Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Νερό· τα απαγορευμένα.



Όταν συμβαίνει το αδιανόητο -να παραδίδεται μετά τη γῆν καί το ὕδωρ μιας χώρας στους  κατακτητές της- μπορεί κάλλιστα να σκεφτεί κανείς χωρίς να είναι καθόλου υπερβολικός, ότι, προκειμένου να καμφθεί κάθε πιθανή αντίσταση/αντίδραση στην ένταξη των αρμόδιων ΔΕΚΟ στο Υπερταμείο και στη συνέχεια στο οριστικό ξεπούλημά τους, θα απαγορευτούν ορισμένα τραγούδια. Τραγούδια που οι στίχοι τους περιλαμβάνουν τις επαναστατικές πλέον λέξεις: “νερό”, “δίψασα”, “πηγή”, “νεροσυρμές”, "σταλαγματιές" και “στάμνα”.

Συγκέντρωσα λοιπόν τα τραγούδια που κινδυνεύουν άμεσα. Κάτω από τα γουτουμπάκια, αναγράφονται οι επίμαχοι στίχοι κάθε τραγουδιού. Ακούστε τα, και αποστηθίστε τα πριν απαγορευτούν.

 
Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω
τί να θυμηθώ, τί να ξεχάσω
απ' όσα πέρασα. 


Διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό



Σού 'φερα νερό στις χούφτες
για να πεις να ξεδιψάσεις
που ν' τ' αχείλι σου πικρό.


κι αν θα διψάσεις για νερό
θα στύψουμε ένα σύννεφο.


Πήρα απ` το χέρι σου νερό
Να το ξεχάσω δεν μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου.



   
Άχου τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.



Δώσ' μου τ' αθάνατο νερό
δροσιά απ' την καρδιά σου
χίλιες φορές να αναστηθώ



Ο άνθρωπος είναι νερό που περπατάει
και προχωράει απ' του πλακούντα τα νερά
κι ως τα νερά του τελευταίου ιδρώτα πάει



Της βροχούλας το νεράκι
έκανε στη γη αυλάκι
πού να είσαι τέτοια ώρα
που κοιμάται όλη η χώρα.



Απ' τη χούφτα σου νεράκι
ήπια κι έβαλα μεράκι


Στάλα τη στάλα το νερό
το μάρμαρο τρυπά το


Εις τα Χανιά είναι ένα νερό
μέσα στο συντριβάνι
κι απού 'χει πόνο στην καρδιά
να πα να πιει να γιάνει



Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι
Να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στην νερομάνα



                                          είμαστε δυο σταλαγματιές

από την ίδια βρύση



Κι όταν γυρίσεις και σε δω
Μέσα στη στάμνα τη χρυσή νερό να φέρεις
Της λησμονιάς πικρό νερό


Είσαι νερό στην πηγή, κρυστάλλινο
κι εγώ διψάω.



Νεράκι από τη σάμνα σου λαχτάρισα Βασίλω
Δωσ' μου να πιω κι ορκίζομαι τις βέρες να σου δίνω
Διψάσαν τα χειλάκια μου θέλω να ξεδιψάσω



Η μάνα εν κρύον νερόν και σο ποτήρ και μπεν
Η μάνα να μη είνετε η μάνα να μη εν



Στα Ρίτσα βγαίνει ένα νερό (δις)
το λένε ασημονέρι
το πίνουν οι νησιώτισσες
παιδιά για να μην κάνουν


Ένα νερό κυριά Βαγγελιώ
ενα νερό, κρύο νερό. 



Να 'χα νερό απ' τον πλάτανο
κρασί απ' την κολώνα
να 'χα και την αγάπη μου
να τη φιλώ στο στόμα 

Παρακολουθήστε το ντοκιμαντέρ του Εξάντα, ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΖΩΗ, Τα δικαιώματα του νερού

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Το τελευταίο τσίπουρο


Μια φορά το χρόνο, αρχές Αυγούστου τη μέρα που μας άφησε χρόνους, αν τύχει και βρίσκομαι στη μικρή μας πόλη, πηγαίνω αργά το απόγευμα στα μνήματα. Την ώρα που φτάνω, συνήθως φεύγουν και οι τελευταίοι επισκέπτες. Πρώτα ρίχνω ένα κουβά νερό στο μάρμαρο να φύγουν οι πευκοβελόνες. Αν έχει καμιά κουτσουλιά, μόλις μουσκέψει καλά, την τρίβω πρόχειρα με το χέρι. Αν επιμένει, με το νύχι. Σε αυτή την περίπτωση ρίχνω και δεύτερο κουβά νερό. Ύστερα ανάβω το καντήλι με χίλιες προφυλάξεις. Πριν χρόνια ένας σκορπιός εκεί μέσα, κρυμμένος κάτω από το θυμιατό, λίγο έλειψε να με χτυπήσει. Σκουπίζω τα χέρια από τα λάδια, κάθομαι στο πεζούλι του επόμενου τάφου -ένα παλικάρι ούτε 20 χρόνων, δεν το ήξερα, πήγε από μηχανή όπως έμαθα.

