Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλληλεγγύη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλληλεγγύη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Τέσσερα


Στα μέρη μου, όταν άνοιξαν τα σύνορα το `90 και άρχισαν να φτάνουν με τα πόδια εξαθλιωμένοι οι πρώτοι Αλβανοί μετανάστες, οι περισσότεροι βοήθησαν. Τους έδιναν σοκαρισμένοι φαγητό. Σοκαρισμένοι, καθώς οι πεινασμένοι που είχαν δει μέχρι τότε -οι νεότεροι τουλάχιστον- ήταν μόνο σε σκηνές στην τηλεόραση ή σε εικόνες  εντύπων. Άνοιγαν ντουλάπες, έβγαζαν ό,τι περίσσευε -και περίσσευαν πολλά στον καιρό της ευμάρειας- και τους τα έδιναν. Πολλές φορές ήταν άχρηστα πράγματα. Και για τους μεν και για τους δε. Αυτοί που βοήθησαν τότε πιο ουσιαστικά ήταν κάποιες ηλικιωμένες που έφτασαν στα μέρη μας παιδιά τον καιρό της Μικρασιατικής καταστροφής. Ετοίμαζαν ένα μικρό μπόγο που είχε ψωμί, τυρί, ελιές και μια πλάκα πράσινο σαπούνι. Μπορεί να φαίνεται ελάχιστο και φτωχικό, μα ήταν τα απολύτως αναγκαία για την περίσταση. Κι εκείνες το ήξεραν καλύτερα από τον καθένα.

------

Πέρασε τις προάλλες ο Γ. Συμμαθητής από το γυμνάσιο, είχα χρόνια να τον δω. Μού είπε τα δικά του: καλή δουλειά σε άλλη πόλη. Ωραίο σπίτι, μεγάλο, με κήπο. Σκύλο και γάτα. Και τα προσωπικά του, τακτοποιημένα πλέον. Τού είπα τα δικά μου: Δουλειές του ποδαριού. Αν και όταν. Απλήρωτοι λογαριασμοί. Τρίτη χρονιά χωρίς θέρμανση. Αυτό το τελευταίο, δεν χρειαζόταν να το πω, το ένοιωθε. Για αυτό μάλλον δεν έμεινε ούτε για καφέ. Επέμενε να βγούμε. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι γιατί δεν ξέρω αν ο καφές στο κουτί θα έφτανε για δύο. Οδήγησε σε πολυκατάστημα, πήγαμε στο τμήμα με τις τηλεοράσεις. Διάλεξε μια σαραντάρα, φουλ, σούπερ χάι ντεφινίσιον, τα έσκασε κανονικά και μού είπε ότι ήταν  δώρο για μένα. Καταλαβαίνεις; Το μόνο που πρόσεξε από αυτά που τού είπα, από αυτά που έβλεπε στο σπίτι, ήταν ότι δεν είχα τηλεόραση. Αύριο που θα μού κόψουν το ρεύμα, που δε θα δουλεύει ούτε το αερόθερμο, θα κάθομαι στα σκοτεινά, στο κρύο, μπροστά στη μαύρη σαραντάρα οθόνη.” (1)


Όταν δημοσιεύτηκε To Κεφάλαιο είπαμε να το γιορτάσουμε, αλλά πρώτα χρειάστηκε να μας δώσει χρήματα ο Ένγκελς για να πάρουμε από το ενεχυροδανειστήριο τα λινά τραπεζομάντιλα και το σερβίτσιο για το δείπνο. Ο Ένγκελς... Όταν μας έκοβαν το νερό και το γκάζι και το σπίτι βυθιζόταν στο κρύο και το σκοτάδι και έπεφτε το ηθικό μας, ο Ένγκελς πλήρωνε τους λογαριασμούς. Ο Ενγκελς... ένας άγιος άνθρωπος. Δεν βρίσκω άλλη λέξη. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια στο Μάντσεστερ. Ναι... μας έσωζε ο καπιταλισμός! Δεv ήταν πάντα σε θέση να καταλάβει τις ανάγκες μας. Εμείς δεν είχαμε λεφτά να πάμε στον μπακάλη κι αυτός μας έστελνε ακριβά κρασιά. Κάποια Χριστούγεννα, που δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ο Ένγκελς κατέφθασε με έξι μπουκάλια σαμπάνια. Έτσι, φανταστήκαμε ότι είχαμε στη μέση ένα δέντρο, κάναμε κύκλο γύρω του, ήπιαμε σαμπάνια και τραγουδήσαμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. «Ω, έλατο...» (2)


