Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Ένας συνηθισμένος άνθρωπος



Κάποτε γεννήθηκε ένα συνηθισμένος άνθρωπος. Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά μιας τυπικής οικογένειας. Μεγάλωσε με σχετική φροντίδα, αλλά από τους γονείς του δεν εισέπραξε την αδυναμία που έδειξαν στο πρωτότοκο, αλλά ούτε αυτή που επιφύλασσαν για τον βενιαμίν τους.

Ως μαθητής υπήρξε μέτριος. Δεν ήταν ποτέ καπετάν φασαρίας ούτε όμως και το πιο φρόνιμο παιδί στον κόσμο. Στα μαθητικά του χρόνια απέκτησε μερικούς φίλους. Με μερικούς από αυτούς συνέχισε να κάνει παρέα και στην ενήλικη ζωή του. Στο Πανεπιστήμιο πέρασε με τη δεύτερη προσπάθεια και ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Μετά τη στρατιωτική του θητεία -στη διάρκεια της οποίας δε συνέβη κανένα αξιομνημόνευτο γεγονός- και με τη βοήθεια κάποιου συγγενή που εκείνη την εποχή ήταν πολιτικός παράγοντας, βρήκε μια καλή εργασία στην οποία παρέμεινε  μέχρι τη σύνταξη, χωρίς όμως να διαπρέψει.

Τρία χρόνια μετά το διορισμό του παντρεύτηκε όχι εκείνη που αγαπούσε παράφορα όπως νόμιζε, αλλά κάποια άλλη. Σύντομα απέκτησαν δύο παιδιά. Με το μεγάλωμά τους ασχολήθηκε λίγο, ωστόσο δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν τα αγαπούσε ή δεν τα φρόντισε ικανοποιητικά ως γονιός.

Γενικά η ζωή του κύλησε χωρίς μεγάλες δυσκολίες ή τουλάχιστον δυσκολίες που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει. Οι δε επιτυχίες του, όπως και οι ευτυχισμένες στιγμές του ήταν μάλλον χαμηλών εντάσεων και λογικής διάρκειας: ούτε πολλές και συγκλονιστικές, μα ούτε ελάχιστες και αμελητέες. 

Η ηθική του ήταν κάπως ελαστική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον χαρακτήριζε κανείς αχρείο, φαύλο ή έστω ανέντιμο. Ούτε βέβαια υπόδειγμα καλού κι ενάρετου ανθρώπου. Μπορούμε να πούμε τελικά ότι ήταν απλώς ένας συνηθισμένος άνθρωπος.

Πέθανε μετά από  μικρής διάρκειας ασθένεια, χωρίς να υποφέρει ιδιαίτερα μα όχι κι εντελώς ανώδυνα. Ήταν σε ηλικία που κανείς δε θα μπορούσε να πει για αυτόν ότι “έφυγε πλήρης ημερών” μα ούτε και “κρίμα, μπορούσε να ζήσει τουλάχιστον ακόμα μια δεκαετία”Στον μοναδικό και σύντομο επικήδειο που εκφωνήθηκε -όπως γίνεται συνήθως- υπερτονίστηκαν οι θετικές του πλευρές κι αποσιωπήθηκαν οι σχεδόν ισάριθμες αρνητικές. 

Όπως θα καταλάβατε ήδη, ο βίος και η πολιτεία αυτού του ανθρώπου σίγουρα δεν θα αποτελούσαν το θέμα μιας ταινίας. Ούτε θα γινόταν ποτέ ο ήρωας ενός μυθιστορήματος ή έστω ενός μικρού διηγήματος. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει το θέμα μιας ανάρτησης.


Το σκίτσο, από εδώ.







Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Δώδεκα (αγαπημένοι) Μονόλογοι



Ματωμένος Γάμος, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος

Φεγγάρι:
Είμ` ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι,
είμ` ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά,
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω
ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται;
Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.