Εκεί, αρχτός στον διπλανό τάφο, κάτω από το πεύκο που έχει πια θεριέψει, στρίβω τσιγάρο. Όσο διαρκεί το στρίψιμο με την άκρη του ματιού τον βλέπω να μού γελάει. Σαν να σχολιάζει έτσι το στριφτό, σαν να μου λέει: Βλέπω ότι από τα άφιλτρα το γυρίσαμε στον καπνό. Ανάβω και η πρώτη ρουφηξιά είναι βαθιά, ικανή να φτάσει μέχρι τις πατούσες. Ύστερα φυσάω τον καπνό προς το μέρος του, πηχτά δαχτυλίδια, έτσι όπως μού είχε μάθει. Τον κοιτάζω στη φωτογραφία και τού ανταποδίδω το χαμόγελο με πικρό στόμα.

Αντίθετα μέ όλους τους άλλους πεθαμένους που εικονίζονται από σοβαροί έως και βλοσυροί, ο πατέρας μου είναι γελαστός. Έχω απομονώσει το πρόσωπό του από μια ομαδική φωτογραφία όπου εκείνος καθόταν στη μέση και δεξιά, αριστερά και πίσω του στέκονται όρθια τρία ξαδέλφια του. Είχαν μαζευτεί ένα μεσημέρι στην αυλή μας με μεζεδάκια και τσίπουρο και το απόγευμα πια, στο τσακίρ κέφι αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί για οικογενειακή φωτογραφία. Στήθηκαν έτσι, με τον τρόπο του παλιού καιρού και ζήτησαν μάλιστα από τον φωτογράφο να την τυπώσει ασπρόμαυρη. Από όλες τις φωτογραφίες του, σε αυτή έχει το πιο ωραίο χαμόγελο. Είναι χαλαρό, μακάριο και κάπως περιπαικτικό. “Από το τσίπουρο που είχαμε κατεβάσει εκείνη τη μέρα” μού είχε πει όταν την είδα.

Έφτιαχνε μεγάλες ποσότητες. Μού έστελνε, κρατούσε για το σπίτι, χάριζε σε φίλους και συγγενείς και μερικές φορές μάλιστα είχε πουλήσει σε γνωστούς που είχαν δοκιμάσει και το είχαν βρει εξαιρετικό. Όταν πέθανε, στο κελάρι μας βρήκα μια νταμιτζάνα σχεδόν γεμάτη. Σε μια αυτοκόλλητη ετικέτα είχε γράψει όπως πάντα τη χρονιά. Ήταν το τσίπουρο που είχε φτιάξει μερικούς μήνες πριν. Το κοίταζα και σκεφτόμουν ότι με κανονική χρήση δε θα κρατούσε παρά ελάχιστο διάστημα. Και μετά; Τέλος το τσίπουρο του πατέρα; Κάθισα και υπολόγισα την ποσότητα. Λογάριασα πόσο παίρνει ένα ποτηράκι, γεμάτο -γεμάτο. Έκανα τη διαίρεση και κατέληξα ότι αν έπινα μόνο εγώ, ένα μόνο το χρόνο, τη μέρα που έφυγε, το τελευταίο του τσίπουρο θα κρατούσε μέχρι τα ενενήντα τρία μου.

Το μάρμαρο πάνω -πάνω, εκεί που αρχίζει ο χώρος για το καντήλι το θυμιατό και τη φωτογραφία, έχει μια εγκοπή. Ένα ελάχιστο κενό, μαύρο, τέσσερις επί πέντε πόντους το πολύ. Καμιά φορά από εκεί προβάλλει ένα αγριόχορτο. Άμα τελειώσει το πρώτο τσιγάρο, στρίβω δεύτερο και πριν το ανάψω, ακουμπάω πάνω στο μάρμαρο -που στο μεταξύ έχει στεγνώσει- ένα ωραίο παλιό ποτήρι με χοντρό γυαλί. Βάζω τσίπουρο από ένα μικρό πλαστικό μπουκάλι. Σχεδόν το ξεχειλίζω και σκέφτομαι “εντάξει, και μέχρι τα ενενήντα μου να κρατήσει, καλά θα είναι”. Πίνω την πρώτη γουλιά. Με τα χρόνια μού φαίνεται πιο δυνατό. Ανάβω το τσιγάρο και του λέω τα νέα μου. Όλα. Χωρίς να παραλείπω τα δυσάρεστα. Γουλιά- γουλιά. Χωρίς ωραιοποιήσεις όπως έκανα καμιά φορά όταν ζούσε. Σε όλα αντιδρά με τον ίδιο τρόπο· με το ασπρόμαυρο χαμόγελο που φωτίζεται καθώς νυχτώνει μόνο από το φως του καντηλιού.

Δυο γουλιές πριν το τέλος σηκώνομαι και ξεριζώνω το αγριόχορτο που προβάλλει από την εγκοπή. Ύστερα, ρίχνω εκεί μέσα σταγόνα- σταγόνα το τσίπουρο που έχει απομείνει στο ποτήρι. “Είναι από το τελευταίο σου” του λέω κάθε φορά κι ύστερα στα σκοτεινά παίρνω το δρόμο για το σπίτι.



