Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Γιώργος Σκούρτης 1940 -2018



Μίνα. Έλα, πάψε, κάτι θα γίνει.
Βασίλης. Πότε; Σαράντα χρόνια ξυπνάω απ` τα χαράματα! Από μωρό παιδί στο πεζοδρόμιο.Οκτώ χρονών κουβάλαγα σίδερα, δέκα φορτωνόμουν κασόνια, είκοσι στη λαχαναγορά, τριάντα στο ταξί νυχτέρι, σαράντα άνεργος και πεινασμένος! Πότε θα γίνει αυτό το κάτι; Πότε; Κάναμε και το σουβλατζίδικο, βλέπεις, να γίνουμε αφεντικά! Λες κι έπεσε κατάρα! Λες κι έπεσε πανούκλα! Λες και βγήκε σήμα "μην τρώτε πια σουβλάκια". Λες και βάζαμε σκατά, αντί για τον καλύτερο κιμά! Αλλά ίσως γι αυτό...Τον είδες τον άλλον; Έφτιαχνε, λέει, σουβλάκια με σάπια εντόσθια και μασέλες. Πουτάνα κοινωνία! Και του ρίξανε μονάχα οχτώ μήνες! Εμένα μού ρίξανε σαράντα χρόνια, αυτουνού οχτώ μήνες, θα πληρώσει, πάει ελεύθερο πουλί...Αύριο άλλη κομπίνα, μεθαύριο άλλη κονόμα! Εμείς τίποτα! Ούτε μια κομπίνα! Ούτε για μια κομπίνα δεν είμαστε άξιοι! Βάλαμε τον καλύτερο κιμά, κατάλαβες; Σαν τον πατέρα μου στην κατοχή...όλοι πουλάγανε πίτουρα και κιμωλία για αλεύρι στη μαύρη αγορά κι ο γέρος μου, φούρναρης πράμα, τσουβάλια το κάτασπρο αλεύρι το έδινε τζάμπα! Τσάμπα! Μέχρι και οι μαυραγορίτες κάνανε ουρά έξω από το σπίτι μας και μετά το πουλάγανε χρυσάφι το γραμμάριο! 
Μίνα. Έλα, μωρέ Βασίλη...Μη στεναχωριέσαι!
Βασίλης. Βασίλης! Να `ταν κι άλλος. Τον φάγανε τον Βασίλη! Τον έφαγε η μαρμάγκα τον Βασίλη! ...Πούστικο χρήμα! 


Το απόσπασμα του "Ανέργου" προέρχεται από το έργο  του Γιώργου Σκούρτη, "Κομμάτια και Θρύψαλα". Ανέβηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβρη του `76 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.  Ο Γιώργος Σκούρτης, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και μεταφραστής, πέθανε σήμερα σε ηλικία 78 ετών. 

Θεοδωράκης, Σκούρτης, Παυλάτου, Κουν



η πρώτη φωτογραφία, από την παράσταση του 2010 σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη. Η δεύτερη από το Ποντίκι. Η τελευταία, από εδώ

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Λούλα Αναγνωστάκη 1934-2017


(Στη σκηνή βρίσκονται η ΑΛΙΚΗ και ο ΑΝΤΟΝΙΟ. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και κόκκινος. Η ΑΛΙΚΗ ειναι καθισμένη σε μια καρέκλα σε πρώτο πλάνο, απέναντι στην πλατεία. Φορά ένα κλειστό μαύρο φόρεμα. Κρατά το μέτωπό της σαν να θέλει να συγκεντρωθεί. Ο ΑΝΤΟΝΙΟ, στο βάθος, ζωγραφίζει αργά, με κόπο. Η ΑΛΙΚΗ αφήνει να πέσει το χέρι της, ανασηκώνει το κεφάλι, κοιτάζει ίσια μπροστά της. Το πρόσωπο της είναι σα μασκα. Μοιάζει σχεδόν σα μια γριά γυναίκα. Παύση. Έπειτα αρχίζει να μιλά χωρίς ν' αλλάξει έκφραση και κοιτάζοντας πάντα μποστά της. )