Σαλώμη, Όσκαρ Ουάιλντ,   
Μετάφραση: Στάθης Σπηλιωτόπουλος

Σαλώμη:
Δε θέλησες να μ’ αφήσεις να φιλήσω το στόμα σου, Γιοχανάν. Καλά 
λοιπόν! Τώρα θα το φιλήσω. Θα το δαγκώσω με τα δόντια, όπως δαγκώνει κανείς τον ώριμο καρπό. Ναι, θα το φιλήσω το στόμα σου, Γιοχανάν. Αλλά γιατί δε με κοιτάς; Τα μάτια σου που ήσαν τόσο τρομερά, που ήσαν τόσο γεμάτα οργή και καταφρόνια, είναι κλεισμένα τώρα. Άνοιξε τα μάτια σου! Σήκωσε τα βλέφαρά σου, Γιοχανάν. Γιατί δε με κοιτάζεις; … Κι η γλώσσα σου, που ήταν σαν κόκκινο ερπετό που ακοντίζει δηλητήρια, δεν κουνιέται πια, δε λέει τίποτα τώρα, Γιοχανάν, η κόκκινη αυτή οχιά που ξέρασε το φαρμάκι της απάνω μου. Δε με θέλησες, Γιοχανάν. Μ’ απόκρουσες. Μου είπες πράματα αποτρόπαια. Μου φέρθηκες σα να ήμουν εταίρα, σα να ήμουν πόρνη, εγώ, η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας, Πριγκίπισσα της Ιουδαίας! Ε, λοιπόν, Γιοχανάν, εγώ ζω ακόμα, αλλά εσύ είσαι νεκρός και το κεφάλι σου μου ανήκει. Μπορώ να το κάμω ό,τι θέλω. Μπορώ να το ρίξω στα σκυλιά και στα πουλιά του αέρα. Ό,τι αφήσουν τα σκυλιά, τα πουλιά του αέρα θα το φάνε… Αχ! Γιατί δε με κοίταξες, Γιοχανάν; Αν με είχες δει, θα μ’ είχες αγαπήσει. Ξέρω καλά πως θα μ’ είχες αγαπήσει, και το μυστήριο της αγάπης είναι πιο μεγάλο απ’ το μυστήριο του θανάτου. Μόνο την αγάπη πρέπει να κοιτάζει κανείς. 
(Φιλάει το στόμα του Γιοχανάν) Α, το φίλησα το στόμα σου, Γιοχανάν, το φίλησα το στόμα σου. Είχανε μια πικρόστυφη γεύση τα χείλια σου. Να ήταν τάχα η γεύση που έχει το αίμα;… Όμως μπορεί να ήταν του έρωτα η γεύση. Λένε πως ο έρωτας έχει πικρόστυφη γεύση. Τι πειράζει όμως; Το φίλησα το στόμα σου, Γιοχανάν, το φίλησα το στόμα σου. 


Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, Λουίτζι Πιραντέλο 
Μετάφραση: Λ. Μυριβήλη

Αν ο θάνατος, κύριέ μου, ήταν κάτι σαν αυτά τα παράξενα και βρωμερά έντομα που βρίσκει καμιά φορά κανείς επάνω του θα μπορούσαμε… Περπατάμε στο δρόμο. Ένας κάποιος τυχαίος περαστικός σας σταματά ξαφνικά και με πολύ λεπτότητα σας λέει τεντώνοντας το χέρι του επάνω σας: «Συγγνώμη, κύριε, μου επιτρέπετε; Αγαπητέ μου, έχετε το θάνατο επάνω σας». Και παίρνει το βρωμερό έντομο απ’ το σακάκι σας και το πετά στο δρόμο… Θα ήταν θαυμάσια ε; Μα ο θάνατος δυστυχώς δεν είναι έτσι. Πολλοί απ’ αυτούς που πηγαίνουν ήσυχοι κι αμέριμνοι τον έχουν ίσως επάνω τους, μα κανένας δεν τον βλέπει. Εγώ παραδείγματος χάριν αγαπητέ κύριε… να… πλησιάστε. Θα σας δείξω κάτι. Βλέπετε εδώ, κάτω από το μουστάκι, αυτή την ωραία βιολέτα στα πάνω χείλος; Ξέρετε πώς τη λένε στην ιατρική; Ω, ένα όνομα πολύ γλυκό, σαν καραμέλα: «Επιθηλίωμα»! Πέστε το, είναι αδύνατο να μην αισθανθείτε κάποια γλύκα στο στόμα. «Επιθηλίωμα!» Ο θάνατος πέρασε και μού έβαλε αυτό το λουλούδι στο στόμα: «Κράτησε αυτό φίλε μου», μούπε, «θα ξαναπεράσω σε οχτώ δέκα μήνες…» 


Ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ, Έντουαρντ Άλμπι 
Μετάφραση: Καίτη Κασιμάτη Μυριβήλη.