Αντιδράσεις προκάλεσε η κίνηση της ομάδας Κιβωτός Αστέγων να στολίσει και να χαρίσει χριστουγεννιάτικα δέντρα σε άστεγους που ζουν στο κέντρο της Αθήνας. Η ομάδα σε σχετική ανάρτηση στο Facebook κάνει λόγο για «πράξεις συμβολικές» και καταγγέλει την κοινωνία που «δεν ακολουθεί». Κάτω από την ανάρτηση ακολούθησε πλήθος αρνητικών σχολίων που μιλούν για άστοχη και ανούσια κίνηση, για εξευτελισμό και κοροϊδία που πλήττει την αξιοπρέπεια των αστέγων.(3)


1. Διήγηση φίλου πριν μερικές μέρες.
2. Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Χάουαρντ Ζιν, “Ο Μαρξ στο Σόχο” (Η φωτογραφία από την παράσταση του έργου του Ζιν, το 2011 σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Αγγελου Αντωνόπουλου)
3. Από τις ειδήσεις  


Στην πρώτη εικόνα, τμήμα έργου του Χρήστου Μπόκορου, από την ενότητα "Τα στοιχειώδη"

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Πόντο- πόντο



  Ξυπνάνε νωρίς κι οι δυο. Η Αννίτα, τη βοηθάει να σηκωθεί από το κρεβάτι, την πλένει, την ντύνει και της χτενίζει τα μαλλιά. Άσπρα, πυκνά ακόμα, γίνονται ένας ωραίος κότσος στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ύστερα, τρώνε μαζί το πρωινό και λένε τα όνειρα της βραδιάς που πέρασε. Μετά η Αννίτα πιάνεται με τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα, ενώ η κυρία Σοφία κάθεται στην πολυθρόνα της, δίπλα στο παράθυρο και βλέπει στην αυλή το άγγιγμα της πρώιμης άνοιξης. Νωρίς το μεσημέρι, μετά το φαγητό, η Αννίτα βάζει τη γερόντισσα να ξαπλώσει και πάει για λίγες ώρες στο σπίτι της. Όχι για ξεκούραση, μα για να φροντίσει και την οικογένειά της. Το απόγευμα επιστρέφει, πίνουν μαζί καϊμακλίδικο καφέ, γυρίζουν τα φλιτζάνια, η κυρία Σοφία βάζει τα γυαλιά της και διαβάζει με επιτυχία τα σημάδια του ξεραμένου καφέ.

  Το βράδυ κάθονται δίπλα- δίπλα στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση με ένα δίσκο η κάθε μια στα πόδια της για τις ειδήσεις. Καιρό τώρα δεν κατεβαίνει μπουκιά από το βραδινό τους. Κοιτάζουν και βουρκώνουν. Κάποια βράδια, δεν αντέχουν τις εικόνες των κατατρεγμένων και κλαίνε βουβά χωρίς να κοιτάζει η μια την άλλη. Κρυφά σκουπίζουν τα μάτια τους. Κρυφά χώνουν τα μαντήλια τους στην τσέπη της η μια, στο μανίκι της η άλλη. Μετά, ό,τι και να έχει το πρόγραμμα της τηλεόρασης, το βάρος δε φεύγει, το βάρος εκεί· μένει και τις πλακώνει. Βλέπουν άσχετα κι αναστενάζουν. Πέφτουν για ύπνο με τις εικόνες των ειδήσεων στο μυαλό τους κι όταν βαρύνουν πια τα βλέφαρα και κλείσουν, οι εικόνες του σήμερα, μπερδεύονται, ανακατεύονται παράξενα κι αλλάζουν χρόνο και τόπο.

