Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίτη ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίτη ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Τύφλα να 'χει η Άνοιξη


Το απόγευμα της τριακοστής πρώτης Οκτωβρίου, έπινα καφέ στην αυλή. Ήταν η πρώτη, μιας μακριάς σειράς ημερών που δεν υπήρχε πλέον άλλη δουλειά να κάνω∙ όλες οι φθινοπωρινές εργασίες είχαν ολοκληρωθεί: κλαδέματα, σκαλίσματα, μεταφυτεύσεις παλιών, φυτεύσεις των νέων φυτών και βολβών, προσθήκη κομπόστ και λιπασμάτων. Έτσι καθόμουν και απολάμβανα τον καφέ επιθεωρώντας τους καρπούς του κόπου μου. Ή μάλλον για να είμαι ακριβής, τα άνθη του κόπου μου. Και ήταν τόσα πολλά που κάποια στιγμή σκέφτηκα: “Τύφλα να έχει η Άνοιξη!”

Τα χρυσάνθεμα -τα περισσότερα παλιά αλλά και μερικά νέα- σε πλήρη ή σε επικείμενη ανθοφορία. Το ίδιο και τα κυκλάμινα. Και τα φρέσκα μικρά σκυλάκια και οι πανσέδες. Αλλά εκτός αυτών, των εποχιακών που ούτως ή άλλως θα άνθιζαν το φθινόπωρο και τα καλοκαιρινά -καμπανούλες, μεταξάκια, φλόγες, ντάλιες- που επέζησαν μέχρι τώρα λόγω του ζεστού, σχεδόν καλοκαιρινού Οκτώβρη. Και βέβαια οι αγαπημένοι ιβίσκοι -όσοι γλύτωσαν από τον περσινό βαρύ χειμώνα- που συνεχίζουν ακάθεκτοι.

Τύφλα να χει λοιπόν η άνοιξη”, ξανασκέφτηκα με έπαρση όταν άκουσα βήματα, κάπως συρτά, να πλησιάζουν. Ήταν μια κοτσονάτη γριά -96 Μαϊων όπως πληροφορήθηκα λίγο αργότερα- συνοδευόμενη από την Βαλκάνια θεραπαινίδα της. Στάθηκε στην αυλόπορτα, ακούμπησε το μπαστούνι της και άρχισε να κοιτάζει αχόρταγα την αυλή. Δικαιολογημένα περίμενα να ακούσω υμνητικά σχόλια για την χρωματική πανδαισία που είχα με κόπο πετύχει και ένα στεντόρειο “Εύγε νέε μου!”

Κοίταζε, κοίταζε αλλά δεν έλεγε κουβέντα. Εγώ πάλι, σηκώθηκα, πήγα προς το μέρος της και περίμενα ανυπόμονα την επιβράβευση που καθυστερούσε υπέρ το δέον. Ώσπου η γραία, ανοιγόκλεισε το στόμα της, η μασέλα της μετακινήθηκε και ανεξήγητα οργισμένη, άρχισε να μού φωνάζει: “Τί είναι αυτά; Να τα βγάλεις όλα! Να βάλεις ροζ γεράνια! Τα γεράνια είναι ωραία. Εγώ στο σπίτι μου και στο εξοχικό μου έχω μόνο γεράνια. Να τα ξεπατώσεις αυτά! ”

Να ξεκαθαρίσω πρώτα- πρώτα ότι δεν έχω σε καμία υπόληψη τα γεράνια- συμπαθώ μόνο τις βαμβακούλες τα πρωτοξάδελφά τους- γιατί είναι εύκολα φυτά. Απαιτούν ελάχιστη φροντίδα Λίγο νερό, μόνο  τους ρίχνεις κι αυτά θεριεύουν. Και εμένα μ αρέσει να κοπιάζω. Μ` αρέσει να προσπαθώ, μ` αρέσει να περιμένω ανταπόκριση στη φροντίδα. Πιστεύω ότι αυτή η επιλογή μου, με τα χρόνια με έκανε τελικά ένα μάλλον υπομονετικό άνθρωπο, αλλά κι αυτοί έχουν τα όριά τους. Κι η θρασύτατη γριά τα είχε υπερβεί. Αντί να μού πει μια καλή κουβέντα, τόλμησε να με προστάξει να αντικαταστήσω τα ωραία μου δύσκολα και απαιτητικά φυτά με γεράνια!

Εξοργίστηκα και ήμουν έτοιμος να της απαντήσω ανάλογα, όταν πρόσεξα πίσω της την γυναίκα που την συνόδευε να μού κάνει νόημα, “άστο, άστο καλύτερα” και με τα χείλη της να επαναλαμβάνει έντονα αλλά χωρίς ήχο “96”. Φρέναρα. Όταν δε έκανε και μια κίνηση με το δάχτυλο στο κεφάλι της “τα έχει χαμένα η γιαγιά” τράβηξα χειρόφρενο και είπα ένα γεμάτο κατανόηση“Καλησπέρα και σε σας!”. Η γυναίκα γέλασε ανακουφισμένη που ο απογευματινός περίπατος δεν θα κατέληγε σε καυγά, έδωσε στη γιαγιά το μπαστούνι, της έπιασε το άλλο χέρι και της έδειξε το δρόμο. 

Τις είδα να απομακρύνονται αργά. Μετά κάθισα, ήπια τον υπόλοιπο καφέ και έστριψα ένα τσιγάρο. Επιθεωρώντας την αυλή μουρμούρισα ένα ακόμα “Τύφλα να `χει η Ανοιξη" -λίγο πιο συγκρατημένο από τα προηγούμενα- και αποφάσισα την επόμενη, πρωτομηνιά, να φωτογραφήσω ένα ένα, όλα τα ανθισμένα λουλούδια. Χθες που το έκανα, σκέφτηκα ότι ίσως πρέπει από κάπου να κόψω ένα κομμάτι γεράνι και να το φυτέψω. Όχι τίποτα άλλο, για να μεγαλώσει η ποικιλία βρε αδελφέ. 

(κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν) 


Ωραιόφυλλο,  coleus 

 Σπαθίφυλλο

 Ρείκι 


 Πεντάς Lanceolata




 Σκυλάκια, Boca di Leone


 Σάλβια, φωτιά

 Λομπέλια

 Superbells

 Διπλαδένια
Γιασεμί

Βαμβακούλα ή μαστιχάκι

Σελόζια Plumosa

 Γαριδάκι, Μεξικάνικο

Ιμπάτιενς, από τη Νέα Γουινέα

Ντάλια, Lilac Time

 Κάκτος


Αλτερναθέρα με ένα άσπρο λουλούδι αριστερά

 Ιπόμοια Morning Glory

Λαντάνα, πολυανθούσα


Βίγκα ή Δαφνούλα, με καταγωγή από τη Μαγαδασκάρη

Κιννάμωνον,  Κάσσια Κινέζικη 

Κυκλάμινο 

 Καμπανούλα


Αλστρομέρια ή Κρίνος των Ίνκας με καταγωγή από το Περού

 Μαργαρίτα

 Κάλλα, Red Captain

 Ιβίσκος μονός

 Πορτουλάκα ή μεταξάκι

Πανσές, Viola tricolor
Και ενδεικτικά, μερικά από τα χρυσάνθεμα






Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Το τηλεφώνημα


-"Καλησπέρα σας! Παρακαλώ, μπορώ να μιλήσω με τη Σοφία;"  Η φωνή, όπως και ο αριθμός στην οθόνη του τηλεφώνου, άγνωστη. Ηλικιωμένη  πάνω από ογδόντα ή ίσως νεότερη αλλά χρόνια καπνίστρια, σκέφτηκα. 