ΑΛΙΚΗ: Αντόνιο. Αντόνιο εδώ είσαι; Έλα να καθίσεις δίπλα μου. Έλα, σου λέω! Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Οι άλλοι θα γυρίσουν από στιγμή σε στιγμή και δε θα είμαστε πια μόνοι. Δε θα μπορούμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον. Δεν έχουμε καιρό. Έλα. (Παύση) Δεν έχω καιρό. Είμαι βιαστική- γερνάω. Πόσο χρονών είσαι εσύ; Είκοσι; Εικοσιδύο. Σε σένα δεν έχει σημασία η ηλικία. Γι` αυτό σ` αγαπώ. Δε θα μεγαλώσεις ποτέ. Δε θα φύγεις ποτέ μακριά από τη μαμά σου. Την καλή-γριά μαμά σου. (Άργα) Έλα λοιπόν που σού λέω! Δεν έχουμε καιρό! Έλα, πρέπει ν` αρχίσουμε. (Παύση) Αχάριστο πλάσμα. Ξεχνάς τί ήσουν όταν σ` έφερα εδώ. Ένα ζώο. Ένα ζώο που τρεμούλιαζε στη γωνιά του δρόμου. Κι εγώ σού έμαθα να ντύνεσαι, να τρως, να ζωγραφίζεις, να σκέφτεσαι. Να μιλάς. Ναι ακόμα και να μιλάς σου έμαθα. Μίλα! Τώρα! (Παύση) Αχάριστε. Δε λες λέξη. Αναρωτιέμαι τί θα ήσουν χωρίς εμένα. Ένα σκυλί που του πετούν πέτρες. (Ξεσπά) Ώρες- ώρες μού 'ρχεται ν' ανοίξω την πόρτα και να σε πετάξω έξω! Έτσι. Να σ' ακούσω να γαβγίζεις μέσα στην κρύα νύχτα. Το ξέρεις πως μ' έχεις ανάγκη; Με χρειάζεσαι! Το ξέρεις ναι ή όχι; (Παύση) Εντάξει κι εγώ σε έχω ανάγκη. Έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον. Το παραδέχομαι. Τί ήμουν πριν σε φέρω εδώ; Μια γριά έρημη γυναίκα. Τέτοια ήμουν πάντα- σε όλη μου τη ζωή- έτσι γεννήθηκα. Ακόμα κι όταν ζούσα με τους γονείς μου. Ακόμα κι όταν ζούσα με τον άντρα μου. Ο άντρας μου μού το λεγε από τον πρώτο κιόλας καιρό και ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρονών τότε. Είσαι μια γριά έρημη γυναίκα, μού έλεγε. Γριά και άσχημη. Μια μέρα θα σε εγκαταλείψω. Θα φύγω και δε θα με ξαναδείς. Κι οι φίλοι μου μού το έλεγαν κι εκείνοι. Ή μάλλον όχι- δε θυμάμαι πια. Δεν θυμάμαι αν αυτοί μού το έλεγαν. Το σκέφτονταν όμως, όσο γι αυτό είμαι βέβαιη. Το σκέφτονταν. Κι όταν εκείνος, ο άντρας μου έφυγε, τότε σίγουρα το σκέφτηκαν γι άλλη μια φορά. Το είδα στα μάτια τους. Δε γελιέμαι εγώ. Όμως είχα γνωρίσει κάποτε μια γυναίκα που ήταν χαρούμενη κι όμορφη. Η πιο χαρούμενη κι όμορφη γυναίκα που είδα ποτέ στη ζωή μου. Έμενε πλάι απο το πατρικό μου σπίτι. Κι είχε ένα παράξενο όνομα. Αμίνα. Έτσι την έλεγαν. Η μητέρα μου έλεγε: Πήγαινε στο παράθυρο να δεις την Αμίνα. Η Αμίνα βγήκε στο μπαλκόνι. Η Αμίνα φορά το άσπρο της φόρεμα. Η Αμίνα έκανε τα μαλλιά της κοτσίδα. Και μια μέρα μού είπε: Η Αμίνα κρεμάστηκε γιατί την άφησε ο άντρας της.
(Γελά σιγά)
Μια γριά έρημα γυναίκα. Πάντα. Σε όλη μου τη ζωή. Τριγύριζα στ' άδεια πάρκα. Στους άδειους δρόμους. Στ΄'αδεια σπίτια. Παντού πάρκα και δρόμοι. Σπίτια Φωνές. Άνθρωποι. Ποτέ δεν ένιωθα καλά με τους ανθρώπους. Πώς μπορεί να νιώθει κανείς καλά μαζί τους όταν- όταν υπάρχει αυτή η έλλειψη συντονισμού στις σχέσεις τους. Συντονισμός! Αυτό ακριβώς. Αντόνιο, τη βρήκα τη λέξη! Όλα μπορεί κανείς να τ` αντέξει στη ζωή. Γιατί όλα έγιναν για να σε βασανίζουν- στο τέλος συνηθίζεις. Το ανυπόφορο είναι πως πρέπει να τ' αντέξεις μονάχος. Οι άλλοι δεν μπορούν ποτέ να σε φτάσουν στη δυστυχία σου. Οι άλλοι αισθάνονται πάντα διαφορετικά από σένα- ακόμα κι αν λεν πως σ' αγαπούν- ακόμα κι αν λεν πως θέλουν να σε βοηθήσουν-πάντα ο πόνος τους θα είναι λιγότερος απ' το δικό σου. Είναι άδικο, δεν είναι; Εγώ δεν μπορώ να το υποφέρω. Εγώ όταν είμαι δυστυχισμένη θέλω όσοι με τριγυρίζουν να είναι και εκείνοι το ίδιο δυστυχισμένοι όπως εγώ. Για αυτό και φροντίζω να γίνουν. Τους βασανίζω, Αντόνιο, καταλαβαίνεις; Τους βασανίζω. Γιατί δεν τους ζητάω συμπόνια. Δυστυχία όση και η δική μου, τους ζητάω, στον ίδιο βαθμό, ούτε τόσο δα λιγότερη. Και δυστυχία αληθινή μόνο για δική τους αιτία μπορούν να νιώσουν, ποτέ για ξένη. Γι' αυτό και τους τη δίνω: την αιτία. Για να μη μείνω μόνη και αβοήθητη σε τέτοιες στιγμές. Είμαι σαν εκείνη τη γυναίκα που όταν πέθανε το παιδί της, σκότωσε το παιδί της αδελφή της για να έχει αληθινό σύντροφο στον πόνο της. Συντονισμός! (Γελά ανόρεχτα) Όμως πώς να τους το εξηγήσεις αυτό- πώς να τους δώσεις να καταλάβουν. Τα ηλίθια μούτρα τους- τα άδεια τους μάτια- οι στριγγλιάρικες φωνές τους. Θαρρώ πως ο μόνος που το κατάλαβε ποτέ ήσουν εσύ. Γι αυτό και σε έχω τόσο ανάγκη. Μη μ' αφήσεις ποτέ Αντόνιο! Μη μ' αφήσεις. Μη βγεις ποτέ μονάχος έξω τη νύχτα! (Κοιτάζει γύρω της) Τα παγωμένα δωμάτια. Το σκοτάδι. Εγώ κι εσύ είμαστε ένα τώρα. Βλέπεις πριν με γνωρίσεις δεν ήξερες τίποτα και τα 'μαθες όλα από μένα. Τώρα εσύ και εγώ είμαστε το ίδιο. Κλαίμε μαζί, χαιρόμαστε μαζί, έχουμε τα ίδια αισθήματα για τους άλλους κι όλα αυτά στον ίδιο βαθμό.Ούτε τόσο δα παρά κάτω ο ένας από τον άλλον. Ο συντονισμός. Τί σού έλεγα; Θυμήσου αυτή τη λέξη όσο κι αν είναι δύσκολη για σένα. Τότε που είχε πέσει το πριόνι και σού 'χε κόψει βαθιά το πόδι κι έτρεχε αίμα και ούρλιαζες και το πήρα κι εγώ κι έκοψα το δικό μου βαθιά- πονούσαμε μαζί, θυμάσαι, δεν ήσουν μόνος. Κανείς στον κόσμο δεν πέτυχε αυτό που πετύχαμε εμείς οι δυο. (Από ένα σημείο και πέρα ο ΑΝΤΟΝΙΟ έχει αρχίσει να τακτοποιεί τα χαρτιά του. Σηκώνεται αργά, πλησιάζει την ΑΛΙΚΗ, έχει πάρει μια καρέκλα και κάθεται. Είναι και οι δυο με τα πρόσωπα προς την πλατεία, στο προσκήνιο και κολλητά σχεδόν ο ένας στον άλλον. Το πρόσωπο της ΑΛΙΚΗΣ έχει μεταμορφωθεί. Το έχει πλημμυρίσει η τρυφερότητα) Ήρθες- ήρθες αγόρι μου. Δώσε μου το χέρι σου. Μικρό μου, τρυφερό χεράκι. Τί βλέπω; Τα δάχτυλά σου είναι γρατσουνισμένα. Τί έκανες πάλι, ε; Θα σε μαλώσω. Ξέρω, ξέρω τί κάνεις όταν δε σε βλέπω. Σκαρφαλώνεις τα μεσάνυχτα ως τις χελιδονοφωλιές και κλέβεις τα αυγά τους. Αυτό δεν κάνεις; Κακό παιδί, γι αυτό τα χέρια σου έχουν όλο γρατσουνιές. Έλα, αστεία το είπα, εσύ δεν κάνεις ποτέ τέτοια πράγματα. Εσύ δεν βγαίνεις ποτέ τις νύχτες έξω σαν τα άλλα αγόρια της ηλικίας σου. Εσύ δεν παρατάς τη γριά μάνα σου μόνη. (Παύση. Η ΑΛΙΚΗ αφαιρείται απότομα και κοιτάζει μπροστά της ακίνητη. Έπειτα στρέφεται προς την πόρτα. Η έκφρασή της αλλάζει πάλι) Όμως χάνουμε χρόνο. Δεν έχουμε καιρό. Και πρέπει να μιλήσουμε οι δυό μας, πριν έρθουν οι άλλοι. Τους ακούς; Έρχονται. Εγώ τους ακούω κιόλας. Εμπρός, μίλα. Θέλω ν' ακούσω τη δική σου φωνή. Τί μέρα έχουμε σήμερα;