  'Ετσι το πρωί, την ώρα που λένε η μια στην άλλη τα όνειρα, η κυρία Σοφία μιλάει για τη μάνα της που ξέφυγε το '22 από τη φωτιά και το μαχαίρι της Μικρασίας. Μισό αιώνα τώρα πεθαμένη κι επιστρέφει τελευταία κάθε βράδυ για να πει στη κόρη της, ξανά και ξανά, όλες αυτές τις ιστορίες που της έλεγε όταν ήταν μικρή. Για το φόβο, για τον ξεριζωμό, για την απελπισία, για το ταξίδι στο άγνωστο. Όχι έτσι γενικά κι αόριστα, μα κάθε φορά, επικεντρώνεται σε μια λεπτομέρεια, σε ένα περιστατικό. Έτσι της λέει για το όνομα της βάρκας που τους πέρασε απέναντι - “Παναγιά Γρηγορούσα”-  για τις ψείρες που αλώνιζαν στο άλουστο κεφάλι της, για τις πληγές στα πόδια από το χωρίς τέλος περπάτημα που με το σάλιο της το ίδιο τις γιατροπόρευε. Για τις βρισιές και τις κατάρες που άκουσε κάπου αντί για καλωσόρισμα και την έκαναν να σκεφτεί ότι το μαχαίρι του Τούρκου πιο πονετικά θα την λάβωνε αν έμενε, αλλά και για μια φέτα ψωμί με πέντε σταγόνες λάδι κι αλάτι που της έδωσε μια άγνωστη γυναίκα λίγο πριν σωριαστεί από πείνα. “Αχ Μάνα μου...” καταλήγει η γερόντισσα και σκουπίζει σχολαστικά με το χέρι της τα ψίχουλα του πρωινού· όλα σε μια γωνιά δίπλα στο πιάτο της.

  Ύστερα βουβαίνεται η κυρία Σοφία και παίρνει σειρά η Αννίτα και λέει ότι το βράδυ στον ύπνο της πέρασε για άλλη μια φορά τα σύνορα, ακριβώς όπως το '92, γκαστρωμένη στο μήνα της. Είδε να βουλιάζει και πάλι βαριά στο χιόνι, νύχτα χωρίς φεγγάρι, να παγώνει από τον τρόμο περισσότερο κι από το κρύο με τα τρομερά μάτια μας αλεπούς μέσα σε έναν χιονισμένο θάμνο που αντίκρισε ξαφνικά. Να γλιστράει από τη λαχτάρα, να μην την προλαβαίνει ο άντρας της, να κατρακυλάει σε απότομη πλαγιά ώρα πολύ, να σταματάει πάνω σε δέντρο. “Έτσι κυρά Σοφία έπεσα στο δέντρο, έτσι, με το πλάι. Με τον ώμο χτύπησα, όχι με την κοιλιά”. Κι αμέσως να τη σκεπάζει ολόκληρη χιόνι τιναγμένο από τα κλαδιά, να την ξεθάβει ο άντρας της και να μη βρίσκει ούτε στο όνειρο, το ένα της παπούτσι. Να συνεχίζει μονοσάνδαλη μέχρι το ξημέρωμα. Στο πρώτο χωριό να συναντάνε μια γυναίκα, να τους αγριοκοιτά, να χάνεται βιαστικά σε ένα σπίτι, να τρέμουν σαν τα αγρίμια στην ιδέα ότι θα βγει αμέσως από κει μέσα άντρας με δίκαννο και να τρέχουν να σωθούν. Κι ύστερα από λίγο, η γυναίκα να ξαναβγαίνει μόνη της και να τρέχει να τους προλάβει φωνάζοντας “Παπούτσια, παπούτσια” -η πρώτη ελληνική λέξη που άκουσε η Αννίτα- να τους φτάνει, και να της δίνει εκτός από τα παπούτσια κι ένα ζευγάρι κάλτσες. Στεγνές και ζεστές.