-"Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε καμία Σοφία εδώ" της είπα και μετά από μια μικρή, ανεπαίσθητη παύση, συμπλήρωσα περιπαικτικά: "Ούτε αγάπη, ούτε ελπίδα, μα ούτε και πίστη έχουμε". Γέλασε αυθόρμητα και αφού ζήτησε συγνώμη "που σας κάλεσα κατά λάθος" και πριν κλείσει, με συμβούλεψε, μισό αστεία- μισό σοβαρά: "Αν δεν έχετε πίστη και σοφία, δεν πειράζει. Όμως η αγάπη είναι απαραίτητη και πρέπει να την αναζητήσετε. Την δε ελπίδα ποτέ να μην τη χάνετε." 


Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Το Τραύμα

Πρτον δε χρή τόν τρωματίην σκοπεσθαι*



Στη θέα του τραύματος -ειδικά όταν είναι φοβερό- είτε αποστρέφεις αυτόματα το βλέμμα, είτε στέκεσαι ασάλευτος απέναντί του· η σάρκα χωρίς το ντύμα της, γυμνή από δέρμα και χαίνουσα ως το κόκκαλο, το αίμα αναβλύζον και λαμπερό, μαγνήτης. Ή φεύγεις τρέχοντας λοιπόν, ή στέκεις έκθαμβος, ενώ το ουσιαστικό, το επείγον, είναι -αν και όπως μπορείς- να βοηθήσεις τον πάσχοντα.

Καθισμένος με την πλάτη στο αλμυρίκι, τα πόδια λυγισμένα, τα χέρια απλωμένα για στήριξη και το πρόσωπο ήρεμο, χωρίς την ελάχιστη σύσπαση πόνου, στραμμένο προς τη μεριά της θάλασσας. Αν δεν κρέμονταν όλη η γάμπα -ο τρομερός γαστροκνήμιος- μέχρι τον Αχίλλειο τένοντα, στάζοντας αίμα στην άμμο, θα έλεγες ότι ο γέροντας είχε καθίσει να ξαποστάσει. Ευθυτενής και γαλήνιος αγναντεύοντας τη γραμμή του ορίζοντα, ανάμεσα στις ομπρέλες της οργανωμένης παραλίας. Δίπλα ακριβώς στις κακοκομμένες παραφυάδες του δέντρου που όργωσαν άγρια τη σάρκα του.


Οι γύρω ξαπλώστρες άδειασαν με θαυμαστή ταχύτητα. Η νωχελική, επιμελής επάλειψη με αντηλιακό σταμάτησε απότομα. Φύρδην μίγδην χώθηκαν τα απλωμένα υπάρχοντα στις τσάντες. Στα χέρια πήραν σαγιονάρες, πέδιλα και βατραχοπέδιλα και απομακρύνθηκαν σαν να είχε σκάσει βόμβα δίπλα τους· τρέχοντας άτσαλα στην άμμο για να βρεθούν μακριά από το σημείο της πτώσης και κυρίως τη θέα του νύσσοντος τραύματος, που θα έλεγες ότι προκλήθηκε σε εμπόλεμη ζώνη.

Με σφιγμένα δόντια, η νοσηλεύτρια που ειδοποιήθηκε, καθάρισε επιπόλαια το τραύμα. Όταν σήκωσε την ξεσκισμένη σάρκα για να τη τοποθετήσει στη θέση της, δυο από αυτούς που δε λάκισαν άτακτα, παρηγορούσαν τον γέροντα με ένα ποτήρι νερό και δυο χτυπήματα στον ώμο. Εκείνος ατάραχος σήκωσε τη μπλούζα του, έστριψε λίγο τον κορμό και αποκάλυψε στα πλευρά μια παλιά κακοραμμένη ουλή. “Το 54 χτύπησα στο καράβι. Ήμασταν στα ανοιχτά του Βισκαϊκού και ο πρώτος μηχανικός πρώτα έριξε τσίπουρο στην πληγή κι ύστερα την έσιαξε με τη σακοράφα που είχε ο μάγειρας για να ράβει την κοιλιά του αρνιού το Πάσχα. Μέχρι να φτάσουμε στη Φορταλέζα είχε κλείσει.”

Το ασθενοφόρο έφτασε αθόρυβα μια ώρα αργότερα και πάρκαρε στην είσοδο της παραλίας. Εκείνη τη στιγμή κάποιος από τους λακίσαντες, μακριά από το σημείο του τραυματισμού, αραχτός σε άλλη ξαπλώστρα αγόρευε: “Να μείνουν στη χώρα τους να πολεμήσουν. Που μάθανε και μας κουβαλιούνται εδώ”. Αν δεν επέμεναν έντονα νοσηλεύτρια και τραυματιοφορείς, ο γέροντας ναυτικός, ήταν ικανός να πάει μέχρι την είσοδο με τα πόδια. Κούτσα κούτσα, αλλά ευθυτενής και χωρίς την παραμικρή σύσπαση πόνου στο πρόσωπό του.



*Ιπποκράτης, Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Φωτο: Florian Müller

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλκμήνη



  “Ήρθαν τα αυτοκόλλητά μου;”

  Το θρόισμα είχε σταματήσει. Άλλωστε, έτσι όπως ήμουν στο βάθος, δίπλα στο φωτοτυπικό που δούλευε και το κοίταζα υπνωτισμένος να βγάζει τυπωμένες σελίδες τη μια μετά την άλλη, αρχικά μόνο την ερώτηση άκουσα· κι όχι την πρώτη, μα τη δεύτερη φορά, καθώς την επανέλαβε. Πιο δυνατά από την πρώτη και πιο ναζιάρικα.

  Γύρισα και την είδα. Περασμένα εβδομήντα. Μαύρη μακριά φούστα φουρό. Από τούλι. Μπλούζα αστραφτερή, χρυσοπράσινη με τιράντες. Ένας τεράστιος μπλε φιόγκος αστραφτερός κι αυτός έδενε τα κόκκινα μαλλιά της στη κορυφή του κεφαλιού. Σταπατσαρισμένες γόβες που διατηρούσαν σαφή ίχνη μιας παλιάς λάμψης. Τσάντα με όλα τα χρώματα πάνω της, τα περισσότερα γυαλιστερά. Τα ίδια χρώματα, κάτω και πάνω στα βλέφαρά της. Η μόνη παραφωνία στο σύνολο, ήταν το απλό άσπρο ανδρικό πουκάμισο που φορούσε.

 Το “σαλεμένη” που πέρασε αμέσως από το μυαλό μου, το απόδιωξα. Μακριά από μας οι εύκολες ταμπέλες. Ή μάλλον οι ταμπέλες γενικότερα. Έψαξα άλλα: Ηρωίδα του Τέννεσι Ουίλιαμς, Λιμπελούλα που έγινε άνθρωπος, εκκεντρική σχεδιάστρια μόδας, γερασμένη νεράιδα. Το σκέφτηκα λίγο και διαπίστωσα ότι δυο στις τέσσερις εκδοχές, είχαν φτερά. Ή θα έπρεπε να έχουν.

  “Ήρθαν κυρία Αλκμήνη” της είπε η κοπέλα στο ταμείο του χαρτοβιβιλοπωλείου της γειτονιάς “Ελάτε, εδώ τα έχω”. Προχώρησε προς το μέρος της κοπέλας λικνιζόμενη με το μαύρο φουρό να θροίζει και πάλι. Της χαμογέλασε. Άφησε κάτω την τσάντα της κι πήρε ανυπόμονα τις σελίδες με τα αυτοκόλλητα. Ήταν πέντε -έξι, τα ξεφύλλισε λαίμαργα κι ύστερα βγάζοντας το παράταιρο πουκάμισο, είπε: “Ω! Σας ευχαριστώ!” Δεν ξέρετε πόση ανάγκη τα είχα. Όλα τα άλλα, χάθηκαν” . Κι έδειξε τα γυμνά της μπράτσα.