ΑΝΤΟΝΙΟ: Κυριακή.

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη “Αντόνιο ή το μήνυμα”. (1972) Η σπουδαία θεατρική συγγραφέας, πέθανε σήμερα, Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017 σε ηλικία 83 ετών. Ήταν η μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και σύζυγος του ψυχιάτρου και συγγραφέα Γιώργου Χειμωνά. 


Η φωτογραφία, του Σπύρου Κατωπόδη. 

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Τέσσερα


Στα μέρη μου, όταν άνοιξαν τα σύνορα το `90 και άρχισαν να φτάνουν με τα πόδια εξαθλιωμένοι οι πρώτοι Αλβανοί μετανάστες, οι περισσότεροι βοήθησαν. Τους έδιναν σοκαρισμένοι φαγητό. Σοκαρισμένοι, καθώς οι πεινασμένοι που είχαν δει μέχρι τότε -οι νεότεροι τουλάχιστον- ήταν μόνο σε σκηνές στην τηλεόραση ή σε εικόνες  εντύπων. Άνοιγαν ντουλάπες, έβγαζαν ό,τι περίσσευε -και περίσσευαν πολλά στον καιρό της ευμάρειας- και τους τα έδιναν. Πολλές φορές ήταν άχρηστα πράγματα. Και για τους μεν και για τους δε. Αυτοί που βοήθησαν τότε πιο ουσιαστικά ήταν κάποιες ηλικιωμένες που έφτασαν στα μέρη μας παιδιά τον καιρό της Μικρασιατικής καταστροφής. Ετοίμαζαν ένα μικρό μπόγο που είχε ψωμί, τυρί, ελιές και μια πλάκα πράσινο σαπούνι. Μπορεί να φαίνεται ελάχιστο και φτωχικό, μα ήταν τα απολύτως αναγκαία για την περίσταση. Κι εκείνες το ήξεραν καλύτερα από τον καθένα.