Αφορμή για το σημερινό ποστ στάθηκε μια εξωφρενική είδηση: “Ο ΟΟΣΑ σε έκθεσή του προς την ελληνική κυβέρνηση σχετικά με την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου και την ενίσχυση του ανταγωνισμού στους κλάδους των ποτών και των πετρελαιοειδών επισημαίνει ιδιαίτερα τα προβλήματα στην παραγωγή τσίπουρου και συναφών προϊόντων τονίζοντας πως ετησίως 19 εκατ. λίτρα τσίπουρου διακινούνται αφορολόγητα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός." (από το tvxs

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Greecut and exit


Κλείσε τις οθόνες τώρα, σήκω -δεν σηκώνει άλλες αναβολές- και πιάσε μου ένα πριόνι. Όχι αυτό, το άλλο, το ενισχυμένο μας χρειάζεται. Έτσι μπράβο! Λοιπόν, θα αρχίσουμε τη δουλειά από την Ήπειρο. Το πρώτο κόψιμο θα γίνει στο ύψος που είναι η Δασιά της Κέρκυρας. Εκεί θέλει προσοχή, είναι στενόμακρη η λωρίδα και πρέπει να μη σπάσει, να βγει σωστά. Μετά, θα ανηφορίζουμε πριονίζοντας άκρη- άκρη όλη την Ήπειρο και μετά τη Μακεδονία. Τον νου σου όμως γιατί πρέπει να βγει καθαρό και τσίλικο το σόκορο. Πάνω στις Πρέσπες, εκεί που είναι μαλακό το χώμα, μουσκεμένο από τις λίμνες, θα το δεις, θα φύγει γρήγορα η δουλειά. Παραπέρα, βόρια, στο όρος Κερκίνη, μάλλον θα χρειαστεί να αλλάξουμε λάμα στο πριόνι, αλλά το μισό και παραπάνω χαμαλίκι θα έχει γίνει. Χωρίς να το καταλάβουμε θα φτάσουμε στο δέλτα του Έβρου. Ένα μέτρο πριν το τέλος σταματάμε και ξαποσταίνοντας περιμένουμε να βραδιάσει. Την ώρα που αρχίζουν τα δελτία των οκτώ, το ξαναπιάνουμε και αποτελειώνουμε τη δουλειά. Όταν θα ακούσεις κρακ, το πριόνι θα έχει βγει και θα μουσκεύει στο Θρακικό· κι εμείς θα έχουμε αποκόψει μια και καλή τα χερσαία σύνορα της χώρας από Βαλκάνια και κυρίως από Ευρώπη.

Δε θα πρέπει να χαλαρώσεις όμως, ούτε να πεις, “πάει αυτό ήταν τέλειωσε” γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Πρέπει να βρεθούμε με μιας ἀπόπροθεν. Από τη Θράκη, πέρα στη Γαύδο -ἔνθα δολόεσσα Καλυψώ, ναίει εὐπλόκαμος(1) - στην νότια μεριά, εμείς οι δύστηνοι ανάμεσα στους κέδρους και στα αλμυρίκια, θα βάλουμε μέγα κοτσαδόρο. Τότε μέσα από τα σκοτάδια του Λυβικού θα δεις να καταπλέει το ρυμουλκό. Κατάφωτο, έτοιμο να μας τραβήξει για λίγο νότια, προς Αίγυπτο μεριά κι ύστερα θα κάνει τις μανούβρες που είναι απαραίτητες για να στρίψουμε. Μη φοβηθείς για τα νησιά μας, ούτε για το σχήμα της χώρας· υπάρχει πλέγμα κάτω, στα ριζά και τα συγκρατεί, αναλλοίωτη θα σαλπάρει. Λίγο μετά τον απόπλου θα ακούσεις φωνές αλλά μη δώσεις σημασία· θα είναι οι πασηθυσία που θα απαγγέλουν βραχνιασμένοι από την επανάληψη, το τροπάρι του τρόμου. Να έχεις όμως μάτια ανοιχτά στο πέλαγος. Αρμενίζουν ξυλάρμενα*, πλεούμενα κατάφορτα ψυχές, πιότερο από μας δύστηνες. Να ρίξεις σχοινιά να τους τραβήξουμε. Να δώσεις χέρι να ανέβουν. Μυρίζουν μπαρούτι και φόβο, μα θα δεις, θα γαληνέψουμε όλοι -κι αυτοί και μεις- εν πλω.