  ''Να μην μπορούμε να βοηθήσουμε κι εμείς αυτούς τους ανθρώπους”, έλεγε η Αννίτα κάθε πρωί όταν τέλειωνε το ξετύλιγμα των ονείρων της προηγούμενης νύχτας, την ώρα που μάζευε πιάτα και φλιτζάνια του πρωινού κι κυρία Σοφία κουνούσε το κεφάλι της. Κουνούσε το κεφάλι κι αναστέναζε, μέχρι τις προάλλες που κάτι σκέφτηκε κι αντί να αναστενάξει, χαμογέλασε και της ζήτησε να φέρει αμέσως τη σκάλα από την αυλή και να ανέβει στο πατάρι. “Να ανοίξεις το μεγάλο μπαούλο” της φώναξε από κάτω. “Έχω εκεί μέσα φυλαγμένη μια μεγάλη σακούλα. Τη βρήκες;”. Τη βρήκε η Αννίτα, βαριά κι ασήκωτη και την κατέβασε. Εκείνη τη μέρα, το μεσημέρι, βολεύτηκαν μόνο με δυο αυγά μάτια και λίγη σαλάτα, στην άκρη του τραπεζιού. Στο υπόλοιπο μέρος, ένα βουνό από μαλλιά. Μεγάλα και μικρά κουβάρια. Άλλα πάλι σε κούκλες, άθικτα. Από όλα τα χρώματα. Λεπτά και χοντρά. Μαλλιά που αγοράστηκαν αλλά δεν πλέχτηκαν ποτέ κι άλλα που περίσσεψαν από πουλόβερ, κουβέρτες, ζακέτες και σάλια που πλέχτηκαν πριν από χρόνια. 

  Από εκείνη τη μέρα, η ενενηντάχρονη κυρία Σοφία, κόρη προσφύγων από τη Μικρασία με τις μνήμες ζωντανές από τις διηγήσεις της μάνας της και η σαραπεντάχρονη Αννίτα, μετανάστρια από την Αλβανία που ακόμα πονάει ο ώμος από εκείνο το παλιό τράνταγμα πάνω στο χιονισμένο δέντρο, πλέκουν πυρετωδώς σκουφάκια και κασκόλ για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που κρυώνουν στα κλειστά σύνορα. Και ζακετάκια για τα μωρά τους. Όλες οι άλλες δουλειές του σπιτιού, έμειναν πίσω αλλά δεν τις νοιάζει καθόλου. Πιάνουν φωτιά οι βελόνες τους το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Στις ειδήσεις δε βουρκώνουν πια. Εντοπίζουν στα ρεπορτάζ ασκεπή κεφάλια, γυμνούς λαιμούς, βυζανιάρικα στις αγκαλιές και αμέσως λογαριάζουν το μέγεθος, τα χρώματα που θα τους ταιριάζουν. Και πλέκουν, πλέκουν μέχρι αργά. Και την άλλη μέρα από το πρωί, τα ίδια. Πλέκουν ασταμάτητα και ένα περίεργο: πόντο -πόντο χωρίς να το καταλαβαίνουν μαζί με το νήμα πλέκουν κι ευχές για τους άγνωστους ανθρώπους που θα τα φορέσουν εκεί στα σύνορα μόλις φτάσει το δέμα. Να μην ταλαιπωρηθούν άλλο, να φτάσουν επιτέλους γεροί σε ένα τόπο, να τους καλοδεχτούν, να ριζώσουν, να προκόψουν. Να ζήσουν. 



το ποστ αφιερώνεται σε όλους όσους θέλουν να βοηθήσουν 
τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και αναρωτιούνται πώς.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Kunkush κι οι γάτες του Ατζανού

  

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής, τριαντάρης τότε ψαράς, είχε δέσει με σκοινί την τρίχρονη κόρη του Πελαγία στη μέση της γυναίκας του, που φυλούσε στην αγκαλιά της τον ασαράντιστο Δημητράκη, ανέβασε την οικογένεια στον δεκάμετρο κοκκινομπλέ Γαρύφαλλο του αφεντικού, βοήθησε να βολευτούν όπως όπως και οικογένειες γειτόνων, και σε απανωτές διαδρομές μαζί με τους άντρες από άλλα τρία ψαροκάικα και ποσταλάκια σήκωσαν όλο τον Ατζανό και τον άδειασαν απέναντι.

