τις ξεσήκωσε και τους θύμισε όλες τις σκηνές από τις ασπρόμαυρες κι έγχρωμες ταινίες που είχαν δει και στις οποίες η πόλη πρωταγωνιστούσε με τον τρόπο της. Καμία σκηνή όμως δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την πραγματικότητα που είχαν εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια τους. Διασχίζοντας τη γέφυρα του Brooklyn ξεχνώντας το αυχενικό που τις ταλαιπωρούσε, κοιτάζανε ψηλά σα μικρά παιδιά από τα παράθυρα του ταξί και παρακαλούσαν να μην τελειώσει αυτή η διαδρομή, πάνω από τα νερά του East River.


Τις πρώτες μέρες ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες. Γρήγορα όμως ξεθάρρεψαν αφού διαπίστωσαν ότι η πόλη δεν ήταν δα και τόσο επικίνδυνη. Έτσι το αρχικό «έξι το απόγευμα επιστροφή στο ξενοδοχείο», έγινε οκτώ και όταν βρήκαν εισιτήρια για ένα μιούζικαλ που είχαν καημό να δούνε, μπήκαν στο δωμάτιό τους σαν Σταχτοπούτες, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Μετά από μια βδομάδα έχοντας ήδη επισκεφτεί το Metropolitan, το Guggenheim και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας έχοντας κάνει ατελείωτες βόλτες κι έχοντας ταΐσει όλες τις πάπιες στο Central Park, έχοντας δει όλη την πόλη από την κορυφή του Empire State Building αποφασίσανε την επόμενη να βγούνε και για ψώνια.

Σηκώθηκαν νωρίς, στολίστηκαν πήραν μαζί τους αρκετά μετρητά και μπήκανε στο ανσασέρ πολύ χαρούμενες. Πάτησαν το κουμπί για τον πρώτο όροφο- όπου ήταν η τραπεζαρία για να πάρουν το πρωινό τους- αλλά δευτερόλεπτα πριν κλείσει η πόρτα, ένα τεράστιο μαύρο χέρι εμφανίστηκε στο ύψος που ήταν το φωτοκύτταρο. Η πόρτα άνοιξε αμέσως διάπλατα και ένας πανύψηλος μαύρος μπήκε βιαστικός. Η εισβολή του τις τρόμαξε και τις έκανε να μαζευτούν σε μια γωνιά καλύπτοντας τον πίνακα με τα κουμπιά του ανσασέρ. Εκείνος βλέποντάς τις έτσι αλαφιασμένες, δε θέλησε να απλώσει το χέρι του για να πατήσει το κουμπί και με ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα κάτασπρα δόντια του- απειλητικά παρά το χαμόγελο, είπε: «Ground floor, please!» περιμένοντας ότι μια από τις τρεις θα πατούσε το κουμπί του ισογείου. Εκείνες όμως λόγω πανικού που τις είχε ήδη καταλάβει αλλά ασφαλώς και λόγω ηλικίας παράκουσαν: «Down on the floor, please!» Μετά από μια στιγμή δισταγμού στη διάρκεια της οποίας θυμήθηκαν τις τελευταίες οδηγίες, πέσανε ταυτόχρονα στο δάπεδο. Χωρίς να τον κοιτάζουν άρχισαν να βγάζουν και να πετάνε προς το μέρος του πρώτα τα δολάρια που είχαν στις τσάντες τους και στη συνέχεια τα δαχτυλίδια που φορούσαν, τα κολιέ τους και τα σκουλαρίκια.





Μετά από μερικά δευτερόλεπτα που φυσικά τους φάνηκαν αιώνας ο ανελκυστήρας σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε, ο μαύρος βγήκε βιαστικά όπως είχε μπει χωρίς όμως να πάρει απολύτως τίποτα. Η πόρτα ξανάκλεισε, ο θάλαμος άρχισε πάλι να κινείται κι αυτές μάζεψαν γρήγορα τα σκορπισμένα τους τιμαλφή, σηκώθηκαν με δυσκολία και τακτοποίησαν όπως – όπως τα ρούχα και τα μαλλιά τους. Τους πήρε πολλή ώρα να συνέλθουν από το σοκ αλλά κι από την ντροπή για το πάθημά τους. Αποφάσισαν μάλιστα να μη μιλήσουν γι αυτό ποτέ και σε κανένα*.

Πάντως το απόγευμα της ίδιας μέρας ενώ επέστρεφαν στο ξενοδοχείο εξουθενωμένες από ψώνια, συζητώντας και πάλι για το περιστατικό ξεκαρδίστηκαν στα γέλια στη σκέψη ότι βρέθηκαν ξαπλωμένες στο δάπεδο, αναμαλλιασμένες με σηκωμένα τα φουστάνια τους, να πετάνε δολάρια και κοσμήματα στον άγνωστο μαύρο που όπως τελικά αποδείχτηκε δεν είχε καμία απολύτως πρόθεση να τις ληστέψει.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο τους περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Δεν είχαν προλάβει να αφήσουν τις σακούλες με τα ψώνια, όταν είδαν στο τραπέζι του μικρού καθιστικού ένα εντυπωσιακό καλάθι με λουλούδια που έκαναν όλο το δωμάτιο να μοσχοβολάει. Αντάλλαξαν αμέσως βλέμματα γεμάτα απορία -με μια μικρή λάμψη όψιμης φιλαρέσκειας- για τον εμπνευστή αυτής της υπέροχη χειρονομίας.


Άνοιξαν τον φάκελο που υπήρχε πάνω στη κορδέλα και σε μια μικρή κάρτα διάβασαν:



Αγαπητές μου κυρίες

Ποτέ στη ζωή μου δεν γέλασα τόσο πολύ
όσο σήμερα το πρωί στο ανσασέρ!

Να είσαστε πάντα καλά!

Eddie Murphy






* Τελικά ένα από τα τρία ‘κορίτσια’ ένα χρόνο πριν πεθάνει εκμυστηρεύτηκε το μυστικό τους στον αγαπημένο της εγγονό και του έδειξε τη καρτούλα «του Eddie» που είχε φυλάξει. Εκείνος μου διηγήθηκε την ιστορία και τον ευχαριστώ.

Η φωτογραφία των γιαγιάδων από εδώ και του Eddie από εκεί.

Μουσική: Fickle Fay Creep, από τον συνθέτη Jelly-Roll Morton & His Red Hot Peppers, άλμπουμ Jelly Roll Morton - Vol. III