Σαν στρίψει η χώρα, με την Κρήτη πλώρη και πρύμνη τη Μακεδονία και τη Θράκη, θα βάλουμε ρότα δυτικά. Λίγο το ρυμουλκό, λίγο ο Λεβάντες θα ξεφύγουμε από όλα. Τότε θα πάρεις ανάσα όπως παλιά. Θυμάσαι; Τότε που έμπαινες καλοκαίρι στο καράβι για τα νησιά και τα άφηνες όλα πίσω; Έτσι και τώρα. Όλα πίσω μας θα τα αφήσουμε. Μια και καλή. Με ένα τσιγάρο θα αράξουμε αμίλητοι στην κουπαστή έξω από το ακομοδέσιο*. Θα αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς πάνω στο γέρικο σκαρί μας που θα στενάζει από την καρίνα* μέχρι την εσχατιά του πιο ψηλού του άλμπουρου. Θα στενάζει βαριά μα θα αντέχει. Με το βλέμμα ψηλά θα συλλαβίσουμε από την αρχή το αλφαβητάρι των άστρων μέχρι τη στιγμή που θα ανατείλει στη χάση του το φεγγάρι. Λειψό, κομμένο νυχάκι, θα το δεις να σκορπίζει τα λιγοστά του ασήμια στα μαύρα νερά της Mare Nostrum. Χωρίς να το καταλάβεις θα αρχίσεις να λογαριάζεις τις μέρες που μας χωρίζουν από το ολόγιομο, στο τέλος αυτού του βασανιστικού και ασυνάρτητου Ιουλίου, ξέροντας με σιγουριά πια, ότι σε άλλους παραλλήλους θα το δεις να ανατέλει.

Όταν θα διακρίνουμε δυο λευκές αναλαμπές ανά δώδεκα δευτερόλεπτα από το φάρο της Delimara, θα καταλάβουμε ότι απέχουμε μόνο λίγα μίλια από τη Μάλτα. Μπροστά μας θα μισοφαίνεται η Λαμπετούζα και αριστερά, στο νότο, νυσταγμένα τα φώτα του Σφαξ. Στενό το πέρασμα ανάμεσα Σικελία και Αφρική, με τη Μάλτα στη μέση να μας φράζει την πορεία, μα τώρα που κινήσαμε δε μας σταματά πια κανένα εμπόδιο. Ότι δεν λύνεται, κόβεται κι ότι σε σταματά το υπερπηδάς.

Το λοιπόν! Θα κάνεις σινιάλο στο καπετάνιο του ρυμουλκού να κάνει κράτει τις μηχανές. Από το στρίντζο* θα βγάλουμε και θα φουντάρουμε* την άγκυρα. Μόλις αράξουμε αρόδου*, με το κροτάλισμα της καδένας ακόμα στα αυτιά μας, θα τρέξεις να φερμάρεις* με τη σειρά τους κάβους στις αματσακόνιστες* μπίντες* που είναι στις βαριές γωνιές: Μάταλα, Κατάκολο, Παλιά Επίδαυρο, Πάργα, Ψαράδες, Διδυμότοιχο και σίγουρα έναν στο Αλιβέρι. Σβέλτα θα πιάσω να δέσω γερά Αργοστόλι, Παλιοκαστρίτσα, Πλώμαρι, Βροντάδο, Λίνδο, Απείραθο και Γιάλη. Άμα τελειώσουμε θα ζυγίζουμε καλά τους κάβους για να μη μπατάρει η χώρα -δεν είναι ώρα για άλλες αβαρίες*- και όλους μαζί θα τους τεζάρουμε πάνω σε μέγα κρίκο.

Με το γλυκοχάρμα θα δεις στον ορίζοντα ένα αερόστατο. Θα πλησιάσει, θα χαμηλώσει και θα μας πετάξει από ψηλά, μια σαλαμάστρα* εννιάκλωνη με γάντζο γερό στη άκρη της. Πάνω του θα κοτσάρουμε τον κρίκο με τους κάβους και θα φωνάξουμε με όση δύναμη μας απομένει, ένα “βίρα” ουρλιαχτό, να ακουστεί μέχρι τη Βαλτική. Στην αρχή θα νιώσεις ένα τράνταγμα, θα παλαντζάρει πέρα δώθε η χώρα κι ύστερα, λίγο- λίγο θα πάρει το δρόμο της Ανάληψης· ίδια η ωραία Ρεμέδιος, μετά από δυο χιλιάδες και βάλε χρόνια μοναξιάς, παράξενα αθώα κι εκτυφλωτική, με τα νερά της, φουστάνια γαλανά να ανεμίζουν διάφανα στη δροσιά του πρωινού. Μια ρημαγμένη Ρεμέδιος που θα φυλάξει την άγκυρα στον ιδρωμένο της κόρφο, προαιώνιο στολίδι και μουσκεμένο φυλαχτό, μα θα αμολύσει την καδένα. Και θα τη δεις να πέφτει και να χάνεται στα νερά, ανοιχτά της Τύνιδας εκεί που ήταν αραγμένα τα πλοία του Σκίπιωνα λίγο πριν ρημάξει την Καρχηδόνα. Θα διακρίνεις από ψηλά τα απομεινάρια της αρχαίας πόλης και τότε, χωρίς να το καταλάβεις θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. Η γωνιά που αφήσαμε αδειανή, θα έχει πια καλυφθεί από νερό. Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.(2) Μόνο οι γερο-Κάτωνες κάθε τόσο επαναλαμβάνουν: Delenda est Carthago.