------

Πέρασε τις προάλλες ο Γ. Συμμαθητής από το γυμνάσιο, είχα χρόνια να τον δω. Μού είπε τα δικά του: καλή δουλειά σε άλλη πόλη. Ωραίο σπίτι, μεγάλο, με κήπο. Σκύλο και γάτα. Και τα προσωπικά του, τακτοποιημένα πλέον. Τού είπα τα δικά μου: Δουλειές του ποδαριού. Αν και όταν. Απλήρωτοι λογαριασμοί. Τρίτη χρονιά χωρίς θέρμανση. Αυτό το τελευταίο, δεν χρειαζόταν να το πω, το ένοιωθε. Για αυτό μάλλον δεν έμεινε ούτε για καφέ. Επέμενε να βγούμε. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι γιατί δεν ξέρω αν ο καφές στο κουτί θα έφτανε για δύο. Οδήγησε σε πολυκατάστημα, πήγαμε στο τμήμα με τις τηλεοράσεις. Διάλεξε μια σαραντάρα, φουλ, σούπερ χάι ντεφινίσιον, τα έσκασε κανονικά και μού είπε ότι ήταν  δώρο για μένα. Καταλαβαίνεις; Το μόνο που πρόσεξε από αυτά που τού είπα, από αυτά που έβλεπε στο σπίτι, ήταν ότι δεν είχα τηλεόραση. Αύριο που θα μού κόψουν το ρεύμα, που δε θα δουλεύει ούτε το αερόθερμο, θα κάθομαι στα σκοτεινά, στο κρύο, μπροστά στη μαύρη σαραντάρα οθόνη.” (1)


Όταν δημοσιεύτηκε To Κεφάλαιο είπαμε να το γιορτάσουμε, αλλά πρώτα χρειάστηκε να μας δώσει χρήματα ο Ένγκελς για να πάρουμε από το ενεχυροδανειστήριο τα λινά τραπεζομάντιλα και το σερβίτσιο για το δείπνο. Ο Ένγκελς... Όταν μας έκοβαν το νερό και το γκάζι και το σπίτι βυθιζόταν στο κρύο και το σκοτάδι και έπεφτε το ηθικό μας, ο Ένγκελς πλήρωνε τους λογαριασμούς. Ο Ενγκελς... ένας άγιος άνθρωπος. Δεν βρίσκω άλλη λέξη. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια στο Μάντσεστερ. Ναι... μας έσωζε ο καπιταλισμός! Δεv ήταν πάντα σε θέση να καταλάβει τις ανάγκες μας. Εμείς δεν είχαμε λεφτά να πάμε στον μπακάλη κι αυτός μας έστελνε ακριβά κρασιά. Κάποια Χριστούγεννα, που δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ο Ένγκελς κατέφθασε με έξι μπουκάλια σαμπάνια. Έτσι, φανταστήκαμε ότι είχαμε στη μέση ένα δέντρο, κάναμε κύκλο γύρω του, ήπιαμε σαμπάνια και τραγουδήσαμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. «Ω, έλατο...» (2)


Αντιδράσεις προκάλεσε η κίνηση της ομάδας Κιβωτός Αστέγων να στολίσει και να χαρίσει χριστουγεννιάτικα δέντρα σε άστεγους που ζουν στο κέντρο της Αθήνας. Η ομάδα σε σχετική ανάρτηση στο Facebook κάνει λόγο για «πράξεις συμβολικές» και καταγγέλει την κοινωνία που «δεν ακολουθεί». Κάτω από την ανάρτηση ακολούθησε πλήθος αρνητικών σχολίων που μιλούν για άστοχη και ανούσια κίνηση, για εξευτελισμό και κοροϊδία που πλήττει την αξιοπρέπεια των αστέγων.(3)


1. Διήγηση φίλου πριν μερικές μέρες.
2. Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Χάουαρντ Ζιν, “Ο Μαρξ στο Σόχο” (Η φωτογραφία από την παράσταση του έργου του Ζιν, το 2011 σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Αγγελου Αντωνόπουλου)
3. Από τις ειδήσεις  


Στην πρώτη εικόνα, τμήμα έργου του Χρήστου Μπόκορου, από την ενότητα "Τα στοιχειώδη"

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Αδαμαντία, παράσταση ψυχής

"Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας”. Αυτή η χαρακτηριστική φράση του Καρόλου Κουν στριφογύριζε στο μυαλό μου τις προάλλες φεύγοντας από το Υπόγειο της οδού Σταδίου. Δικαιολογημένα, καθώς με την “Αδαμαντία” διαπιστώνει κανείς ότι τα παιδιά αλλά και τα εγγόνια του Δασκάλου συνεχίζουν να δημιουργούν ακολουθώντας πιστά τη ρότα του. 

Αδαμαντία” ο τίτλος, διαμάντι η παράσταση καθώς και όλα τα επί μέρους στοιχεία της. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Ο σκηνοθέτης, Κωστής Καπελώνης, όπως λέει ο ίδιος στο πρόγραμμα της παράστασης, πριν από δύο χρόνια, ανακάλυψε σε ένα ντουλάπι του θεάτρου, έναν ξεχασμένο φάκελο με 120 γράμματα που είχε στείλει από τη Θεσσαλονίκη όπου διέμενε, στον άντρα της στο Κάιρο, μια γυναίκα. Η κυρία Αδαμαντία, αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Το υλικό αυτό -που κατά πάσα πιθανότητα είχε θεωρήσει αξιόλογο και είχε φυλάξει, ο Γιώργος Λαζάνης- παραδόθηκε στον Παναγιώτη Μεντή με μια προσθήκη, κάτι που δεν υπήρχε στις επιστολές: η ιδέα ότι η Αδαμαντία ήταν σαν την Κλυταιμνήστρα· είχε κι αυτή δυο κόρες και ένα γιο και περίμενε μάταια επί δέκα χρόνια τον άντρα της να επιστρέψει. Και σαφώς βασίλισσα στην μικρή επικράτεια της οικογένειάς της, που “σκοτώνει” διαρκώς υπονομεύοντας τον απόντα σύζυγο. 