Μάρθα:
Όλοι σας είστε αποτυχημένοι. Εγώ είμαι η Μάννα Γη, κι εσείς, όλοι, είστε αποτυχημένοι. Έχω σιχαθεί τον εαυτό μου. Περνώ τη ζωή μου με τιποτένιες, χωρίς καμιά σημασία απιστίες... δήθεν απιστίες. Ορμάμε στην Οικοδέσποινα ; Ωραίο αστείο. Μια παρέα από μεθυσμένους ανίκανους ηλίθιους. Η Μάρθα τους κλείνει το μάτι... και οι ηλίθιοι χαμογελούν σαν χαζοί, της ρίχνουν κι αυτοί ματιές και ξαναχαμογελούν, η Μάρθα ξερογλείφεται... και οι ηλίθιοι ορμάνε στο μπαρ να πάρουν λίγο κουράγιο και παίρνουν λίγο κουράγιο και γυρνάνε πίσω στη γερο-Μάρθα. Εκείνη τους κάνει μερικά κουνήματα που τους ερεθίζουν... εγκεφαλικά... κι έτσι ξαναορμάνε πάλι στο μπαρ για να πάρουν λίγο ακόμα κουράγιο... ενώ οι γυναίκες τους και οι αγαπημένες τους κάνουν πως δε βλέπουν... πως τάχα κοιτάν έξω απ’ το παράθυρο... πράγμα που κάνει τους ηλίθιους να ξανατρέξουν στην κάνουλα για να ξαναγεμίσουν το ντεπόζιτό τους, ενώ η Μάρθα κάθεται εκεί με ανεβασμένα τα φουστάνια πάνω απ’ το κεφάλι της... ασφυκτιώντας! Δεν ξέρεις πόσο αποπνικτικό όταν έχεις το κεφάλι σου μέσ’ στα φουστάνια σου! Ασφυξία! Περιμένοντας ν’ αποφασίσουν οι ηλίθιοι! Στο τέλος βρίσκουν το κουράγιο τους... αλλά αυτό είν’ όλο, μωρό μου! Μάλιστα φίλε μου, μερικές φορές υπάρχουν πολύ καλές δυνατότητες, αλλά... Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα σε μια πολιτισμένη κοινωνία.   



Οιδίποδας Τύραννος, Σοφοκλής 
Μετάφραση: Φώτος Πολίτης

Άγγελος:
Κι ως μπήκε, με ορμή κλείνοντας τις πόρτες,
το Λάιο, το νεκρό από χρόνια, κράζει,
κι αναθυμάται το παλιό του σπέρμα,
που από κείνο σκοτώθη, αφήνοντας τη
με το γιό του γενιά να σπείρη ανόσια.
Και θρηνούσε την κλίνη, όπου η έρμη εγέννα
απ' τον άντρα άντρα, παιδιά απ' το παιδί τη ς.
Πώς υστέρα απ' αυτά ε χάθη, δεν ξ έρω,
γιατί χύμησε με άγριο βόγγο ο Οιδίπους
και πια κανείς δεν είδε τη θανή της,
μα κείνον όλοι, που εδώ εκεί πλανιούνταν.
Τρέχει τρελά, ζητώντας μας μαχαίρι,
και τη γυναίκα — όχι! τη μάννα του, όπου
νά 'ναι, τη μάνα αυτού και των παιδιών του.
Στη λύσσα του, είχε, λες, θεό οδηγό του,
τι δεν του έδειξε τίποτα κανείς μας.
Και με ούρλιασμα άγριο, ως να τον σπρώχνη κάποιος,
στις διπλές πόρτες πέφτει. Στους αρμούς τους
τα μάνταλα λυγούν, κι όρμα στο δώμα.
Και είδαμε την Ιοκάστη κρεμασμένη
με πλεχτό βρόχο, από σκοινί που σειούνταν.
Σαν τη θωρεί εκείνος, βαριά μουγκρίζει
και λύνει τη θηλειά. Κι άμα σωριαστή
χάμω η φτωχή, ποιαν αντικρύζω φρίκη !
Σπάζει αυτός τις χρυσές πόρπες, πού εκράτουν
το φόρεμα της, τις άρπα και μπήγει
τις βελόνες στι ς κόγχες των ματιών του
σκούζοντας: «Να μη δήτε πια ποτέ σας
τα όσα έπαθα φριχτά, κι όσα έχω κάνει,
σε σκοτάδι να βλέπω όσους δεν πρέπει,
να μη νιώθω όσους ποθούσα να ξέρω».