Αν θες να βγει το μαζεμένο αχ από μέσα σου, κοίτα την ομορφιά που απλώνεται τριγύρω: ουρανός ανέφελος, Μεσόγειος γυαλί στο πρωινό της μεγάλης εξόδου και η στεριά απλωμένος πορτολάνος*. Δε θα χορταίνουν τα μάτια σου ομορφιά. Μια σταβέντο, μια σοφράνο* θα τρέχουμε και θα σου δείχνω εναλλάξ το Κάλιαρι, το Αλγέρι, τη Μαγιόρκα κι ύστερα τη Μάλαγα με τα πόδια της βουτηγμένα στη θάλασσα του Αλμποράν, δυο πνοές από τις Ηράκλειες Στήλες. Εκεί στην εσχατιά της Μεσογείου και μπουκαπόρτα του Ατλαντικού να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, μπας και διακρίνεις κάτω από τα στραφταλίσματα των νερών την Ατλαντίδα, εκείνη που “...όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, αφού άγγιξε τον έσχατο κίνδυνο, νίκησε τους εισβολείς, έστησε τρόπαιο, και δεν άφησε να υποδουλωθούν αυτοί που ποτέ δεν είχαν γίνει δούλοι.”(3)

Μόλις περάσουμε πάνω από την Ταγγέρη, το αερόστατο θα αρχίσει να κατεβαίνει. Θα μας καθελκύσει απαλά πάνω στον ωκεανό και σιγά -σιγά θα χαθεί στον ορίζοντα όπως ακριβώς εμφανίστηκε. Σαν καλοτάξιδο σκαρί μετά το καλαφάτισμα, η χώρα θα δεχτεί τους πρώτους κυματισμούς. Εμείς σβέλτα στα έγκατα, θα ζυγιάσουμε καλά το έρμα*- πρέπει να είμαστε έτοιμοι για τις πιο μεγάλες φουρτούνες και τους κυκλώνες που σίγουρα θα βρούμε στη ρότα μας. Ύστερα κατάκοποι, με μάτια κόκκινα να τσούζουν από την αγρύπνια, θα σταθούμε στην πλώρη μπροστά στην πρωτόγνωρη απεραντοσύνη του Ατλαντικού. Θα κρατηθούμε γερά από το πρότονο*. Λίγο πιο κάτω, η γοργόνα, το μόνο τιμαλφές που μας απέμεινε, δεμένη αιώνες τώρα στο πλωριό ποδόσταμο, αγέλαστη θα στήνει τα στήθη της στη φουσκονεριά. Και τότε, εμείς που ούτε στην ελπίδα πια ελπίζαμε, θα βιράρουμε*  πρώτα το φλόκο* κι ύστερα τη μαΐστρα*, όρτσα για το άγνωστο. 



1 Ομήρου Οδύσσεια Η (στίχοι 245-246)
2 Nίκος Εγγονόπουλος. Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα.
3 Πλάτωνα, Τίμαιος 25c (μτφ Γιώργου Σεφέρη)




Γλωσσάρι ναυτικών όρων

Αβαρία: Ζημιά.
Ακομοδέσιο: ο χώρος ενδιαίτησης του πληρώματος.
Αρόδο: παραμονή σκάφους έξω από λιμάνι, χωρίς δέσιμο σε σταθερό σημείο της ξηράς.
Βίρα: τραβώ, σηκώνω
Έρμα (ή σαβούρα): το βάρος στον πυθμένα ενός σκάφους -μόνιμο ή προσωρινό- που ρυθμίζει την ευστάθεια.
Ξυλάρμενο: ακυβέρνητο
Καρίνα: το κατώτερο τμήμα του σκελετού ενός πλοίου που εκτείνεται από την πλώρη ως την πρύμνη
Κοτσάρω: γαντζώνω
μαΐστρα: μεγάλο πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους
Ματσακονίζω: ξεσκουριάζω
Μπίντα: Δέστρα
όρτσα: ολική ανάπτυξη ιστιοφορίας, ή εκμετάλλευση του ανέμου
Ποδόσταμο: (πλωριό και πρυμιό) Δομικά δοκάρια, προεκτάσεις της καρένας στην πλώρη και στην πρύμνη σχεδόν κάθετά της.
Πορτολάνος: ναυτικός χάρτης
Πρότονος: Ισχυρό σχοινί ή συρματόσχοινο που δένεται στην πλώρη του πλοίου για την αντιστήριξη των ιστίων. Πάνω του ανοίγει τη μια πλευρά ο φλόκος.
Ρότα: πορεία
Σαλαμάστρα: σκοινί πλεγμένο με 3, 5 ή με 9 νήματα.
Σταβέντο: η αντίθετη από τον άνεμο πλευρά του σκάφους.
Σοφράνο: η προσήνεμη πλευρά του σκάφους
Στρίντζο: χώρος αποθήκευσης της άγκυρας
Τεζάρω: τεντώνω, σφίγγω
Τσηφ: ο πρώτος μηχανικός
Φερμάρω ή καργάρω: Τεντώνω, σφίγγω (σκοινιά, κάβους)
Φλόκος: μικρός τριγωνικό πανί, της πλώρης ιστιοφόρου
Φουντάρω: ποντίζω, ρίχνω στο βυθό











Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

“A pound of flesh"



Μας είχε στριμώξει, τρία απογεύματα κάθε βδομάδα σε υποχρεωτικά φροντιστηριακά μαθήματα. Άγριος φιλόλογος στο Λύκειο, αμείλικτος, είδε κενά, το αποφάσισε και το επέβαλε σε όλους. Σημειώσεις, ασκήσεις, επαναλήψεις, ξέσκισμα κανονικό. Έχω κρατήσει τις σημειώσεις και μπορώ να πω ότι θυμάμαι ακόμα τα μαθήματα. Ένα, ήταν αποκλειστικά για τις προθέσεις ως πρώτο συνθετικό λέξεων και τη σημασία που προσδίδουν σε αυτές. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που μια βδομάδα τώρα, από το σύνθημα των ημερών,“Μένουμε Ευρώπη” κρατάω το μισό, την πρώτη λέξη, προσθέτω διαδοχικά προθέσεις και προσπαθώ να δώσω ακριβή ορισμό των λέξεων που προκύπτουν. Παραμένουμε. Διαμένουμε. Επιμένουμε. Περιμένουμε.  Αναμένουμε. Υπομένουμε. Μέρες τώρα, ανιχνεύω προθέσεις. Μέρες τώρα ανιχνεύω τα πιθανά αποτελέσματά τους. 


Xθες είδα το πρωτοσέλιδο σκίτσο του εβδομαδιαίου περιοδικού CharlieHebdo με την Κριστίν Λαγκάρντ να κρατά το κεφάλι ενός Έλληνα μέσα σε ένα κουβά νερό. Πρόθεση δολοφονίας ή “απλώς” το βασανιστήριο εικονικού πνιγμού; Μάλλον το πρώτο, καθώς το κείμενο που συνοδεύει το σκίτσο λέει: "Σώστε την Ευρώπη. Πνίξτε έναν Έλληνα.” Διπλά επίκαιρο το σκίτσο. Δίκοπο, καθώς προχθές διάβαζα -μια που δεν άντεξα να δω ούτε τις εικόνες, ούτε το σχετικό βίντεο- "Πέντε άνδρες κλειδώνονται μέσα σ' ένα ατσάλινο κλουβί, το οποίο ανυψώνεται από το έδαφος για να βυθισθεί μέσα σε μια μεγάλη πισίνα, όπου ο πνιγμός τους κινηματογραφείται από δύο υποβρύχιες κάμερες"Και σαν να μην είναι αρκετές οι πρόσφατες κτηνωδίες, βγαίνουν στην επιφάνεια και οι εικόνες του παρελθόντος. Γκουαντάναμο, Αμπού Γκράιμπ, Βιετνάμ.


"Σε ασφυκτικό κλίμα και το κρίσιμο Eurogroup της Πέμπτης. Τελεσίγραφο μίας ώρας φέρεται να έλαβε νωρίτερα η ελληνική αποστολή. Αντίστροφη μέτρηση για τη διαπραγμάτευση με χρονικό ορίζοντα τις 30 Ιουνίου και την πληρωμή της δόσης στο ΔΝΤ"βλέπω πριν από λίγο στο site του ThePressProject . Αναζητώ τον Έμπορο της Βενετίας”. Θέλω να διαβάζω ξανά το σημείο που ο τοκογλύφος Σάιλοκ προκειμένου για να δανείσει τρεις χιλιάδες δουκάτα στον Αντόνιο θέτει έναν όρο: αν δεν του επιστρέψει τα χρήματα σε συγκεκριμένο χρόνο, να πάρει από οποιοδήποτε σημείο του σώματός του επιθυμεί,  “μια λίβρα σάρκα”. Άφαντο το βιβλίο, μα ούτε στο διαδίκτυο που αναζήτησα, δεν κατάφερα να βρω το κείμενο. A pound of flesh is mine” κραυγάζει ο Αλ Πατσίνο στο δικαστήριο, στην τελευταία σκηνή της κινηματογραφικής μεταφοράς του Σαιξπηρικού έργου. Υπο-μένοντας την παρατεταμένη ασφυξία ενός πραγματικού πνιγμού, δεν είναι παράξενο που αυτή η φράση, αυτούσια, μού φαίνεται σαν να έρχεται κατευθείαν από τις Βρυξέλλες. 



η πρώτη εικόνα από εδώ, η δεύτερη, των Σάιλοκς από τις Βρυξέλλες. 

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Είκοσι μήνες μετά


Το βράδυ της περασμένης Τετάρτης 11 Φεβρουαρίου, στο Σύνταγμα, συνάντησα τον Γιώργο Αυγερόπουλο.