Ο Παναγιώτης Μεντής ανέσυρε από τις λέξεις της άγνωστης γυναίκας και από τα τυπικά, μιας άλλης εποχής, εισαγωγικά των επιστολών: «Είμαι καλά, αυτό επιθυμώ και δι εσέ!» ένα ατόφιο, ένα πρωτογενές υλικό. Σε αυτό βασίστηκε το τελικό αποτέλεσμα: ένας σπαρταριστός, χειμαρρώδης μονόλογος, ένα εκπληκτικό κείμενο πρόβας, η ιστορία μιας ζωής που τράβηξε τη δικής της ανηφόρα, παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα των πρόσφατων δεκαετιών. Ένας μονόλογος που σίγουρα πολλές θεατρίνες θα επιθυμούσαν διακαώς να ερμηνεύσουν. Η επιλογή της Μάνιας Παπαδημητρίου, αποδείχτηκε ιδανική καθώς κατάφερε με τις διακριτικές, πλην όμως ουσιαστικές σκηνοθετικές οδηγίες του Κωστή Καπελώνη, ερμηνεύοντας την ηρωίδα των επιστολών, να απογειώσει το κείμενο του Μεντή.

Καθαρόαιμη θεατρίνα η Παπαδημητρίου, γερά αρματωμένη με το φυσικό της ταλέντο και την απαράμιλλη υποκριτική της τεχνική, με την μοναδική της κίνηση και την εκπληκτική φωνή της, χτίζει μεθοδικά το ρόλο και μεταμορφώνεται επί σκηνής   ενσαρκώνοντας την Αδαμαντία. Δεν σταματάει όμως εκεί· πάει ένα βήμα παραπέρα καθώς έχει την άνεση να μπαινοβγαίνει  στον ρόλο, να στρέφεται συχνά και απευθύνεται στους θεατές ως Μάνια, να εκτίθεται  άμεσα κι ανεπιτήδευτα, εμπλουτίζοντας τον θεατρικό, με έναν εμβόλιμο προσωπικό μονόλογο, προσφέροντας γενναιόδωρα στο κοινό μια δυνατή, απολαυστική παράσταση. Μια παράσταση ψυχής. 



Η ταυτότητα της παράστασης 

Σκηνοθεσία: Κωστής Καπελώνης
Σκηνικά: Μανώλης Ζαχαριουδάκης
Κοστούμια: Κατερίνα Σωτηρίου
Μουσική: Σταύρος Σιόλας
Επιμέλεια κίνησης: Ειρήνη Στρατηγοπούλου
Φωτισμοί: Κωστής Καπελώνης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Παπαναστασάτου

Ερμηνεύει η Μάνια Παπαδημητρίου
Παίζουν μαζί της τους βωβούς ρόλους των παιδιών της Αδαμαντίας καθώς και τη ζωντανή μουσική της παράστασης οι νέοι ηθοποιοί:
Βασίλης Παπαδημητρίου (πιάνο, κλαρινέττο)
Χριστίνα Παπατριανταφύλλου (πιάνο, φλάουτο)
Αντιγόνη Σταυροπούλου (Μαντολίνο)


Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα
τηλέφωνο ταμείου: 2103228706
Από 11 Ιανουαρίου έως 26 Απριλίου
Δευτέρα & Τρίτη στις 21.15
Τιμή εισιτηρίων: 15€, 10€ (μειωμένο - φοιτητικό) και 5€ (άνεργοι, ΑΜΕΑ)

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

καὶ ἐπέταξαν


Ἀθηναῖοι μὲν γὰρ δῆλον ἐποίησαν ὑπεραχθεσθέντες τῇ Μιλήτου ἁλώσι τῇ τε ἄλλῃ πολλαχῇ καὶ δὴ καὶ ποιήσαντι Φρυνίχῳ δρᾶμα Μιλήτου ἅλωσιν καὶ διδάξαντι ἐς δάκρυά τε ἔπεσε τὸ θέητρον καὶ ἐζημίωσάν μιν ὡς ἀναμνήσαντα οἰκήια κακὰ χιλίῃσι δραχμῇσι, καὶ ἐπέταξαν μηκέτι μηδένα χρᾶσθαι τούτῳ τῷ δράματι.

γιατί οι Αθηναίοι τον πολύ μεγάλο πόνο τους για την άλωση της Μιλήτου τον εκδήλωσαν και με πολλούς άλλους τρόπους αλλά προπάντων μ᾽ αυτόν: όταν ο Φρύνιχος έγραψε τραγωδία «Μιλήτου Άλωσις» και την παρουσίασε στους δραματικούς αγώνες, τα μάτια όλων των θεατών βούρκωσαν απ᾽ τα δάκρυα· και τον καταδίκασαν σε πρόστιμο χιλίων δραχμών, γιατί τους θύμισε δικές τους συμφορές, κι έβγαλαν απόφαση κανένας ποτέ να μην παρουσιάσει αυτή την τραγωδία στο θέατρο.

Ηρόδοτος Ιστορίες, Ερατώ Ζ (6.21.2) 


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

“A pound of flesh"



Μας είχε στριμώξει, τρία απογεύματα κάθε βδομάδα σε υποχρεωτικά φροντιστηριακά μαθήματα. Άγριος φιλόλογος στο Λύκειο, αμείλικτος, είδε κενά, το αποφάσισε και το επέβαλε σε όλους. Σημειώσεις, ασκήσεις, επαναλήψεις, ξέσκισμα κανονικό. Έχω κρατήσει τις σημειώσεις και μπορώ να πω ότι θυμάμαι ακόμα τα μαθήματα. Ένα, ήταν αποκλειστικά για τις προθέσεις ως πρώτο συνθετικό λέξεων και τη σημασία που προσδίδουν σε αυτές. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που μια βδομάδα τώρα, από το σύνθημα των ημερών,“Μένουμε Ευρώπη” κρατάω το μισό, την πρώτη λέξη, προσθέτω διαδοχικά προθέσεις και προσπαθώ να δώσω ακριβή ορισμό των λέξεων που προκύπτουν. Παραμένουμε. Διαμένουμε. Επιμένουμε. Περιμένουμε.  Αναμένουμε. Υπομένουμε. Μέρες τώρα, ανιχνεύω προθέσεις. Μέρες τώρα ανιχνεύω τα πιθανά αποτελέσματά τους. 