Ο Γλάρος, Άντον Παύλοβιτς Τσέχοφ,  
Μετάφραση: Λυκούργος Καλέργης

Νίνα:
Είμαι τόσο κουρασμένη! Αν μπορούσα να ξεκουραστώ… Αν μπορούσα να ησυχάσω!... Είμαι γλάρος… Όχι, άλλο ήθελα να πω… Είμαι ηθοποιός… Ω, μάλιστα! Είναι κιαυτός εδώ!… Καλά… Ας είναι… Δεν πειράζει. Δεν επίστευε στο θέατρο, πάντα γελούσε με τα όνειρά μου, ώσπου σιγά – σιγά έπαψα κι εγώ να πιστεύω, έχασα το θάρρος μου… Έπειτα οι αμφιβολίες για την αγάπη του, η ζήλια, ο φόβος κι η αγωνία για το παιδί μου… Έγινα ποταπή, ασήμαντη, έπαιζα κουτά.. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου, δεν ήξερα να σταθώ στη σκηνή, δεν μπορούσα να κανονίσω τη φωνή μου. Εσύ δεν μπορείς να φανταστείς τι νοιώθει εκείνος που ξέρει πως παίζει ελεεινά. Είμαι ένας γλάρος. Όχι, δεν είν’ αυτό… Θυμάσαι που σκότωσες κάποτε ένα γλάρο; Ένας άνθρωπος πέρασε κατά τύχη, τον είδε, και μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνει τον κατάστρεψε… Ένα θέμα για μικρό διήγημα… 



Όνειρο καλοκαιριάτικης Νύχτας, Ουίλιαμ Σαίξπηρ 
Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας

Πουκ:
Το ’βρες, μπράβο. Εγώ’ μαι αυτός
ο πρόσχαρος ο γυρολόγος της νυχτός
που κάνω χωρατά για να γελάει ο Όμπερον.
Πότε καβαλάω κάνα άλογο καλοθρεμμένο
χλμιντρώντας σαν φοράδα. Πότε γίνομαι
ψητό καβούρι και λουφάζω στο ποτήρι
καμιάς γλωσσούς κυράτσας· καθώς πάει να πιει
χτυπάω στα χείλια της και χύνει το κρασί της
στο ζαρωμένο της προγούλι. Η θεια η πολύξερη
κάποτε, εκεί που λέει το πιο φρικιαστικό της
παραμύθι, με παίρνει για σκαμνάκι. Τότε
εγώ γλιστρώ π’ τον πισινό της, πέφτει αυτή,
σκούζει «φτου, διάολε», και τηνε πιάνει βήχας.
Όλη ή παρέα τότε γελούν κρατώντας τα πλευρά τους
και δώσ’ του γέλια, ξόρκια και φτερνίσματα,
φαιδρότερη ώρα δεν περάσανε άλλοτε. 



Τρωάδες, Ευριπίδη      
Μετάφραση: Θρασύβουλος Σταύρου

Εκάβη:
Σκληρός σε βρήκε θάνατος, γλυκό μου.
Για την πατρίδα αν έπεφτες στη μάχη,
αφού τα νιάτα πρώτα θα χαιρόσουν,
το γάμο, την ισόθεη βασιλεία,
θα σε καλοτυχίζανε, αν υπάρχει
σ' αυτά καλοτυχιά. Τώρα όλα τούτα
τα 'δες αλλά δεν τα 'νιωσες, μπροστά σου
τα 'χες, μα δεν τα χάρηκες, παιδί μου.
Γλυκό μου στόμα εσύ, που 'ξερες τόσα
περήφανα λογάκια, εχάθης, κι ήταν
ψέματ' αυτά που μου 'λεγες στο στρώμα,
όταν κοντά μου ερχόσουνα. «Κυρούλα,»
φώναζες, «σαν πεθάνεις, για τιμή σου
θα κόψω τα μαλλιά μου, στην κηδεία
θα φέρω και τους φίλους μου, με λόγια
θα σ' αποχαιρετήσω πονεμένα.»
Κι αντίς, εγώ η γριά σε θάβω, γιε μου,
έρμη κι από παιδιά κι από πατρίδα.
  