  Και κάθονταν μετά να κοιτάνε τους καπνούς. Σμύρνη και τα λοιπά, τα γνωστά. Το άλλο πρωί Γαρύφαλλος και Τριαντάφυλλος πουθενά. Το παράλλο τα ίδια.

  Ο σγουρομάλλης ψαράς με τα καστανά μάτια, που όταν βούρκωναν φούσκωναν και μύριζαν καφέ με καϊμάκι, πήγε να σκάσει γιατί ξέχασε στη Μικρασία τη γάτα του. Ένα μήνα πριν το φευγιό η Μαρίτσα, έγκυος, με μια οχιά διπλοτυλιγμένη στην κοιλιά της σύρθηκε μισοπεθαμένη μέχρι το μώλο και στάθηκε μπροστά στον Γαρύφαλλο νιαουρίζοντας ξεψυχισμένα.

  Δυο άντρες που μπάλωναν τις αλαμάνες και τα σαρδελιά έσπασαν μια ψαροκασέλλα, μοιράστηκαν τις σανίδες και κοπανούσαν το φίδι μέχρι που του 'λειωσαν το κεφάλι.

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής γύρισε απέναντι να ψάξει τη Μαρίτσα και τα τρία της γατιά.

  Εφτά μέρες μετά, ενώ πια η γυναίκα του τον έκλαιγε και ο αφεντικός του έκλαιγε και τον εργάτη και το καΐκι του, δεκάδες Ατζανιώτες στέκονταν βουβοί και σκούροι μωβ, σαν το σούρουπο στα βραχάκια της Λέσβου, να κοιτούν τα δυο λουλούδια τους, Γαρύφαλλο και Τριαντάφυλλο, να επιστρέφουν, και να ακούνε ένα χαλασμό από νιαουρητά. Το καΐκι ερχόταν γιαλοπερίγελα κουβαλώντας την τελευταία φουρνιά της προσφυγιάς, τις εικοσιεπτά γάτες του Ατζανού, όσες ξετρύπωσε ο ψαράς γυροφέρνοντας με προφυλάξεις την κωμόπλη -φάντασμα.

  Τις μοίρασε στους αφέντες τους, οι Γιατζόγλου πήραν τη Χανούμ, ο Γιοβανάκης την Κική του, οι Χειριμπέρηδες τηνΑθηνά τους, η Ελένη την Ελένη της κι ο Σωτήρης τον Σωτήρη του, αλλά κανείς τους, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε μετά, δεν πήρε κουβέντα από τον παράτολμο Τριαντάφυλλο για όσα είδε πίσω. Ρώτα τη γάτα να σου πει την ιστορίας της, απαντούσε και έφυγε μακριά.

Από το 1922 δεν ξανασήκωσε τα μάτια στον έναστρο ουρανό. Έπαθε ατονία των νεύρων και το 'ριξε στις γάτες, να τις χοντραίνει με άφθονα κοκκάλια και καταμάχια, άφηνε μάλιστα την αρχική και όλες τις κατοπινές Μαρίτσες να φωλιάζουν στα γλωσσόδιχτα και στα μπαμπουνερά και εκμεταλλευόμενες την αδυναμία του να τα ξεσκίζουν με τα νύχια και τα σάλτα τους.

Τα μάτια πάντως του Τριαντάφυλλου Αυγουστή, όλο και πιο συχνά υγρά, μοσχομύριζαν ακόμα άναβαν την Ελευθερία του, τα τζάμπα καϊμάκια η μόνη χαρά στην ανέχεια εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι όλο φεύγανε, όλο χάνανε.


Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Σουέλ των εκδόσεων Καστανιώτη. Το θυμήθηκα σήμερα που έμαθα ότι ένας άλλος πρόσφυγας γάτος, ο Kunkush από το Ιράκ, που χάθηκε στη Λέσβο, βρήκε τελικά μετά από μήνες την οικογένειά του στην Νορβηγία. 




Η φωτογραφία από εδώ

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Σιωπηλή Αγωνία






Συγκέντρωση Αλληλεγγύης στον Νίκο Ρωμανό που διανύει την 30η ημέρα απεργίας πείνας στο Σύνταγμα το βράδυ της Τρίτης. Την Τετάρτη στις 12:00 η ονομαστική ψηφοφορία για την ηλεκτρονική επιτήρηση φυλακισμένων. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου μετά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης δεσμεύτηκε να εξετάσει τις τροπολογίες  που κατατέθηκαν και να παρουσιάσει νέα λύση-πρόταση πριν την ψηφοφορία.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Άμμος Χαλάσσης


Τον ψάχνω καιρό τώρα.

Τον είχαν στείλει για ρύζι· δεκαπέντε κιλά. Τόσο αγόραζαν πάντα και δεν τους έφτανε ούτε για μια βδομάδα. Όταν έπεσε η πρώτη βόμβα δεν είχε προλάβει να φτάσει στην αγορά. Ο ήχος των αεροπλάνων του Σαντάμ, λάμψεις, εκρήξεις, σκόνη, κραυγές. Τρόμου και πόνου. Να μην ξεχωρίζεις ποιες ήταν πιο σπαραχτικές. Από το σημείο που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή μέχρι το σπίτι -ούτε δέκα λεπτά απόσταση- έκανε να φτάσει πάνω από ώρα. Αυτή τη φορά το σπίτι τους ανέγγιχτο δίπλα σε άλλα που ήταν ερείπια. Έψαξε κάθε γωνιά και δεν βρήκε κανένα. Ετοιμαζόταν να φύγει για τις σπηλιές -εκεί που έβρισκαν καταφύγιο κάθε φορά που δεχόταν αεροπορική επιδρομή- όταν άκουσε κλάμα. Στα ερείπια του διπλανού σπιτιού βρήκε χτυπημένη στο πόδι μια συνομήλική του, μόλις δεκαέξι, έγκυος στο μήνα της. Την φορτώθηκε. Πλάτη με πλάτη, όσο μπορούσε πιο προσεκτικά. Πήρε να ανηφορίζει για τις σπηλιές. Μετά από λίγο κι άλλη επιδρομή. Ριπές, σκόνη. Καλύφτηκε κι όταν πέρασαν τα αεροπλάνα συνέχισε. Ένιωθε μούσκεμα. “Ιδρώτας”, σκέφτηκε. Προχωρούσε αγκομαχώντας από το βάρος που βήμα το βήμα γινόταν μεγαλύτερο. Προχωρούσε ως τη στιγμή που είδε αίμα να στάζει από το σώμα του. Όχι σταγόνες. Ποτάμι. Σταμάτησε, τη ρώτησε αν είναι καλά, εκείνη δεν απάντησε, γονάτισε και την ακούμπησε χάμω ανάσκελα. Μέσα από την ανοιχτή κοιλιά της είδε το παιδί να σαλεύει μια στιγμή μέσα στα αίματα, μέχρι που έσβησε κι αυτό.

Τηλεφώνησα πολλές φορές μα δεν απαντά.