Κόντευε δέκα, ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί από τις 6 το απόγευμα, είχε αρχίσει να αραιώνει, όταν τον είδα σκυμμένο, να κλείνει το σακίδιό του που φαίνονταν ιδιαίτερα βαρύ. Δίπλα του, μερικοί από την ομάδα του Εξάντα. Ο Γιάννης, ο οπερατέρ του, ήταν ακόμα με τη μηχανή επ` ώμου. Αν και έχουμε συναντηθεί ελάχιστες φορές, ο χαιρετισμός ήταν πολύ εγκάρδιος. Στην αρχή όμως, τα πρώτα δευτερόλεπτα, δεν είπαμε κουβέντα. Κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε. Σκεφτόμουν, και είμαι βέβαιος ότι κι εκείνος σκέφτονταν, ακριβώς το ίδιο: το βράδυ που γνωριστήκαμε. Τον χρόνο που μεσολάβησε, τα γεγονότα που τον σημάδεψαν, καθώς και τις συνθήκες· τότε και τώρα. Τις ομοιότητες του σκηνικού, αλλά κυρίως τις διαφορές.

Ήταν το βράδυ της Τρίτης 11 Ιουνίου του 2013. Είχα καβαλήσει το παράθυρο και είχα βρεθεί από το κυλικείο του πρώτου ορόφου της ΕΡΤ πάνω στο στέγαστρο της εισόδου. Εκεί, στην άκρη, γονατισμένος, βρισκόταν ήδη κάποιος με κάμερα. Μετά από λίγο, θα κατέβαιναν στο στέγαστρο και άλλοι, με φωτογραφικές μηχανές, κάμερες ακόμα και κινητά καβαλώντας το παράθυρο. Κάτω, σε όλο το προαύλιο και στη Μεσογείων, μέχρι την πλατείας της Αγίας Παρασκευής, ο κόσμος που από το απόγευμα είχε αρχίσει να καταφθάνει στην ΕΡΤ, ολοένα και πλήθαινε. Τρεις, τέσσερις, πέντε χιλιάδες κόσμου; Ποιός μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια; Το μόνο σίγουρο και μετρήσιμο εκείνο το βράδυ ήταν η οργή που χτυπούσε κόκκινα, η ένταση των τραγουδιών και των συνθημάτων και τα γιουχαρίσματα της αποδοκιμασίας, κάθε φορά που παιζόταν η αυταρχική ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Σίμου Κεδίκογλου. “...δεν μπορούμε να ανεχόμαστε θύλακες αδιαφάνειας και δημόσιας σπατάλης...” . Ειδικά στις 23:17 που τελικά έπεσε το μαύρο μετά από 75 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας, η κραυγή του πλήθους ήταν ανατριχιαστική. 


Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο χρόνο έμεινα εκεί ψηλά στο στέγαστρο, πάντως κάποια στιγμή γυρίζοντας, είδα τον Γιώργο Αυγερόπουλο. Κάτι είπε στον οπερατέρ κι έπειτα στάθηκε για αρκετή ώρα στο παράθυρο κοιτάζοντας κάτω το πλήθος. Σκέφτηκα τότε ότι αυτά τα πλάνα που τραβούσε ο οπερατέρ του, θα αποτελούσαν την πρώτη ύλη για ένα ακόμα ντοκιμαντέρ του Εξάντα. Μετά από δεκάδες ντοκιμαντέρ στα πέρατα του κόσμου -από την Αργεντινή μέχρι την Ιαπωνία και από την Νότιο Αφρική ως την Τσετσενία- είχε δυστυχώς φτάσει η ώρα για ένα ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ. Για την Ελλάδα της κρίσης. Τού το είπα μάλιστα και χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του. Λίγο μετά, έφερε νερό για τον οπερατέρ του -ήταν πολύ ζεστό εκείνο το βράδυ του Ιουνίου- και έδωσε και σε μένα ένα μπουκάλι. Όταν αποφάσισα να σκαρφαλώσω στο παράθυρο για να φύγω, προθυμοποιήθηκε να πάρει το σάκο μου για να με διευκολύνει.


Ακριβώς είκοσι μήνες μετά από εκείνη τη πρώτη συνάντηση και τη γνωριμία μας κι ενώ έχει ολοκληρωθεί όχι μόνο Το χαμένο σήμα της Δημοκρατίας, αλλά και το AGORÁ, βρισκόμασταν και πάλι, αυτή τη φορά στο Σύνταγμα μετά από μια μεγάλη διαδήλωση με κεντρικό σύνθημα “Ανάσα Αξιοπρέπειας”. Είχαν μεσολαβήσει τόσα οδυνηρά γεγονότα που σε έκαναν να πιστεύεις ότι είχε περάσει ένας αιώνας από την νύχτα της 11ης Ιουνίου του 2013. Αλλά λόγω της συναισθηματικής φόρτισης, θα μπορούσες να πιστέψεις ότι δεν παρεμβλήθηκαν παρά μόνο λίγες στιγμές. Είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι και πάλι βρισκόμουν εν τη γενέσει ενός ακόμα ντοκιμαντέρ του Εξάντα. Τού το είπα και είχε ακριβώς την ίδια αντίδραση: χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του. Με μόνη διαφορά, ότι το χαμόγελό του αυτή τη φορά μού φάνηκε πιο πλατύ και αισιόδοξο.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

"Το είχαμε συνηθίσει"

 Ήταν περασμένες δώδεκα όταν τελειώσαμε το φαγητό και παρά το τσουχτερό κρύο, αποφασίσαμε να περπατήσουμε. Κατηφορίζαμε αργά τη Μιχαλακοπούλου συνεχίζοντας την κουβέντα, όταν  ξαφνικά σταμάτησε και μού έπιασε σφιχτά το μπράτσο. Ακολούθησα το βλέμμα του που είχε εστιάσει σε ένα σκοτεινό σημείο του μικρού πάρκου απέναντι από το Χίλτον, που φέρει το ανέλπιστο όνομα: πλατεία Μαδρίτης.