  Ήταν ολόλευκα και ευτραφή. Στις παλάμες κυρίως, οι καφετιές πανάδες της ηλικίας και παντού- από τα δάχτυλα μέχρι τους ώμους- ίχνη παλιάς κόλλας. Άρχισε να βγάζει από τις σελίδες τα αυτοκόλλητα και να τα τοποθετεί με επιμέλεια πάνω της. Το πρώτο, στο στήθος, κεντρικά, πάνω από το στέρνο. Ήταν μάλλον το μεγαλύτερο από όλα· μια νεράιδα με ροζ φωσφορίζον φουστάνι. Συνέχισε με τα άλλα που κόλλησε ένα -ένα προσεκτικά στα μπράτσα της, στους πήχεις, στις παλάμες, ώσπου ελάχιστη επιφάνεια σάρκας έμεινε χωρίς στολίδια.

  Μόλις τελείωσε, άπλωσε τα χέρια της και τα κοίταξε προσεκτικά. Φάνηκε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Ύστερα στάθηκε στις μύτες των ποδιών και έτσι όπως ήταν ήδη με ανοιχτά τα χέρια, έφερε δυο αργές στροφές γύρω από τον άξονά της. “Μπράβο κυρία Αλκμήνη! Μπράβο!” της είπε η κοπέλα στο ταμείο χειροκροτώντας. Χειροκρότησε κι ο ιδιοκτήτης του χαρτοβιβλιοπωλείου. Παρασύρθηκα κι εγώ. Έβαλα τη σακούλα με τις φωτοτυπίες στη μασχάλη και χειροκρότησα.


  Πλήρωσε με αέρα ντίβας και βγήκε από το χαρτοβιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Την ακολούθησα. Ήμουν σίγουρος ότι θα την έβλεπα μόλις έστριβε στη γωνία να απογειώνεται καταστόλιστη και λαμπερή στην λιακάδα του Φλεβάρη. 



*Κολάζ της Hannah Höch, από εδώ.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Don`t you dare...

Έφαγε, ήπιε κι ύστερα έγειρε για έναν υπνάκο. Την κοίταζα και έτσι όπως ήταν ακίνητη για ώρα, ανησύχησα μήπως και ο ύπνος της ήταν ο άλλος, ο οριστικός. Την κοίταζα λοξά κι επέμενα στο στήθος αναζητώντας το ανεβοκατέβασμα της ζωής. Κάτω από τις ζάρες του πουλόβερ, φάνηκε κάποια ανεπαίσθητη κίνηση. Χωρίς σταθερό ρυθμό, αλλά υπήρχε. Μια καρδιά, γερασμένη μεν, ακόμα όμως δραστήρια, χτυπούσε κι ο θώρακας ανοιγόκλεινε ακανόνιστα φέρνοντας ευεργετικές ανάσες.


Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια, ίσιωσε και ύστερα γύρισε αργά το σώμα της. Κάπου εκεί δίπλα είχε ακουμπισμένο το μπαστούνι της. Το πήρε, στηρίχτηκε, σηκώθηκε αργά, έκανε κάτι αβέβαια βήματα και έπιασε να βάλει το παλτό της. Δεν είχε μπει μέχρι τη μέση στο μανίκι το ένα χέρι όταν έπεσε κάτω το μπαστούνι κι αμέσως μετά και το παλτό. Μια κοπέλα που καθόταν δίπλα, αμέσως έσκυψε και σήκωσε το μπαστούνι. Πήρα και εγώ το παλτό και της το κράτησα. Έριξε μια ανέκφραστη ματιά στη κοπέλα, μια σε μένα κι ύστερα σήκωσε με δυσκολία το ένα χέρι γυρεύοντας το μανίκι. Ακόμα κι έτσι, το να το φορέσει το παλτό της ήταν άθλος.

Όταν τα κατάφερε, γύρισε προς το μέρος μου και είπε αγριεμένα: Don`t you dare get old!” Με αιφνιδίασε για τα καλά κι άρχισα να ξεφουρνίζω ανεξέλεγκτα αμπελοφιλοσοφίες του κερατά τη μία μετά την άλλη: “έτσι είναι η ζωή” και “ποιός μπορεί να...” Με σταμάτησε κουνώντας το χέρι της απειλητικά και άρχισε να μού λέει ακόμα πιο αγριεμένα από πριν  ότι δεν την πήγαιναν τα πόδια της, ότι δεν όριζε πια το σώμα της.


Λίγο αργότερα βγήκα από το καφέ. Ο  δρόμος είχε αρκετή κίνηση. Έκανε κρύο κι είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Τα φώτα της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται είχαν ανάψει. Έστριψα δεξιά στη λεωφόρο και άρχισα να κατηφορίζω. Όταν κουράστηκα για τα καλά, συνέχισα. Κι όταν μετά από ώρα εξαντλήθηκα, πάλι συνέχισα. Έτσι θα κάνω από εδώ και πέρα. Πέρα από τα όρια. Όσο με πάνε τα πόδια μου. Όσο ορίζω το σώμα μου. 


Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Στη βιτρίνα


Μέρα μουντή με ψιλόβροχο και ξεθυμασμένο βοριά. Τέλος του χειμώνα και των εκπτώσεων στο Ηράκλειο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα περπατούσε αργά στον πεζόδρομο της Χάνδακος ανηφορίζοντας προς τα Λιοντάρια. Μπροστά στο μαγαζί με υφάσματα έκοψε κι άλλο ταχύτητα κοιτάζοντας αφηρημένα. Στο τέλος της βιτρίνας δίστασε για λίγο, αλλά τελικά σταμάτησε. 

Πλησίασε το πρόσωπο στο τζάμι και κοίταξε προσεκτικά όλα τα υφάσματα ένα-ένα με τη σειρά. Υπολόγισε το ποσοστό της έκπτωσης. Υπέθεσε με έμπειρο βλέμμα την υφή τους. Φαινόταν βέβαιη για τις ποιότητες, σαν να  είχε ήδη ψαχουλέψει τα υφάσματα, ανιχνεύοντας με ακρίβεια, μετάξι, ρεγιόν, καθαρό μαλλί, βελούδο, κασμίρι. 

Πιθανόν να λογάριασε, πόσα μέτρα θα έπρεπε να αγοράσει για το καινούριο φόρεμα που χρειαζόταν για το γάμο της εγγονής της. Πόσο θα στοίχιζε, συν τα ραφτικά βέβαια, τις φόδρες τα κουμπιά και το φερμουάρ. Τα δάχτυλά στο ένα χέρι που έκλειναν διαδοχικά, ίσως υπολόγιζαν τις πρόβες θα της έκανε η μοδίστρα. Αναρωτήθηκε αν θα το είχε έτοιμο εγκαίρως. 

Ύστερα, τραβήχτηκε λίγο, άλλαξε γωνία και το τζάμι της βιτρίνας έγινε καθρέφτης. Και τότε, με το άλλο χέρι, χάιδεψε το πρόσωπό της. 


Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του μπαχάρ 

(βυτίο, ευχαριστώ για την πρόσκληση)


Μουσική: Amapola, του José María Lacalle García με τον Tito Schipa

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Πολυξένη, 86





Την τελευταία φορά που τον άκουσε ήταν βραχνιασμένος. “Εμ κουράστηκες Αντώνη” σκέφτηκε “τόσες μέρες να μιλάς ασταμάτητα για το καλό της πατρίδας” και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το βλέμμα απέφυγε τις ρυτίδες στο πρόσωπο και στάθηκε στα καλοχτενισμένα της μαλλιά, στο σκούρο μπλε ανοιξιάτικο ταγέρ με τα ασημιά κουμπιά -που δεν είχε βάλει στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου μιά που τότε έκανε ακόμα κρύο- στο σιέλ καλοσιδερωμένο πουκάμισο, στην καρφίτσα στο πέτο και τέλος στα καλογυαλισμένα της παπούτσια.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι, πήρε την τσάντα της και άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά αλλά με προσοχή τις σκάλες, κρατημένη γερά από την κουπαστή. Με την εξαδέλφη της που την περίμενε στη είσοδο, ανηφόρισαν προς την εκκλησία και μετά το “δι ευχών”, αντί του συνηθισμένου καφέ που έπιναν μαζί κάθε Κυριακή, πότε στο σπίτι της μιας πότε της άλλης, ξεκίνησαν για το εκλογικό κέντρο.

Από το Φεβρουάριο του 1956 -από εκείνες τις εκλογές που ψήφισαν για πρώτη φορά και οι γυναίκες- ανελειπώς, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις πήγαιναν αλά μπρατσέτα μετά την εκκλησία στο εκλογικό κέντρο. Ετοίμαζαν τα ψηφοδέλτια μέρες πριν, τα σταύρωναν κυριολεκτικά και μεταφορικά, και έφταναν πανέτοιμες και αποφασισμένες μπροστά στην κάλπη. Δαγκωτό ΕΡΕ πριν τη χούντα, Νέα Δημοκρατία μετά, στη μεταπολίτευση, ανομολόγητα ερωτευμένες και οι δύο με τον Εθνάρχη. Οι αρχηγοί που τον διαδέχτηκαν έχαιραν της εκτίμησής τους, άλλος περισσότερο -ο Ράλλης κι ο ανηψιός του Εθνάρχη- κι άλλος λιγότερο -ο Μητσοτάκης. Όσο για τον τελευταίο, τον Αντώνη, του είχαν παθολογική αδυναμία και ήταν βέβαιες ότι εκείνος θα κατάφερνε να βγάλει την πατρίδα από την κρίση.

Μετά την ξαδέλφη της, η κυρία Πολυξένη πέρασε το παραβάν του εκλογικού τμήματος. Έκλεισε σχολαστικά την κουρτίνα κι ύστερα γύρισε κι άνοιξε την τσάντα για να βγάλει το σταυρωμένο και για να βάλει μετά μέσα στην τσάντα της το μάτσο με τα ψηφοδέλτια που της είχαν δώσει τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής. Είκοσι και βάλε αυτή τη φορά. Μπόλικο πράμα.

Πάντα έπαιρνε μαζί της τα ψηφοδέλτια. Στο σπίτι τα έκοβε προσεκτικά στη μέση, τα έπιανε όλα μαζί με ένα μανταλάκι και τα χρησιμοποιούσε για να σημειώνει τα ψώνια και μερικές φορές, συνταγές που έγραφε πρόχειρα και μετά αντέγραφε σχολαστικά στο τετράδιο με το σκληρό εξώφυλλο. Η μηλόπιτα της κουμπάρας της είχε σημειωθεί στο ψηφοδέλτιο του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού του Ζίγδη*, τα κουλουράκια κανέλας -συνταγή της συννυφάδας της- στο ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου με επικεφαλής τον Χαρίλαο Φλωράκη, ενώ η πάστα φλόρα με μαρμελάδα βερίκοκο μιας γειτόνισσας συνδέθηκε οριστικά με το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας.

Ανοίγοντας την τσάντα της την Κυριακή 6 Μαΐου του 2012 διαπίστωσε ότι το σταυρωμένο ψηφοδέλτιο δεν ήταν εκεί. Έψαξε και στις δύο θήκες, στο τσεπάκι με το φερμουάρ, άνοιξε και το πορτοφόλι της: πουθενά. Κατάλαβε ότι το είχε ξεχάσει στο σπίτι. Για πρώτη φορά στα χρονικά. “Ουκ έρχεται μόνον το γήρας” σκέφτηκε και διατηρώντας την ψυχραιμία της αποφάσισε να αναζητήσει ανάμεσα στα άλλα το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας.

Άνοιξε και πάλι την τσάντα της για να βρει τα γυαλιά της. Ούτε όμως κι αυτά ήταν εκεί. Άρχισε χωρίς γυαλιά να περνάει το ένα μετά το άλλο τα ψηφοδέλτια, ταραγμένη πλέον γιατί ήξερε ότι έξω από το εκλογικό κέντρο υπήρχε ουρά και ένοιωθε ότι καθυστερούσε τον κόσμο. Της ήταν αδύνατον να διαβάσει. Μερικά ψηφοδέλτια της έπεσαν από τα χέρια, έκανε να σκύψει να τα πιάσει τη στιγμή που ο δικαστικός αντιπρόσωπος -φίλος και συμμαθητής του γιου της- που είχε πλησιάσει στο παραβάν της είπε κάπως ανήσυχος: “Όλα καλά κυρία Πολυξένη; Μήπως θέλετε βοήθεια;”

Ένοιωσε ότι είχε αρχίσει να της ανεβαίνει η πίεση, μα φώναξε ένα αξιοπρεπές:“Μισό λεπτό Σάκη παιδί μου, τελειώνω”. Κοίταξε τα πεσμένα ψηφοδέλτια και με όσο κουράγιο της απέμενε συνέχισε να περνάει ένα- ένα αυτά που κρατούσε στα χέρια της με την ελπίδα ότι αυτό που αναζητούσε δεν είχε πέσει κάτω. Δεν κοίταζε πια τα ονόματα των κομμάτων αλλά των υποψηφίων για να βρει την...αδύνατον να θυμηθεί το όνομα της κοπέλας που της είχε πει ο γιος της: “Μάνα, αφού δεν αλλάζεις κόμμα, κοίταξε να σταυρώσεις αυτήν την κοπέλα που φαίνεται σωστός άνθρωπος”.

Ξαφνικά αναγνώρισε ένα όνομα. Ήταν το όνομα μιας παιδικής της φίλης. Σίγουρα αυτή η υποψήφια θα ήταν η εγγονή της φίλης της και σίγουρα θα ήταν της Νέας Δημοκρατίας. Έβαλε ένα αποφασιστικό σταυρό δίπλα στο όνομα, δίπλωσε το ψηφοδέλτιο, το έβαλε στο φάκελο, τον έκλεισε προσεκτικά, πέταξε για πρώτη φορά στο καλάθι όλα τα υπόλοιπα ψηφοδέλτια και βγήκε θριαμβευτικά από το παραβάν ελαφρώς αναψοκοκκινισμένη. Την στιγμή που τον έριχνε στην κάλπη, ο δικαστικός αντιπρόσωπος, την πείραξε για τα κόκκινά της μάγουλα.

Τι έκανες χριστιανή μου τόσην ώρα εκεί μέσα;” την ρώτησε η ξαδέλφη της που την περίμενε έξω από την αίθουσα και συμπλήρωσε με περιπαικτική διάθεση: “Ούτε οι αναποφάσιστοι δεν καθυστερούν τόσο...”. Η Πολυξένης της έκανε νόημα να σωπάσει γιατί ήταν πολλοί γνωστοί τριγύρω, την έπιασε από το μπράτσο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Μόνο όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από το εκλογικό κέντρο άρχισε να εξιστορεί την περιπέτειά της μέσα στο παραβάν. “Αλλά” κατέληξε, λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι και με αρκετές στάσεις στα επίμαχα σημεία της διήγησης, “στο τέλος το βρήκα και σταύρωσα  την εγγονή της φίλης μου”.