Ένα χρόνο μετά, πήρε απόφαση να φύγει από το Ιράκ. Πρώτα Ιράν για μερικά χρόνια, μετά Τουρκία και τέλος εδώ. Παράνομα. Πέρασε κολυμπώντας σα σκυλί τον Έβρο με τα χαρτιά σφιχτά στα δόντια μέσα σε νάιλον σακούλα κι έφτασε μέχρι την Αθήνα· με τα πόδια. Περπατούσε μόνο βράδυ παράλληλα με την Εθνική οδό. Τις μέρες κρύβονταν. Στην Αθήνα τον συνέτρεξαν άλλοι Κούρδοι. Βολεύτηκε. Βρήκε δουλειά σε εργολάβο, αξημέρωτα πήγαινε, νύχτα γύριζε σπίτι. Όλη μέρα στις οικοδομές κι ύστερα στη βιοτεχνία κουφωμάτων που είχε το αφεντικό. Έξι μέρες τη βδομάδα και μερικές φορές επτά. Ανάλογα με τη φούρια. Κι εκείνα τα χρόνια είχε μεγάλη φούρια. Σαράντα ευρώ τη μέρα. Κι ο εργολάβος του χρωστούσε ένα χιλιάρικο δουλεμένα μεροκάματα. Άλλα τόσα τού είχε φάει ένας δικηγόρος. Ο επόμενος δικηγόρος, απλώς “έχασε” όλα τα χαρτιά του. Το πήρε απόφαση ότι θα είναι παράνομος. Έτσι για χρόνια ήταν δουλειά -σπίτι, σπίτι -δουλειά. Ούτε μια φορά έξω για καφέ. Για μια βόλτα. Από φόβο.

Πέρασα από το σπίτι του. Κατάκλειστο.

Φάτσα φαγιούμ. Σκοτεινή κι αγέλαστη. Μεγάλα μάτια ολοστρόγγυλα. Μαύρα. Μέτριο ανάστημα, σωματική διάπλαση που καθόλου δε μαρτυρούσε την απίστευτη αντοχή του. Ούτε τη δύναμη. Τον βρήκα άνοιξη του 2005. Κοντά τρεις μήνες γκρεμίζαμε και χτίζαμε παρέα. Κουβάλησε ατέλειωτα μπάζα, έριξε τσιμέντο, έριξα μέσα στο χαρμάνι κάτι ψιλά για να στεριώσει, έχτισε καινούριους τοίχους, τους σοβάτισε, κάψαμε πορτοπαράθυρα, τα τρίψαμε μέχρι που φάνηκε το ξύλο, τα στόκαρα -στις λεπτοδουλειές δεν έπιανε το χέρι του- τα έβαψα. Στα διαλείμματα για φαγητό και καφέ τα λέγαμε. Με λόγια, αλλά κυρίως με νοήματα. Στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί μετά, άρχισε κουτσά στραβά να μαθαίνει ελληνικά. Μόνο το “θ” δεν μπορούσε να προφέρει. Όσο και να προσπαθούσε, “Χ” του έβγαινε. Έτσι, έλεγα κι εγώ όπως εκείνος: “Άμμος χαλάσσης”. Για να συννενοούμαστε. Μάθαινε αυτός ελληνικά κι εγώ, μέρα με τη μέρα, μάθαινα κάτι καινούριο για εκείνον και την οικογένειά του που είχε μείνει πίσω, σε μια μικρή πόλη του Ιράκ κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Για το σπίτι τους που μεγάλωνε καθώς μεγάλωνε η οικογένεια και το ξανάχτιζαν κάθε φορά που τους βομβάρδιζε ο Σαντάμ. Για τον πατέρα του, τις τρεις “μαμάδες” που γεννοβόλησαν 16 παιδιά και κανένα από αυτά δεν τις ξεχώριζε. Κυρίως όμως μιλούσε για τη δίδυμη αδελφή του που τού έλειπε πιό πολύ απ` όλους. Όταν τελειώσαμε κι έπιασε δουλειά με το μάστορα που μού είχε περάσει τα πλακάκια στο δάπεδο και στο μπάνιο, λυπήθηκα. “Θα έρχομαι να σε βλέπω. Εδώ, εσένα έχω αδελφό”, μού είπε την τελευταία μέρα. Και κράτησε το λόγο του. Ερχόταν πότε πότε, τηλεφωνούσε συχνά για να μού πει τα νέα του και να μάθει τα δικά μου. Τηλεφωνούσε πάντα στις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, για να μού ευχηθεί “Χρόνια Πολλά”. Εγώ πάλι είχα το νου μου να μη ξεχάσω να τον πάρω στο ραμαζάνι. Την επόμενη χρονιά, άμα άκουσε ότι απολύθηκα, την ίδια κιόλας μέρα ήρθε με τα ρούχα της δουλειάς και μού έφερε λεφτά. Αρνήθηκα, αλλά επέμενε να τα κρατήσω μέχρι να ξαναβρώ δουλειά. Με έσωσε τότε ο Κούρδος αδελφός μου.