Xθες είδα το πρωτοσέλιδο σκίτσο του εβδομαδιαίου περιοδικού CharlieHebdo με την Κριστίν Λαγκάρντ να κρατά το κεφάλι ενός Έλληνα μέσα σε ένα κουβά νερό. Πρόθεση δολοφονίας ή “απλώς” το βασανιστήριο εικονικού πνιγμού; Μάλλον το πρώτο, καθώς το κείμενο που συνοδεύει το σκίτσο λέει: "Σώστε την Ευρώπη. Πνίξτε έναν Έλληνα.” Διπλά επίκαιρο το σκίτσο. Δίκοπο, καθώς προχθές διάβαζα -μια που δεν άντεξα να δω ούτε τις εικόνες, ούτε το σχετικό βίντεο- "Πέντε άνδρες κλειδώνονται μέσα σ' ένα ατσάλινο κλουβί, το οποίο ανυψώνεται από το έδαφος για να βυθισθεί μέσα σε μια μεγάλη πισίνα, όπου ο πνιγμός τους κινηματογραφείται από δύο υποβρύχιες κάμερες"Και σαν να μην είναι αρκετές οι πρόσφατες κτηνωδίες, βγαίνουν στην επιφάνεια και οι εικόνες του παρελθόντος. Γκουαντάναμο, Αμπού Γκράιμπ, Βιετνάμ.


"Σε ασφυκτικό κλίμα και το κρίσιμο Eurogroup της Πέμπτης. Τελεσίγραφο μίας ώρας φέρεται να έλαβε νωρίτερα η ελληνική αποστολή. Αντίστροφη μέτρηση για τη διαπραγμάτευση με χρονικό ορίζοντα τις 30 Ιουνίου και την πληρωμή της δόσης στο ΔΝΤ"βλέπω πριν από λίγο στο site του ThePressProject . Αναζητώ τον Έμπορο της Βενετίας”. Θέλω να διαβάζω ξανά το σημείο που ο τοκογλύφος Σάιλοκ προκειμένου για να δανείσει τρεις χιλιάδες δουκάτα στον Αντόνιο θέτει έναν όρο: αν δεν του επιστρέψει τα χρήματα σε συγκεκριμένο χρόνο, να πάρει από οποιοδήποτε σημείο του σώματός του επιθυμεί,  “μια λίβρα σάρκα”. Άφαντο το βιβλίο, μα ούτε στο διαδίκτυο που αναζήτησα, δεν κατάφερα να βρω το κείμενο. A pound of flesh is mine” κραυγάζει ο Αλ Πατσίνο στο δικαστήριο, στην τελευταία σκηνή της κινηματογραφικής μεταφοράς του Σαιξπηρικού έργου. Υπο-μένοντας την παρατεταμένη ασφυξία ενός πραγματικού πνιγμού, δεν είναι παράξενο που αυτή η φράση, αυτούσια, μού φαίνεται σαν να έρχεται κατευθείαν από τις Βρυξέλλες. 



η πρώτη εικόνα από εδώ, η δεύτερη, των Σάιλοκς από τις Βρυξέλλες. 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2

Σκοτάδι. Μουσική. Ξαφνικά ένας προβολέας ανάβει και στο κέντρο της σκηνής εμφανίζονται δύο νεαροί ηθοποιοί. Δηλώνουν ότι είναι τα φαντάσματα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας που επανέρχονται διαρκώς για να ξαναζήσουν, πάλι και πάλι, την πιο γνωστή παγκοσμίως ιστορία έρωτα. Από την αρχή της ως το μοιραίο και αναπόφευκτο τέλος.

Ογδόντα λεπτά αργότερα όταν πέφτει η αυλαία, χωρίς να το θες, κοιτάζεις διερευνητικά έναν -έναν τους θεατές μπας και αναγνωρίσεις ανάμεσά τους, ένα ακόμα φάντασμα· εκείνο του Ουίλιαμ που όρθιος χειροκροτεί ενθουσιασμένος -ίσως περισσότερο ακόμα και από τον πιο καταγοητευμένο θεατή- καθώς το έργο του, 420 χρόνια από τη στιγμή που έγραφε τις δυο τελευταίες αράδες, “Τι έτσι πικρή δε στάθη άλλη καμία/ σαν των παιδιών αυτών την ιστορία”, είχε την τύχει να ανέβει από την ομάδα Ιδέα. 
 
Όλα άρχισαν στο 3o Low Budget Festival στο Ίδρυμα Κακογιάννη το Δεκέμβρη του 2012, όταν ο Κώστας Γάκης είχε την παράτολμη ομολογουμένως ιδέα, να παρουσιάσει το κλασσικό, πολυπρόσωπο έργο του Σαίξπηρ με δυο μόνο ηθοποιούς.
 
Από τότε, μέχρι και σήμερα που παίζεται στο Θησείο, η παράσταση ως ζωντανός οργανισμός, δεν παύει να εξελίσσεται και να αλλάζει· όχι όπως συμβαίνει πάντα με τις παραστάσεις, που καμία δεν είναι ίδια με την άλλη, αλλά λόγω των ακάματων συντελεστών της που συνεχίζουν να διερευνούν, να πειραματίζονται, κάνοντας το ούτως ή άλλως μοναδικό αποτέλεσμα, καλύτερο. Κι ακόμα καλύτερο. 
 