 "Λάθος έκανα", μου είπε μετά από λίγο ενώ ακόμα δεν είχα αντιληφθεί τί τού είχε τραβήξει την προσοχή. “Σακούλα είναι”, διευκρίνισε φανερά ανακουφισμένος και τότε μόνο πρόσεξα μέσα στο σκοτάδι μια μεγάλη πλαστική σακούλα, προφανώς γεμάτη φύλλα, που έτσι όπως ήταν πεσμένη,  εύκολα μπορούσες να ξεγελαστείς και να πιστέψεις ότι ήταν  άνθρωπος που κείτονταν χάμω, στο χώμα, ανάμεσα στα δέντρα του πάρκου.

 Κατάλαβα αμέσως τί είχε σκεφτεί. Άλλωστε αρκετές φορές, σε προηγούμενες συναντήσεις μας, είχε αναφέρει ότι μικρός, στη διάρκεια της Κατοχής, ειδικά εκείνο τον φοβερό χειμώνα του 41-42”, τον χειμώνα του λιμού, τα πρωινά πηγαίνοντας στο σχολείο, έπρεπε να κάνει παράκαμψη για να μην πατήσει πάνω σε πτώματα ανθρώπων που είχαν κοκαλώσει από την πείνα και το κρύο στη διάρκεια της νύχτας. Αυτά τα άκαμπτα κουφάρια που στοίβαζαν βιαστικά, το ένα πάνω στ' άλλο, πάνω σε κάρα και έκαναν τον Πολ Μον -Σουηδό διπλωμάτη και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα - να σημειώνει: Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί."

 Εκείνο το βράδυ, και μέχρι να αποχαιρετιστούμε στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένει ο ηλικιωμένος φίλος μου, μού διηγήθηκε ξανά εκείνα τα εφιαλτικά πρωινά της παιδικής του ηλικίας. Ήρεμα, χωρίς ένταση, χωρίς να αλλάξει η έκφρασή του. Μόνο μια -δυο φορές, έβγαλε  μαντήλι  και σκούπισε τα μάτια. Δεν το απέδωσα σε συγκίνηση· είχα παρατηρήσει ότι δάκριζαν συχνά τελευταία. Όμως διαπίστωνα ότι σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά, οι εικόνες αυτές τον ακολουθούσαν και με την παραμικρή αφορμή, ή και χωρίς φανερή αφορμή, έβγαιναν και ξανάβγαιναν στην επιφάνεια. Κι ας επέμενε να λέει, “το είχαμε συνηθίσει” . Εκείνη τη στιγμή που το ξεστόμιζε -και μόνο τότε- διέκρινα μια ελάχιστη σύσπαση  στο πρόσωπό του.


 Ένα -δυο χρόνια μετά από αυτόν τον νυχτερινό περίπατο στην Μιχαλακοπούλου, όταν έφτασε ο παρατεταμένος χειμώνας της κρίσης και ο λιμός της δικιάς μας Κατοχής, άρχισα όπως όλοι μας να βλέπω ολοένα και περισσότερους άστεγους στο κέντρο της Αθήνας. “Δεν θα το συνηθίσω”, είπα στον εαυτό μου την πρώτη φορά. Σχεδόν εμμονικά, το επαναλαμβάνω κάθε που συναντώ έναν άστεγο και το έχω καταφέρει. Όμως ξέρω με βεβαιότητα, ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν από τη στιγμή που δεν θα υπάρχει πια ούτε ένας άστεγος στην Αθήνα, οι εικόνες τους θα με ακολουθούν: θα αναδύονται με ή χωρίς προφανή αφορμή και θα τις συνοδεύει το ίδιο βιτριολικό κράμα συναισθημάτων. Αυτό το εσωτερικό ξέσκισμα. Κι ας αφήνω κι εγώ τότε να φανεί μόνο μια μικρή σύσπαση στο πρόσωπο.
 



Αφορμή για το σημερινό ποστ, στάθηκε χθεσινό σχόλιο του Old Boy στο φβ κάτω από αυτή τη φωτογραφία. 


"Στην αρχή μου φάνηκε για άνθρωπος. Τελικά δεν ήταν παρά μια απλή γιγαντοαφίσα. Άστεγοί χωρίς στέγη πια πάνω από το κεφάλι τους, τραγουδιστές χωρίς ταμπλό πια πίσω από τις αφίσες τους. Ξεκρέμαστοι κι οι δύο. Με τη νέα σεζόν όλα μπορεί να γίνουν όπως παλιά."