Ξαναπέρασα από το σπίτι του. Τα ίδια.

Καλοκαίρι του 2007, με πέτυχε στη “χάλασσα” και ρωτούσε επίμονα να μάθει πότε θα γύριζα. Μόλις είχε γνωρίσει “ένα κορίτσι από το Βουλγαρία” και ήθελε οπωσδήποτε να τη δω. “Άμα σ` αρέσει εσένα, καλή θα είναι” τού είπα στο τηλέφωνο, μα εκείνος επέμενε: Τέσσερα μάτια, βλέπουν καλύτερα από δυο”. Ταίριαζαν. Λιγομίλητος και μαζεμένος αυτός, τσαούσα εκείνη. Τους άκουσα να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλον, στα ελληνικά -την κοινή τους γλώσσα- κι έδωσα την έγκριση που επιζητούσε. Πρώτη φορά στο σπίτι του πήγα τη μέρα του γάμου. Μού είπε να πάω σε ένα κεντρικό σημείο στο Περιστέρι. Ήρθε να με πάρει ντυμένος με την παραδοσιακή στολή της περιοχής του. Ζήτησε και τού την έστειλαν. Χοντρή μαύρη τσόχα μέσα στη ζέστη τέλη εκείνου του Αυγούστου που καιγόταν η Ελλάδα από ασύμμετρη απειλή. Σε μια γκαρσονιέρα νοικοκυρεμένη, καμιά τριανταριά οι καλεσμένοι. Φίλοι του Κούρδοι οι περισσότεροι και μερικές Βουλγάρες, φίλες της νύφης που φορούσε ένα απλό άσπρο φόρεμα. Στο λαιμό της γυάλιζε ένα μεγάλο χρυσό μενταγιόν με την Ακρόπολη. Ο ιμάμης από τα Μεσόγεια, άργησε λίγο να φτάσει. Έγινε η τελετή κι ύστερα φάγαμε όλοι μαζί παϊδάκια κοτόπουλο από κοντινό ψητοπωλείο. Χωρίς στάλα αλκοόλ. Όταν όμως στη συνέχεια ερχόταν σπίτι μου οι νιόπαντροι εκείνος πότε πότε έπινε καμιά μπύρα. Τον πείραζα ότι δεν είναι καλός μουσουλμάνος κι έλεγε για να δικαιολογηθεί: “Δεν έχει πολύ αλκοόλ”. Παρά τις προσπάθειες της τσαούσας -και προσπάθησε πολύ- και παρά τον γάμο με πολίτη της ευρωπαϊκής ένωσης εκείνος δεν κατάφερε να αποκτήσει  νόμιμα χαρτιά. Συνέχισε να αποφεύγει τις άσκοπες εξόδους. Δουλειά σπίτι. Σπίτι δουλειά κι οι δυό τους. Και πολύ σπάνια, στα ρεπό τους για καφέ. Όταν άρχισαν να γίνονται συχνές οι επιθέσεις σε αλλοδαπούς τηλεφωνούσα πιο τακτικά για να του πω να προσέχει τα θρασίμια- χρασίμια τα είπα κι ας μην κατάλαβε- με τις μαύρες μπλούζες. Τελευταία φορά μιλήσαμε τη μέρα που ανακοινώθηκε κι εξαπολύθηκε το όνειδος του Ξένιου Δία.


Τους ψάχνω δυο χρόνια τώρα. 


H εικόνα από εδώ.


Το σημερινό κείμενο είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.




Συμμετέχουν ακόμα:

 6ο Σύνταγμα Πεζικού, Βιβλιοθηκάριος