Ο Άγγελος Τερζάκης, στην εισαγωγή* του στο σαιξπηρικό έργο σημειώνει μεταξύ των άλλων: “Το ερωτικό στοιχείο στον “Ρωμαίο και Ιουλιέτα” είναι βαθύ και βίαιο, ηρωικό και αδιάλλακτο. Το ειδύλλιο στο έργο τούτο, έχει αυθορμησία και δύναμη νεαρού θηρίου, που συνδυάζει με τρόπο μυστηριώδη τη χάρη με την ορμή του φυσικού στοιχείου, την εωθινή δροσιά με το ενστιγματικό πάθος που βρίσκει την πλήρωσή του μονάχα στο μη περαιτέρω του θανάτου.” 

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του ερωτικού στοιχείου και βέβαια του ίδιου του έργου που αναφέρει ο Τερζάκης, το βαθύ, το βίαιο, το ηρωικό, το αδιάλλακτο, η αυθορμησία, η δύναμη, η χάρη, η ορμή, η εωθινή δροσιά, το ενστιγματικό πάθος, χαρακτηρίζουν απόλυτα και την παράσταση “Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2”. 
 
Οι νεαροί συντελεστές, προσέγγισαν το νεανικό έργο του Σαίξπηρ -γράφτηκε όταν ο δραματουργός ήταν περίπου 30 χρόνων- χωρίς φόβο, χωρίς δέος, αλλά με ιερόσυλο σεβασμό και απίστευτο πάθος. Το πάθος του πραγματικού καλλιτέχνη που κάθε φορά, αν θέτει κάποια όρια -σωματικά, ψυχικά- είναι μόνο και μόνο για να τα ξεπεράσει την επόμενη.
 
Το αποτέλεσμα είναι μια εκπληκτική παράσταση με καταιγιστικό ρυθμό που ξεπερνάει και το πιο γρήγορο κινηματογραφικό μοντάζ. Δεν είναι απλώς μια άλλη, μια νέα ανάγνωση του χιλοπαιγμένου έργου του Σαίξπηρ, είναι ένα αυθεντικά λαϊκό θέατρο, λιτό στα μέσα του, που απευθύνεται και ικανοποιεί τους πάντες, καθώς επιστρατεύει όλους τους δυνατούς και ήδη δοκιμασμένους ανά τους αιώνες τρόπους και δρόμους του θεάτρου, τους ομογενοποιεί προκειμένου να αρθρώσει την ουσία του έργου, επανεφευρίσκοντας τελικά την ίδια την ουσία του Θεάτρου. 

Ό,τι και να γράψει κανείς για τους δύο ηθοποιούς -την Αθηνά Μουστάκα και τον Κωνσταντίνο Μπιμπή- που ερμηνεύουν όλους τους ρόλους, με όσα επίθετα και αν συνοδεύει το ταλέντο τους, το πάθος, την ενεργητικότητά τους και τη φρεσκάδα τους, είναι αδύνατον να περιγράψει έστω και στο ελάχιστο τον άθλο που πραγματοποιούν επί της λιτής σκηνής.
 
Το ίδιο ισχύει απόλυτα και για τον Κώστα Γάκη που είχε την αρχική ιδέα, υπογράφει την σκηνοθεσία και τη διασκευή μαζί με τους δύο ηθοποιούς, συμμετέχει ουσιαστικά στη παράσταση, αλλά και έχει συνθέσει και παίζει ζωντανά την πρωτότυπη μουσική που αποτελεί οργανικό μέρος της παράσταση.
 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σκηνοθεσία – διασκευή: Κώστας Γάκης, Αθηνά Μουστάκα, Κωνσταντίνος Μπιμπής
Live Μουσική: Κώστας Γάκης
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Λιδωρικιώτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Θεοδώρα Βεστάρχη
Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική Σύνθεση: Κώστας Γάκης – Κώστας Λώλος
Ερμηνεύουν οι Αθηνά Μουστάκα, Κωνσταντίνος Μπιμπής

Θησείον – Ένα Θέατρο για τις Τέχνες, Τουρναβίτου 7, Θησείο
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή, Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 19.00
Διάρκεια παράστασης: 80 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Πληροφορίες – Κρατήσεις θέσεων: 2103255444
Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ, 10 ευρώ (μειωμένο)


*Ρωμαίος και Ιουλιέτα,  μετάφραση Κ. Καρθαίου, εκδοτικός οίκος Ι.Γ. Βασιλείου

Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2, στιγμιότυπα (βίντεο) 

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Το διαρκές "Αχ"


Πριν δω την παράσταση, αποφάσισα να ξαναδιαβάσω το βιβλίο. Στην πρώτη σελίδα, το μόνο που αναγράφεται είναι η τιμή: εξακόσιες εικοσιτέσσερις δραχμές. Δε θυμάμαι πότε αγόρασα την Κερένια Κούκλα του Κων. Χρηστομάνου, μα αυτός ο αριθμός, το 624, γραμμένος με μολύβι, μόλις που διακρίνεται. Αντιθέτως, η αίσθηση του αχ από την πρώτη ανάγνωση, παρά τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, διατηρείται σχεδόν ανέπαφη κι ας κάνω μερικές σελίδες να συνηθίσω μια γραφή που φαίνεται παλιά, μια γραφή που αρχικά ξενίζει, αλλά μετά από μερικές σελίδες σε υποχρεώνει με υπόγειο τρόπο να φρενάρεις την ταχύτητα της ανάγνωσης και να αφεθείς στο ρυθμό που επιβάλει η διπλή ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στο λόφο του Φιλοπάππου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «αθηναϊκό µυθιστόρηµα» ενώ οι κριτικοί της εποχής του, «ποιητική πεζογραφία». Λες και το αλγεβρικό άθροισμα του Έρωτα πρέπει να μένει σταθερό, όσο σβήνει ο έρωτας του όμορφου Νίκου για τη Βεργινία την ασθενική γυναίκα του που αργοπεθαίνει, τόσο φουντώνει ο έρωτάς του για τη νεαρή Λιόλια -σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο- που μένει στο σπίτι τους και φροντίζει την άρρωστη.