Όταν είπε το όνομα της υποψήφιας, η ξαδέλφη της έμεινε με ανοιχτό το στόμα και αμέσως μετά της εξήγησε ότι η μικρή ήταν υποψήφια με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Πολυξένη την κοίταξε ανέκφραστη. Της πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει ότι όχι μόνο δεν είχε ψηφίσει τον Αντώνη σε αυτές τις κρίσιμες εκλογές, τον Αντώνη  που είχε βραχνιάσει τόσες μέρες να μιλάει για το καλό της πατρίδας, μα είχε ρίξει για πρώτη φορά στη ζωής της -κατά λάθος βέβαια – "ψήφο εις τους κομουνιστάς". Ύστερα λιποθύμησε.

Αργά το βράδυ, μετά από δύο χαπάκια για την πίεση, αρκετή ξεκούραση και πολλά παρηγορητικά λόγια είχε κάπως συνέλθει αλλά ακόμα το φυσούσε και δεν κρύωνε. Την ίδια ώρα, σε ένα μπαράκι της μικρής μας πόλης, ο εγγονός της πανευτυχής που είχαν ψηφίσει το ίδιο κόμμα εκείνος και η γιαγιά του, σκασμένος στα γέλια διηγήθηκε στους φίλους του το πάθημά της καταλήγοντας: “ευτυχώς η κυρά Πολυξένη, δεν έμεινε στον τόπο όταν κατάλαβε τί ψήφισε, γιατί σίγουρα μερικοί από τους δεξιούς της οικογένειας, θα έλεγαν ότι και για αυτό θα έφταιγε ο ΣΥΡΙΖΑ”.

* του Γιάγκου Πεσμαζόγλου (και όχι του Ζιγδη όπως κατά λάθος έγραψα)                      

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Το Ρηνιώ






Ακόμα και σήμερα με πατημένα πια τα εβδομήντα πέντε το Ρηνιώ το λες όμορφο. Φεγγάρι ολόγεμο το πρόσωπό της, μάτια θαλασσινά, καλογραμμένα χείλη κι ελάχιστες ρυτίδες. Από το σφιχτοδεμένο μαύρο μαντήλι ξεπροβάλλουν ασημένιες τρίχες, μα δε στέκεσαι εκεί -τα μάτια της σε παρασέρνουν στα πιο βαθιά νερά, τα άφεγγα.

Ο Λευτέρης την θυμόταν παιδί κι όταν γύρισε από τα καράβια τη βρήκε ανθισμένη στα είκοσι. Λωλάθηκε. Την ίδια μέρα πήγε και τη ζήτησε. Είπαν το “ναι” τα αδέλφια της και στο μήνα πάνω στεφανώθηκαν στην Παναγιά. Αν ρωτήσεις τους παλιούς ακόμα θυμούνται να σου πουν γι αυτόν το γάμο. Κράτησε μια βδομάδα, στέρεψε το κρασί, στέρεψε η ρακή μα δε στέρευε το γλέντι. Μια βδομάδα χορό, λυώσαν παπούτσια, μάτωσαν και τα δάχτυλα του βιολιτζή που έφυγε κρυφά νύχτα από το Νησί γιατί δεν άντεχε άλλο να παίζει.
Με το φουστάνι να φουσκώνει περισσότερο από την καρπισμένη κοιλιά της παρά από τον αέρα που λυσσομανούσε σα τώρα δα, με λυτά μαλλιά, το Ρηνιώ τον αποχαιρέτησε στο μώλο κι εκείνος στην πρήμνη του καϊκιού κρεμασμένος τέντωνε χέρι στο Νησί και σε κείνη που μάκραινε, μάκραινε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του.
Άρχισαν να φτάνουν γράμματα, δέματα, εμβάσματα από όλες τις άκρες του κόσμου. Από το νησί φεύγανε γράμματα και φωτογραφίες του μικρού. Κόντευε να χρονίσει όταν της το ζήτησε κι αυτή αμέσως πήρε ψαλίδι και του έστειλε για το προσκεφάλι στην κουκέτα του, δυό τούφες μαλλιά, μια του παιδιού κατάμαυρα, μια δικιά της ανοιχτά καστανά.
Ύστερα, ξαφνικά, εκεί που τον περίμεναν να γυρίσει, σταμάτησαν τα γράμματα, σταμάτησαν και τα δέματα. Μόνο τα χρήματα φτάνανε τακτικά. Εκείνος άφαντος. Λες κι άνοιξε η γης και τον κατάπιε -γιατί η θαλασσα δεν τον είχε πάρει, αυτό το ξέρανε σίγουρα. Μόνο σαν πήγε πια ο μικρός σχολείο, γύρευε πώς, γύρευε από πού, μάθανε τα αδέλφια του Ρηνιού ότι ο προκομένος ήταν στην Ιαπωνία. Κίνησαν κι οι δύο, πήγαν και τον βρήκαν. Χτύπησαν την πόρτα, άνοιξε μια γιαπωνέζα. Στα πόδια της το μούλικο με τα μάτια του Λευτέρη φοβισμένο από την όψη τους, γαντζώθηκε στο μεταξωτό φουστάνι της μάνας του. Κουβέντα δεν είπαν -τί να της λέγανε κι όλας της Γιαπωνέζας; - αυτή όμως κατάλαβε, παραμέρισε, πήρε το παιδί αγκαλιά και χάθηκε στο άλλο δωμάτιο.
Μπήκαν, κι ο Λευτέρης σαν τους είδε κατέβασε τα μάτια. Μείναν έτσι αμίλητοι, αυτός καθιστός, αυτοί όρθιοι κι ύστερα εκείνος σηκώθηκε μάζεψε δυό -τρία πράγματα και τους ακολούθησε. Ούτε που χρειάστηκε να του πούνε τη φράση της οργής που ακόνιζαν σε όλο το ταξίδι κι είχε μουλιάσει πικρή στη γλώσσα τους: “Ή έρχεσαι πίσω ή σε τελειώνουμε εδώ.”
Έξω από το σπίτι της λεγάμενης του 'έσκισαν το ναυτικό φυλλάδιο χίλια κομμάτια το πέταξαν στα σκαλιά φτύνοντας σάλιο πηχτό και μόλις φτάσανε στο Νησί πριν καλά καλά τον πάνε σπίτι συνοδεία του δώσανε πανωπροίκι ένα καΐκι. Κόσμος μαζεμένος τον περίμενε, συγγενείς φίλοι, ένα σμάρι που βούιζε και στο κέντρο το Ρηνιώ, στητό με ένα μικρό χαμόγελο σαν νιόβγαλτο φεγγάρι. Πίσω της γραπωμένος από το καλό φουστάνι με τα ανθάκια κρυβόταν ο μικρός και χρειάστηκε να του πούνε οι μπαρμπάδες του “Να ο πατέρας σου...” δέκα φορές μέχρι να πάρει θάρρος να προβάλει και να του δώσει χέρι σα μεγάλος. Χωρίς αγκαλιά.
Στο χρόνο πάνω από το γυρισμό γεννήθηκε κι η κόρη- η δεύτερη, αν λογαριάσουμε και το άλλο της γιαπωνέζας. Αυτός, ολημερίς κι ολονυχτίς στο καϊκι και στο ψάρεμα, το Ρηνιώ σπίτι να ανασταίνει τα παιδιά. Αβγάτεψε το βιός, τρανέψαν τα παιδιά. Ζήσαν καλά. Με σεβασμό. Στις γιορτές και στα πανηγύρια τους βλέπαμε δίπλα- δίπλα μα αν τους καλοπρόσεχες υπήρχε ένα κενό αναμεταξύ τους, αυτή η μικρή απόσταση στο μαντήλι που του κρατούσε στο χορό για να κάνει εκείνος μπροστά πρώτος τα τσαλίμια του. Αυτή η απόσταση δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Μόνο στα στερνά. Βίραρε την άγκυρα στο καινούριο καΐκι κι ούτε εκεί έμεινε. Σηκωτό τον πήρε ο γιός του με δυό Αιγύπτιους που είχαν στη δούλεψή τους. Δεν ξανασηκώθηκε απ` το κρεβάτι. Δυό χρόνια ολόκληρα. Το Ρηνιώ τον φρόντισε σαν να ήταν παιδί της. Τον έπλενε, τον έντυνε, τον τάιζε, του έλεγε τα νέα της εγγόνας τους που ήταν πια κορίτσι της παντρειάς, τριτοετής στο πανεπιστήμιο.
Την τελευταία μέρα την φώναξε: “Ρηνιώ μου!” κι εκείνη σίμωσε στο προσκεφάλι του σαστισμένη. Είχε να ακούσει αυτό το “μου” πλάι στο όνομά της από τη μέρα στο μώλο που της είχε τάξει: “Σε οκτώ μήνες γυρίζω” κι έκανε οκτώ χρόνια στενάζοντας μέσα σε άλλη αγκαλιά. Την τράβηξε να καθίσει πλάι του στο κρεβάτι. Άπλωσε το χέρι του, της χάιδεψε τα μαλλιά, ύστερα το μέτωπο, τα μάγουλα που πήραν κοκκινίζουν σαν την πρώτη φορά και της είπε ξεψυχισμένα: “Συγχώρα με”.
Το Ρηνιώ, ορθάνοιξε δυό μάτια θάλασσες, άβυσσος σωστή το μπλε των ματιών της κι ας είχε αρχίσει να γαληνεύει το χρώμα με τα χρόνια. Δεν τον άφησε πολύ στην αγωνία στο χείλος της ζωής. Χωρίς κουβέντα τού έδωσε ένα πλατύ δακρυσμένο χαμόγελο, που εκείνος είχε ξεχάσει ότι υπήρχε, κι ύστερα έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα. Σε αυτό το στερνό φιλί γεύτηκε με την τελευταία του ανάσα κάτι από αυτόν τον έρωτα που φούντωσε παράφορα μια μέρα πριν από πενήντα και βάλε χρόνια.
Για το στερνό μπάρκο στην αγκαλιά της γης τον αποχαιρέτησε σφιχτομαυρομαντηλοφορεμένη με γιό και κόρη να την βαστάνε γερά μη και λυγίσουν τα γόνατα και πέσει στην απελπισία που γεννούσε το οριστικό αυτού του φευγιού. Τώρα πώς βρήκε κουράγιο το Ρηνιώ ύστερα και έκανε ότι έκανε, ένας Θεός το ξέρει. Γύρευε πώς, γύρευε πού, έψαξε μόνη, κρυφά κι απ` τα ίδια της τα παιδιά και τη βρήκε! Στο χρόνο του Λευτέρη πάνω στο μνήμα έσκυψε κι άφησε μια αγκαλιά λουλούδια- χρυσάνθεμα θαρρώ πως ήταν -αντάμα με τα αδέλφια της κι η άλλη του κόρη. Η γιαπωνέζα.

