Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόμπελ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόμπελ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Το Νόμπελ του `79

"Τι αντιπροσωπεύει η Ποίηση μέσα σε μια τέτοια κοινωνία;
Απαντώ: το μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση." *


Σαν σήμερα, στις 18 Οκτωβρίου του 1979, ανακοινώθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία η απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Οδυσσέα Ελύτη. Το σκεπτικό της απόφασης μεταξύ των άλλων ανέφερε: "...για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία"
Την ομιλία* που εκφώνησε ο ποιητής, δύο μήνες αργότερα, στην τελετή απονομής του βραβείου μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο,
τώρα πια που η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη,
αν θέλει να μη χάσει από την περιφάνια του!
ή, τότε, πάλι, με χώμα και νερό,
ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο
-μην καταπροσωπίσει πια ούτε μια μαργαρίτα!
Στη μαργαρίτα πέστε νάβγει μ' άλλη παρθενιά!

μη λερωθεί από δάκτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπερίστερα
και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού,
καθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ' αδειανό κοχύλι,
μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς,
μον' φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
τις ροδωνιές όπου η ψυχή ανάδευε,
τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε.
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
και παν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
ποιού σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο! 







Ποίηση και ζωγραφική στον κόσμο του Οδυσσέα Ελύτη από το ιστολόγιο Νεάρχου παράπλους. 




Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργος Σεφέρης


Ο Βασιλιάς της Ασίνης 
Ασίνην τε...
Ιλιάδα 

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου
   παγονιού
Μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώυτας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.


1926


Με την αδελφή του, Ιωάννα και ένα φίλο. 1925


Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
   τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον  Ομηρο
μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα~
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
"Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
         και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι~
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.



Με τη Μαρώ, Γιοχάνεσμπουργκ 1941


Τον Ιούλιο του 1950 ο Γ. Σεφέρης με τον ακαδημαϊκό Άγγελο Βλάχο και τις γυναίκες τους. Επισκέπτονται τα βυζαντινά μοναστήρια της Καππαδοκίας (από εδώ


Ο Γιώργος Σεφέρης με τη σύζυγό του Μαρώ

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
    στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
   ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.



Σεφέρης και Κώστας Ταχτσής 

Στο γραφείο τύπου, Κάιρο 1942 
(από εδώ όπως και η προηγούμενη)


Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
   ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
    αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα
   και της  φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
   την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
   διάρκεια της  απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
   μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
   κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.




Γιώργος Σεφέρης  και Άγγελος Κατακουζηνός.



Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαϊτα πάνω στο σκουτάρι:
"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Να 'ταν αυτή ο βασιλιάς της
    Ασίνης
που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχττκά σε τούτη την ακρό-
    πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω
    στις πέτρες.



Oρθιοι: Θανάσης Πετσάλης, Hλίας Bενέζης, Oδυσσέας Eλύτης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Kαραντώνης, Στέλιος Ξεφλούδας και Γιώργος Θεοτοκάς. Kαθισμένοι: Αγγελος Tερζάκης, K. Θ. Δημαράς, Γιώργος Kατσίμπαλης, Kοσμάς Πολίτης και Ανδρέας Eμπειρίκος. από εδώ




Νόμπελ, Δεκέμβριος 1963


Ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971. 
Το ποίημα Ο Βασιλιάς της Ασίνης από εδώ.
Να δείτε οπωσδήποτε το αφιέρωμα της Roadartist 

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

"...που χαρτογράφησε τις δομές της εξουσίας..."

.
.


Ουρανία. Οι γονείς της δεν την υπολόγισαν και πολύ. Το όνομά της θύμιζε πλανήτη, ορυκτό, οτιδήποτε εκτός από την ψιλόλιγνη γυναίκα με τα λεπτά χαρακτηριστικά, τη στιλπνή επιδερμίδα και τα μεγάλα, κάπως θλιμμένα, σκουρόχρωμα εκείνα μάτια, που της έδειχνε ο καθρέφτης. Ουρανία! Πώς τους ήρθε! Ευτυχώς κανείς πια δεν την αποκαλούσε έτσι, αλλά Ούρι, Μις Καβράλ, Μίσις Καβράλ, ή Δόκτωρ Καβράλ. Απ` όσο μπορούσε να θυμάται, από τότε που έφυγε από τον Άγιο Δομίνικο- “για να ακριβολογούμε, από την πόλη Τρουχίλιο”, όταν έφυγε, δεν είχαν ακόμα αποκαταστήσει το όνομα της πρωτεύουσας-, ούτε στο Άντριαν ούτε στη Βοστόνη ούτε στην Ουάσινγκτον ούτε στην Νέα Υόρκη, κανείς δεν την είχε ξαναπεί Ουρανία, όπως παλιότερα στο σπίτι της και στο κολέγιο Σάντο Δομίνγκο, όπου οι sisters και οι συμμαθήτριές της πρόφεραν πάρα πολύ σωστά το αλλόκοτο όνομα που της είχαν επιβάλει ως τιμωρία με το που γεννήθηκε. Να ήταν άραγε δική του ιδέα ή δικής της; ήταν πλέον πολύ αργά για να το επαληθεύσεις, κορίτσι μου. Ή μάνα σου ήταν στον άλλο κόσμο και ο πατέρας σου ένας ζωντανός νεκρό. Ποτέ δε θα το μάθεις. Ουρανία! Το ίδιο παράλογο να εξευτελίζεις την παμπάλαιη πόλη του Αγίου Δομίνικου δε Γουσμάν αποκαλώντας την Πόλη Τρουχίλιο. Να ήταν άραγε κι αυτή ιδέα του πατέρα της;