Περιμένοντας τον Γκοντό, Σάμουελ Μπέκετ 
Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου

Βλαδίμηρος:
Μήπως κοιμόμουν, όταν οι άλλοι υπόφεραν; Μήπως κοιμάμαι τώρα; Αύριο, άμα ξυπνήσω, ή θα νομίζω πως ξύπνησα, τι θα πω για τούτη τη μέρα; Ότι εγώ κι ο φίλος μου ο Εστραγκόν καθόμασταν σε τούτο το μέρος, μέχρι να νυχτώσει, και περιμέναμε τον Γκοντό ; Ότι πέρασε ο Πότζο με τον αχθοφόρο του και μας μίλησε; Μάλλον. Πόση όμως αλήθεια θα υπάρχει σ’ όλα αυτά; Αυτός δε θα ξέρει τίποτα. Θα μου πει για τις κλωτσιές που έφαγε κι εγώ θα του δώσω ένα καρότο. (Παύση) Καβάλα σ’ ένα τάφο και δύσκολη γέννα. Στον πάτο του λάκκου, με το πάσο του, ο νεκροθάφτης βάζει μπρος τον εμβρυουλκό. Έχουμε καιρό να γεράσουμε. Ο αέρας αντιλαλεί τις κραυγές μας. Αλλά η συνήθεια είναι σπουδαίος σιγαστήρας. Και μένα με κοιτάζει κάποιος τώρα, και για μένα υπάρχει κάποιος που λέει, Κοιμάται, δεν ξέρει τίποτα, άσ’ τον να κοιμηθεί. Δεν μπορώ να συνεχίσω. (Παύση) Τι είπα;


Λεωφορείο ο Πόθος,  Τένεσι Ουίλιαμς, 
Μετάφραση: Γεράσιμος Σταύρου  

Μπλανς:
«Φλαμίνγκο»; Ποτέ, «Ταραντούλα» λεγότανε το ξενοδοχείο που έμενα. «Τα χέρια τής Ταραντούλα», το λέγανε. Ναι, «Ταραντούλα». Είναι μια μεγάλη αράχνη! Εκεί οδηγούσα τα θύματά μου. Ναι, είχα πολλές γνωριμίες με περαστικούς. Μετά το θάνατο του Άλλαν, οι γνωριμίες με τους περαστικούς νόμιζα πως ήταν το μόνο που μ’ απόμενε για να γεμίζω την άδεια μου καρδιά. Θαρρώ πως μ’ είχε πιάσει κάτι σαν πανικός, ένας πανικός που μ’ έσπρωχνε από τον ένα στον άλλον. Ζητούσα προστασία εδώ κι εκεί, στα πιο απίθανα μέρη! Ακόμα τώρα τελευταία μ’ ένα παιδί δεκαεφτά χρονών. Αλλά κάποιος έγραψε στον επιθεωρητή: αυτή η γυναίκα είναι ηθικώς ακατάλληλη για δασκάλα. Να ήταν αλήθεια; Έτσι μου φαίνεται. Από μια πλευρά - ήμουνα βέβαια, ακατάλληλη... Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Δεν είχα πουθενά αλλού να πάω. Ήμουνα ένα κουρέλι. Ξέρεις τι θα πει να ’σαι κουρέλι; Τα νιάτα μου σβύσανε ξαφνικά και τότε γνώρισα εσένα. Μου είπες πως είχες ανάγκη από κάποιον. Είχα κι εγώ ανάγκη από κάποιον. Ευχαριστούσα το Θεό που σ’ έφερε κοντά μου, γιατί φαινόσουνα τόσο καλός – ένα άνοιγμα στο βράχο τού κόσμου, για να μπορέσω να κρυφτώ. Αλλά το νοιώθω, είχα πολλά ζητήσει κι είχα ελπίσει πάρα πολλά... 