~ . ~

Η μουσική του Alberto Iglesias από το soundtrack
της ταινίας του P. Almodóvar, Los abrazos rotos (Ραγισμένες Αγκαλιές)




Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

New York, New York




-Κορίτσια η Ευρώπη, τέρμα!
Την κοίταξαν έκπληκτες αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη, μασουλώντας το κουλουράκι της που μόλις είχε βουτήξει στον καφέ: «Φέτος θα πάμε στη Νέα Υόρκη! Την Ευρώπη πλέον την έχουμε εξαντλήσει».

Ήταν συμμαθήτριες και αχώριστες φίλες από το δημοτικό. «Εβδομήντα συναπτά έτη» συνήθισαν να λένε σε όποιον τις ρωτούσε, στρογγυλεύοντας το νούμερο- παραδόξως προς τα πάνω. Παντρεύτηκαν και οι τρεις σε διάστημα ενός χρόνου, λίγο μετά την αποφοίτησή τους από το σχολείο. Όπως οι γονείς τους, έτσι και οι σύζυγοι ήταν γνωστοί αλλά εξ αιτίας τους έγιναν στενοί φίλοι. Γεννοβόλησαν παράλληλα, μεγάλωσαν, σπούδασαν και πάντρεψαν τα παιδιά τους-δυστυχώς όχι μεταξύ τους όπως διακαώς επιθυμούσαν ώστε να αποκαλούν η μια την άλλη «συμπεθέρα». Ταυτόχρονα έγιναν και γιαγιάδες οπότε πηγαίνανε μετά τα παιδιά και τα εγγόνια τους βόλτες στον Εθνικό Κήπο. Οι αναλογίες στη ζωή τους συνεχίστηκαν με τους θανάτους των συζύγων τους που άφησαν το μάταιο τούτο κόσμο με διαφορά λίγων μηνών ο ένας από τον άλλο. Έτσι οι συμμαθήτριες βρέθηκαν μαυροφορεμένες χήρες να παρηγορεί η μια την άλλη. Όταν περάσανε από τα μαύρα στα γκρίζα και τα σκούρα μπλε με πιτσιλωτό ανθάκι, άρχισαν συστηματικά τα ταξίδια στην Ευρώπη. Στην αρχή ένα το χρόνο, αλλά σύντομα μια που δεν είχαν υποχρεώσεις - τα εγγόνια είχαν στο μεταξύ μεγαλώσει -τα ταξίδια έγιναν δύο. Ένα την άνοιξη και ένα το φθινόπωρο. Έτσι έχοντας εξαντλήσει όλους τους ευρωπαϊκούς προορισμούς, η ιδέα της Νέας Υόρκης βρήκε αμέσως πρόσφορο έδαφος.



Τα παιδιά τους- που όπως όλα τα παιδιά, από μια χρονική στιγμή και μετά είχαν αρχίσει να παίζουν το ρόλο του γονιού για τους ίδιους τους γονείς τους- μόλις πληροφορήθηκαν τις προθέσεις τους αντέδρασαν έντονα. Από καιρό είχαν αρχίσει να σκέφτονται ότι τα ταξίδια έπρεπε να σταματήσουν, γιατί ναι μεν τα ‘κορίτσια’ ήταν υγιέστατα, πλησίαζαν όμως πλέον τα ογδόντα. Έτσι η προοπτική της υπερατλαντικής εξόρμησης τους έκανε να επιστρατεύσουν κάθε μέσον για να τις μεταπείσουν. Μάταια όμως γιατί εκείνες είχαν ξεσηκωθεί για τα καλά. Έτσι με μισή καρδιά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν διατυπώνοντας όμως αυστηρότατους όρους και συστάσεις, όπως να επιστρέφουν στο ξενοδοχείο το αργότερο στις έξι το απόγευμα, να μην φοράνε καθόλου κοσμήματα στις εξόδους τους, να μην κουβαλάνε πολλά μετρητά μαζί τους και να μην τολμήσουν επ` ουδενί να χρησιμοποιήσουν τον υπόγειο. «Κι αν σας επιτεθεί κανένας, να του δώσετε αμέσως ότι χρήματα έχετε πάνω σας για να γλυτώσετε τη ζωής σας!» ήταν η τελευταία κουβέντα- ύστατη, γι αυτό και ακραία προσπάθεια να ματαιώσουν το ταξίδι- που ακούσανε από τα παιδιά τους στο αεροδρόμιο την ημέρα της αναχώρησης.