Περιμένει να ξεπροβάλει η θάλασσα από το παράθυρο του δωματίου της, στον ένατο όροφο του ξενοδοχείου Χαράγουα, και επιτέλους τη βλέπει. Το σκοτάδι υποχωρεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και η γαλαζωπή λάμψη του ορίζοντα, καθώς θεριεύει βιαστικά, εγκαινιάζει το θέαμα που περιμένει να δει από την ώρα που ξύπνησε, στις τέσσερις το πρωί, παρά το χάπι που είχε πάρει παρακάμπτοντας τις προκαταλήψεις της εναντίον των υπνωτικών. Η μπλε σκούρα γραμμή της θάλασσας, τρομαγμένη από τις κηλίδες του αφρού, θα πάει να ανταμώσει έναν μολυβένιο ουρανό στη μακρινή γραμμή του ορίζοντα, κι εδώ, στην ακτή, σκάει πάνω στο Μαλεκόν, που το διακρίνει κατακερματισμένο μέσα στις φοινικιές και στις αμυγδαλιές που το περιστοιχίζουν. Την εποχή εκείνη, το ξενοδοχείο Χαράγουα είχε θέα κατάφατσα το Μαλεκόν. Τώρα το Μαλεκόν φαίνεται από το πλάγια. Η μνήμη της επεστρέφε την εικόνα- της ημέρας εκείνη;- του μικρού κοριτσιού που κρατούσε τον πατέρα της από το χέρι, μπαίνοντας στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να γευματίσουν οι δυό τους. Τους έδωσαν τραπέζι κοντά στο παράθυρο, και μέσα από τα κουρτινάκια, η Ουρανίτα έβλεπε τον μεγάλο κήπο και την πισίνα με τους βατήρες και τους λουόμενους. Μια ορχήστρα έπαιζε μερέγκε στο ισπανικό πάτιο, περιτριγυρισμένο από διακοσμητικά πλακάκια και πήλινες γλάστρες με γαρίφαλα. Ήταν εκείνη την ημέρα; “όχι”, λέει χαμηλόφωνα. Το Χαράγουα εκείνης τη εποχής το είχανε γκρεμίσει για να το αντικαταστήσει ετούτο το ογκώδες κτήριο στο χρώμα του ροζ πάνθηρα που τόσο πολύ την ξάφνιασε μόλις έφτασε στον Άγιο Δομίνικο πριν από τρεις μέρες.

Έκανες καλά που ήρθες; Θα το μετανιώσεις, Ουρανία. Να χαραμίσεις μια εβδομάδα διακοπών. Εσύ που πάντα παραπονιόσουν ότι δεν είχες χρόνο να γνωρίσεις τόσες και τόσες πόλεις, περιοχές και χώρες που θα ήθελες να δεις – τις οροσειρές και τις χιονισμένες λίμνες της Αλάσκα, για παράδειγμα- γύρισες στο νησάκι όπου είχες ορκιστεί να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου. Σύμπτωμα παρακμής; Φθινοπωρινός συναισθηματισμός; Απλή περιέργεια, τίποτε άλλο. Για να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να περπατήσεις στους δρόμους αυτής της πόλης, που πια δεν είναι δικιά σου, να διατρέξεις αυτή την ξένη χώρα, δίχως αυτό να σου προκαλεί θλίψη, νοσταλγία, μίσος, πίκρα, ογρή. Ή μήπως ήρθε για να δεις με τα ίδια σου τα μάτια την κατάντια του πατέρα σου; Για να διαπιστώσεις τι θα αισθανθείς, όταν τον δεις έπειτα από τόσα χρόνια. Ένας ρίγος τη διατρέχει από την κορυφή ως τα νύχια. Ουρανία, Ουρανία! Για φαντάσου να ανακαλύψεις, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, πως, κάτω από το πεισματάρικο αυτό κεφάλι, πάντα τακτοποιημένο, αδιαπέραστο από κάθε είδους στεναχώρια, πως πίσω από αυτό το οχυρό που όλοι το θαυμάζουν και ζηλεύουν σ` εσένα, έχεις μια τρυφερή καρδιά, φοβισμένη, πληγωμένη, ευαίσθητη. Βάζει τα γέλια. Φτάνουν οι σαχλαμάρες κορίτσι μου.

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα Η Γιορτή του Τράγου του Περουβιανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Mario Vargas Llosa που τιμήθηκε χθες από την Σουηδική Ακαδημία με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2010.


Διαβάστε επίσης : “ Για ένα μυθιστόρημα που μάχεται την εξουσία” του Βασίλη Καλαμαρά.


Ο νεαρός Μάριο Βάργκας Λιόσα με τον χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα (Νόμπελ 1961)


Μάριο και Πατρίτσια Λιόσα από το οικογενειακό άλμπουμ

Με τον Jorge Semprún το 1996

Ο Λιόσα με τον Gabriel Garcia Marquez (Νόμπελ 1982)


Στην διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας για την Προεδρία το 199ο


Με τον Salman Rushdie το καλοκαίρι του 1992 στο Escorial

Ο Χουάν Κάρλος συγχαίρει τον Λιόσα για το βραβείο Cervantes με το οποίο τιμήθηκε το 1995.

Ο Λίοσα το σπίτι του στη Μαδρίτη


Ο Λιόσα απεσταλμένος της

EL PAÍS

με μέλη της Χαμάς στην Παλαιστίνη

Στον τάφο του Paul Gauguin (Ο Παράδεισος στην άλλη γωνία)


Ο Λιόσα με την ηθοποιό Aitana Sánchez Gijón το 2006




Οι φωτογραφίες από την EL PAÍS

Η φωτογραφία με τον Gabriel Garcia Marquez από εδώ

Μουσική: Cholo soy, βαλς του περουβιανού Jaime Cuadra