Η Γλυκερία Μπασδέκη που υπογράφει το κείμενο της παράστασης των Bijoux de Kant, ενδεδυμένη την ποιητική της φύση, καταδύθηκε στην Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου και εξερεύνησε εξονυχιστικά το βυθό/πυρήνα των ηρώων, την τραγικότητα του έρωτα που υπήρξε και εξανεμίστηκε, την τραγικότητα του καινούριου έρωτα που φούντωσε πάνω στις στάχτες του παλιού, την άμεση σχέση έρωτα και θανάτου. Όταν η Μπασδέκη αναδύθηκε, έφερε στην επιφάνεια και ανέδειξε το απόσταγμα: το διαρκές αχ του έργου. Το διαρκές αχ του Έρωτα. 



Δε μιμήθηκε το ύφος και το γλωσσικό ιδίωμα του Χρηστομάνου· το ενστερνίστηκε και το μετέφρασε σε μεστό, ρευστό, καθηλωτικό ποιητικό λόγο. Κατάφερε κάτι ακόμα σημαντικότερο: ανέδειξε μέσα από το εύρημα της ενσάρκωσης της ίδιας της Κερένιας Κούκλας -της κόρης που γεννήθηκε από τη Λιόλια, μετά το θάνατο Βεργινίας, όμοιας με τη νεκρή στην όψη και στην κράση- τις αθέατες διαστάσεις των σχέσεων των τριών ηρώων του Χρηστομάνου. Λες και εκείνος άφησε το έργο ημιτελές, δίνοντας τη δυνατότητα στην Μπασδέκη, εκατό και πλέον χρόνια μετά τη πρώτη δημοσίευσή του, να το ανασύρει και να το ολοκληρώσει μεταλλάσσοντας όμως τη μορφή του σε θεατρική.


Ένα θεατρικό έργο όμως ολοκληρώνεται και δικαιώνει την ύπαρξή του επί σκηνής. Το δύσκολο ομολογουμένως εγχείρημα, ανέλαβε η ομάδα Bijoux de Kant και το έφερε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία στο υπόγειο του ιδρύματος Κακογιάννη. Ο λιτός σκηνικός χώρος, είναι βυθισμένος σε γεώδες υποβλητικό ημίφως. Ένα διάφανο παραπέτασμα χωρίζει τη βασική σκηνή από την στενή “πάροδο” στο βάθος. Στην πρώτη, που είναι καλυμμένη με χώμα και ξεραμένα άνθη κείτονται, νεκροί πλέον ο Νίκος (Τάσος Καραχάλιος) από μαχαιριά και η Βεργινία (Αγνή Παπαδέλη-Ροσσέτου) από αρρώστια κι έρωτα. Βγαίνοντας από το μνήμα, θα κινηθούν και οι δύο σε μια απελπισμένη χορογραφία, θα ξαναζήσουν το δράμα που βίωσαν, μέχρι να αποχωρήσουν στα παρασκήνια. Πίσω, στην πάροδο, ακίνητη στην καρέκλα της η Κερένια Κούκλα (Κατερίνα Μισιχρόνη) στραμμένη προς τη μοναδική αθέατη πηγή έντονου φωτός, Κασσάνδρα και Πυθία μαζί, νεκρή και ζωντανή, σαν πλάσμα των παραλλογών, διεκδικεί απεγνωσμένα τη φωνή και το ρόλο που της στέρησε ο Χρηστομάνος. Και δίπλα της, η μόνη που έχει απομείνει ζωντανή, η Λιόλια (Λένα Δροσάκη). Μια πάλλουσα ύπαρξη σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, που καταφέρνει να αφηγηθεί με την εξαιρετική, εξόχως σωματική υποκριτική της, την πορεία της ηρωίδας: από την αθωότητα της εφηβείας -όταν ο έρωτας ξυπνά το σώμα και δημιουργεί την εύφλεκτη γυναίκα που γίνεται παρανάλωμα της φλόγας του- μέχρι το απελπισμένο πλάσμα που βιώνει την απόλυτη απώλεια καθώς χάνεται και το αντικείμενο του πόθου και ο καρπός της ένωσής τους.


Η ομάδα Bijoux de Kant καθοδηγούμενη από τον σκηνοθέτη της Γιάννη Σκουρλέτη, τόνισε το άχρονο και οικουμενικό του απόλυτου έρωτα -μόνο οι νοσταλγικές μουσικές επιλογές του Κώστα Δαλακούρα παρέπεμπαν στην Αθήνα του περασμένου αιώνα- ανέδειξε την σκοτεινή όψη του έρωτα ομοούσιο του θανάτου και ενσάρκωσε ουσιαστικά την υψηλή ποίηση του κειμένου της Μπασδέκη σε μια παράσταση ακραίου αναστεναγμού δικαιώνοντας το διαρκές Αχ του τίτλου.




Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Υπόγειο Γκαράζ
Πειραιώς 206 / 210.34.18.550.
Παρασκευή & Σάββατο 21.15 & Κυριακή 19.30 έως τις 11 Ιανουαρίου 2015
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: 10 ευρώ (κανονικό),
7 ευρώ (μειωμένο - φοιτητικό)