Το Μεγάλο Μήλο τις εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισαν καθώς πλησίαζαν στο Manhattan από το JFK. Ήταν σούρουπο, μόλις είχαν αρχίσει να ανάβουν τα φώτα της πόλης ενώ ο ουρανός ήταν ακόμα φωτεινός. Παρ` όλη την ταλαιπωρία του πολύωρου ταξιδιού η εικόνα των πανύψηλων κτιρίων, τις ξεσήκωσε και τους θύμισε όλες τις σκηνές από τις ασπρόμαυρες κι έγχρωμες ταινίες που είχαν δει και στις οποίες η πόλη πρωταγωνιστούσε με τον τρόπο της. Καμία σκηνή όμως δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την πραγματικότητα που είχαν εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια τους. Διασχίζοντας τη γέφυρα του Brooklyn ξεχνώντας το αυχενικό που τις ταλαιπωρούσε, κοιτάζανε ψηλά σα μικρά παιδιά από τα παράθυρα του ταξί και παρακαλούσαν να μην τελειώσει αυτή η διαδρομή, πάνω από τα νερά του East River.


Τις πρώτες μέρες ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες. Γρήγορα όμως ξεθάρρεψαν αφού διαπίστωσαν ότι η πόλη δεν ήταν δα και τόσο επικίνδυνη. Έτσι το αρχικό «έξι το απόγευμα επιστροφή στο ξενοδοχείο», έγινε οκτώ και όταν βρήκαν εισιτήρια για ένα μιούζικαλ που είχαν καημό να δούνε, μπήκαν στο δωμάτιό τους σαν Σταχτοπούτες, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Μετά από μια βδομάδα έχοντας ήδη επισκεφτεί το Metropolitan, το Guggenheim και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας έχοντας κάνει ατελείωτες βόλτες κι έχοντας ταΐσει όλες τις πάπιες στο Central Park, έχοντας δει όλη την πόλη από την κορυφή του Empire State Building αποφασίσανε την επόμενη να βγούνε και για ψώνια.

Σηκώθηκαν νωρίς, στολίστηκαν πήραν μαζί τους αρκετά μετρητά και μπήκανε στο ανσασέρ πολύ χαρούμενες. Πάτησαν το κουμπί για τον πρώτο όροφο- όπου ήταν η τραπεζαρία για να πάρουν το πρωινό τους- αλλά δευτερόλεπτα πριν κλείσει η πόρτα, ένα τεράστιο μαύρο χέρι εμφανίστηκε στο ύψος που ήταν το φωτοκύτταρο. Η πόρτα άνοιξε αμέσως διάπλατα και ένας πανύψηλος μαύρος μπήκε βιαστικός. Η εισβολή του τις τρόμαξε και τις έκανε να μαζευτούν σε μια γωνιά καλύπτοντας τον πίνακα με τα κουμπιά του ανσασέρ. Εκείνος βλέποντάς τις έτσι αλαφιασμένες, δε θέλησε να απλώσει το χέρι του για να πατήσει το κουμπί και με ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα κάτασπρα δόντια του- απειλητικά παρά το χαμόγελο, είπε: «Ground floor, please!» περιμένοντας ότι μια από τις τρεις θα πατούσε το κουμπί του ισογείου. Εκείνες όμως λόγω πανικού που τις είχε ήδη καταλάβει αλλά ασφαλώς και λόγω ηλικίας παράκουσαν: «Down on the floor, please!» Μετά από μια στιγμή δισταγμού στη διάρκεια της οποίας θυμήθηκαν τις τελευταίες οδηγίες, πέσανε ταυτόχρονα στο δάπεδο. Χωρίς να τον κοιτάζουν άρχισαν να βγάζουν και να πετάνε προς το μέρος του πρώτα τα δολάρια που είχαν στις τσάντες τους και στη συνέχεια τα δαχτυλίδια που φορούσαν, τα κολιέ τους και τα σκουλαρίκια.





Μετά από μερικά δευτερόλεπτα που φυσικά τους φάνηκαν αιώνας ο ανελκυστήρας σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε, ο μαύρος βγήκε βιαστικά όπως είχε μπει χωρίς όμως να πάρει απολύτως τίποτα. Η πόρτα ξανάκλεισε, ο θάλαμος άρχισε πάλι να κινείται κι αυτές μάζεψαν γρήγορα τα σκορπισμένα τους τιμαλφή, σηκώθηκαν με δυσκολία και τακτοποίησαν όπως – όπως τα ρούχα και τα μαλλιά τους. Τους πήρε πολλή ώρα να συνέλθουν από το σοκ αλλά κι από την ντροπή για το πάθημά τους. Αποφάσισαν μάλιστα να μη μιλήσουν γι αυτό ποτέ και σε κανένα*.

Πάντως το απόγευμα της ίδιας μέρας ενώ επέστρεφαν στο ξενοδοχείο εξουθενωμένες από ψώνια, συζητώντας και πάλι για το περιστατικό ξεκαρδίστηκαν στα γέλια στη σκέψη ότι βρέθηκαν ξαπλωμένες στο δάπεδο, αναμαλλιασμένες με σηκωμένα τα φουστάνια τους, να πετάνε δολάρια και κοσμήματα στον άγνωστο μαύρο που όπως τελικά αποδείχτηκε δεν είχε καμία απολύτως πρόθεση να τις ληστέψει.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο τους περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Δεν είχαν προλάβει να αφήσουν τις σακούλες με τα ψώνια, όταν είδαν στο τραπέζι του μικρού καθιστικού ένα εντυπωσιακό καλάθι με λουλούδια που έκαναν όλο το δωμάτιο να μοσχοβολάει. Αντάλλαξαν αμέσως βλέμματα γεμάτα απορία -με μια μικρή λάμψη όψιμης φιλαρέσκειας- για τον εμπνευστή αυτής της υπέροχη χειρονομίας.


Άνοιξαν τον φάκελο που υπήρχε πάνω στη κορδέλα και σε μια μικρή κάρτα διάβασαν:



Αγαπητές μου κυρίες

Ποτέ στη ζωή μου δεν γέλασα τόσο πολύ
όσο σήμερα το πρωί στο ανσασέρ!

Να είσαστε πάντα καλά!

Eddie Murphy






* Τελικά ένα από τα τρία ‘κορίτσια’ ένα χρόνο πριν πεθάνει εκμυστηρεύτηκε το μυστικό τους στον αγαπημένο της εγγονό και του έδειξε τη καρτούλα «του Eddie» που είχε φυλάξει. Εκείνος μου διηγήθηκε την ιστορία και τον ευχαριστώ.

Η φωτογραφία των γιαγιάδων από εδώ και του Eddie από εκεί.

Μουσική: Fickle Fay Creep, από τον συνθέτη Jelly-Roll Morton & His Red Hot Peppers, άλμπουμ Jelly Roll Morton - Vol. III

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Bella Dona, Maria d’Antuono




Είναι μερικά θέματα, που σου κινούν το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή. Θέλεις να ασχοληθείς μαζί τους, να τα αναδείξεις σε 'πρωτοσέλιδο' στο blog αλλά κάτι άλλο προκύπτει, περνάνε οι μέρες, χάνεται το επίκαιρο οπότε μπαίνουν αναγκαστικά και οριστικά στο φάκελο με την ένδειξη ‘καμένα’.

Το ίδιο θα συνέβαινε και με την ιστορία της Maria d’Antuono, της bella dona. Θα γινόταν κι εκείνη ένας από τους αρχειοθετημένους ήρωες που στοιχειώνουν τους bloggers, γιατί όπως είχε πει παλιότερα ο Παύλος Μάτεσης, οι ήρωες που αξίζουν είναι επίμονοι, διεκδικούν την υπόστασή τους, απαιτούν- έτσι όπως κλωθογυρίζουν και μπερδεύονται μες τα πόδια σου όλη την ώρα -να πάρουν σάρκα και οστά.

Έτσι και η Maria της Tempera ερχόταν συχνά στο μυαλό μου αυτές τις μέρες θυμίζοντας μου άλλοτε τη γιαγιά μου- λόγω της χτένας και της λαχτάρας για ευπρεπή εμφάνιση- κι άλλοτε τη Πηνελόπη- λόγω των εργόχειρων που απασχόλησαν τα χέρια και των δυο στα χρόνια και στις ώρες της αναμονής τους. Προσπαθούσα να φανταστώ τη ζωή της αλλά παράλληλα σκεφτόμουν ότι πάει πέταξε το πουλάκι, ήρθε η Μεγάλη Βδομάδα, δε μπορώ να κάνω ακροβατικά και να μεταμφιέσω το θέμα σε πασχαλιάτικο.

Σήμερα στο supermarket τη θυμήθηκα πάλι όταν ξαφνικά ακούστηκαν ουρλιαχτά. Δύο γυναίκες μεγάλης ηλικίας είχαν παγιδευτεί για τριάντα μόλις δευτερόλεπτα στον ανελκυστήρα που οδηγεί από το ισόγειο στο υπόγειο. Όταν άνοιξε η πόρτα ήταν σε κατάσταση υστερίας. Βλέποντάς τις πανιασμένες από το τρόμο, θυμήθηκα πάλι το ήρεμο πρόσωπο της Maria d’Antuono από το video έκανε το γύρο του κόσμου και κατάλαβα ότι δε θα γλύτωνα εύκολα από την παρουσία της.

Στον σχεδόν ένα αιώνα της ζωής της απασχόλησε τα ΜΜΕ για πρώτη και τελευταία μάλλον φορά την περασμένη εβδομάδα για μερικά δευτερόλεπτα. Σε όλα τα ρεπορτάζ από τη γειτονική Ιταλία υπήρχαν για αυτήν 50-60 λέξεις. Οι λόγοι ήταν προφανείς. Ήταν από τους τελευταίους διασωθέντες από τον ισχυρό σεισμό, η μεγαλύτερη σε ηλικία* και κυρίως ήταν αφοπλιστική στις δηλώσεις της.

Την ώρα του σεισμού η 98 χρονη, μπήκε κάτω από το κρεβάτι της. Εκεί περίμενε υπομονετικά για περισσότερες από 30 ώρες μέχρι να φτάσουν τα σωστικά συνεργεία που την απεγκλώβισαν από τον πρώτο όροφο του σπιτιού της. Ήταν μια θεαματική διάσωση. Η μικροκαμωμένη γυναίκα από το κρησφύγετό της βρέθηκε να αιωρείται αγκαλιά με δύο πυροσβέστες, στην άκρη της μεγάλης προκτεινόμενης σκάλας υπό τα χειροκροτήματα των παρισταμένων. Κανένα ίχνος ταλαιπωρίας ή αγωνίας, δυο ολοκόκκινα μάγουλα κι ένα χαμόγελο. Χαριτωμένη κι ανάλαφρη. Το μόνο ίσως που την έκανε να νοιώθει λίγο αμήχανα κι έξω από τα νερά της ήταν ο κόσμος και οι κάμερες που την πλησίασαν μόλις πάτησε τα πόδια της στο έδαφος. Το μικρόφωνο μπροστά στο πρόσωπό της και η ερώτηση των δημοσιογράφων πώς πέρασε όλες αυτές τις ώρες της αναμονής.



Τους αιφνιδίασε όλους όταν απάντησε με απόλυτη φυσικότητα- λες κι οι άλλοι μπορούσαν να καταλάβουν- « Έπλεκα…τελείωσα ένα γιλέκο!» συνοδεύοντας το λόγο της με τη χαρακτηριστική κίνηση των χεριών που ήταν σα να κρατούσαν αόρατες βελόνες. Κι ύστερα για να τους αποτελειώσει ζήτησε πριν την πάνε στο νοσοκομείο για προληπτικό έλεγχο- φαινόταν μια χαρά στην υγεία της- μια χτένα για να φροντίσει λίγο τα μαλλιά της.

Σίγουρα η ηλικιωμένη Ιταλίδα, αγνοούσε κάποιες έρευνες- φυσικά αμερικάνικες- που έχουν αποδείξει ότι το πλέξιμο χαλαρώνει, ηρεμεί και διώχνει το στρες. Εκείνη έμαθε μικρή να πλέκει όπως όλες οι γυναίκες της γενιάς της. Έμαθε επίσης ότι μια καλή νοικοκυρά έχει πάντα τα χέρια της απασχολημένα. Είναι άοκνη ακόμα και τις ώρες της ξεκούρασης. Έτσι έπλεξε την προίκα της. Όμορφες δαντέλες με λεπτό βελονάκι. Μετά με βελόνες τα ζακετάκια των παιδιών της, τα πουλόβερ του άντρα της, των εγγονών και δισεγγονών της.

Πόντος και αγάπη, πόντος και αφοσίωση, πόντος και ελπίδα, όνειρα, στεναχώριες, απογοητεύσεις, προσδοκίες, πόλεμοι, θάνατοι. Όλα. Πόντο με τον πόντο και τη χαρά φέρνεις βόλτα και τις πίκρες. Πόντο με τον πόντο, όλα ξεχνιούνται, όλα περνάνε. Κι έρχονται άλλα. Κι αυτά περνάνε για να έρθουν άλλα, με τη σειρά τους κι αυτά. Όπως το τελευταίο, ο σεισμός. Το φοβερό βουητό του. Τα ξύλα που τρίζουν. Τα γυαλικά που σπάνε. Η οροφή που πέφτει.Οι κραυγές των αλαφιασμένων ανθρώπων μέσα στη νύχτα.

Σίγουρα στην αρχή ήταν κι αυτή φοβισμένη. Μετά ησύχασε και κατάλαβε ότι μπορεί να περίμενε για πολύ. Σκέφτηκε το θάνατο. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι καινούριο. Το είχε σκεφτεί ήδη τόσες φορές μέχρι εκείνη τη στιγμή που ήταν πια συμφιλιωμένη με την ιδέα. Μπορεί και να ερχόταν. Το τέλος. Μπορεί και όχι. Αλλά δε μπορούσε να καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια. Τεντώθηκε και έφτασε με δυσκολία το πλεκτό της. Μάλλον το είχε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι της, για να συνεχίζει τη δουλειά τα βράδια που δεν είχε ύπνο. Άρχισε να πλέκει. Δε χρειαζόταν να βλέπει. Με τα χιλιόμετρα μαλλί και νήμα που είχαν περάσει από τα δάχτυλά της μπορούσε να άνετα πλέκει στα τυφλά. Πόντο στον πόντο πέρασαν οι ώρες. Όπως πέρασαν και ενενήντα τόσα χρόνια.

Αν αργούσαν κι άλλο οι διασώστες και το μαλλί τελείωνε, σίγουρα θα ξήλωνε το γιλέκο και θα το άρχιζε από την αρχή. Όσες φορές χρειαζόταν. Έτσι δεν κάνουν άλλωστε οι γυναίκες που περιμένουν;





* Σώθηκε άλλη μια 98 χρονη η Ines Alessandro



Η μουσική: La Vita E Bella του Nicola Piovani

από την ομώνυμη ταινία, σε σκηνοθεσία του Roberto Benigni




buzz it!