Βασιλιάς Ληρ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ  
Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας.

Ληρ:
Φύσηξε, αγέρα, σκάσ’ τ’ ασκιά σου ! Λύσσα ! Φύσα !
Νεροποντές και καταρράχτες, σεις, χυθείτε,
ως να ποτίσετε πυργιά κι ανεμοδείχτες !
Σεις, φλόγες θειάφινες και σαν τη σκέψη γλήγορες
προδρόμοι του δρυκόπου αστραποπέλεκου,
τ’ άσπρα μαλλιά μου καψαλιάστε !
Και συ, που σύμπαντα ταράζεις, κεραυνέ,
χτύπα της γης τον στρόγγυλο όγκο, κάν’ τον πλάκα !
Της φύσης σύντριψε τις μήτρες, λυώσε μονομιάς
όλους τούς σπόρους πού γεννούν αχάριστους ανθρώπους.

Χύσου, βροχή ! Η βροχή, ο αγέρας, η βροντή,
η αστραπή δεν είναι κόρες μου. Μαζί σας,
στοιχειά μου, δεν τα βάζω για την ασπλαχνιά σας.
Σε σας δε μοίρασα βασίλειο, δε σας είπα
παιδιά μου, εσείς δε μου χρωστάτε υποταγή.
Λοιπόν, ας πάψει το φριχτό σας γλέντι· εδώ
σκλάβος σας στέκω, ένας φτωχός σακατεμένος,
ανήμπορος και καταφρονεμένος γέρος. 



Με τα δόντια, Θόρντον Ουάιλντερ 
Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης

Σαβίνα:
Αυτό είναι ένα πολύ ωραίο σπίτι.. και..και...όλοι είμαστε πολύ ευτυχισμένοι και... και... Δεν μπορώ να βγάλω λόγια απ' το κεφάλι μου γι’ αυτό το έργο και χαίρομαι που δεν μπορώ. Το σιχαίνομαι και το έργο και τα λόγια του. Όσο για μένα, δεν καταλαβαίνω ούτε λέξη απ’ ότι λέει, πάντως όλο για τις συμφορές που πέρασε ή ανθρώπινη ράτσα και πως πάντα κρατιόταν με τα δόντια στη ζωή, και αν βγάλετε εσείς λέξη, χάρισμά σας. Μετά αυτός ό σαχλός ό σνγγραφέας δεν μπορεί να πάρει μιαν απόφαση, αν βρισκόμαστε σε σπηλιές προϊστορικές πριν από χιλιάδες χρόνια, ή σε μια σύγχρονη πολιτισμένη πόλη, κι έτσι πάει ως το τέλος. Αχ ! Γιατί να μην έχουμε ένα έργο σαν και κείνα που είχαμε άλλοτε — τόν Αρχισιδηρουργό και η καρδιά μου είναι δική σου και... τι διασκεδαστικά, και που είχαν κι ένα νόημα που τόβαζες στην τσέπη σου και το πήγαινες και σπίτι. Τον δέχτηκα αυτόν τον απαίσιο ρόλο γιατί, τι θέλατε να κάμω ; Δύο χρόνια πέρασα στο δωμάτιό μου με σάντουιτς κι ένα φλυτζάνι τσάι την ημέρα, περιμένοντας ν’ ανοίξει η τύχη μου στο Θέατρο. Και κυττάξτε με τώρα: Εγώ... εγώ που έπαιξα στις «Δύο Ορφανές» και στο «Ήτανε όλοι τους Παιδιά μου». Κύριε των δυνάμεων ! 



27 Μαρτίου
Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου


Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου καθιερώθηκε το 1962 από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου. Το Εκτελεστικό του Συμβούλιο επιλέγει κάθε χρόνο μια αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου για να γράψει μήνυμα, το οποίο διαβάζεται σε όλα τα θέατρα και μεταδίδεται από τα Μ.Μ.Ε σε όλον τον κόσμο. Το μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου έχουν γράψει μεταξύ άλλων οι: Ζαν Κοκτώ, Άρθουρ Μίλλερ, Λώρενς Ολίβιε, Ζαν Λουί Μπαρώ, Πήτερ Μπρουκ, Πάμπλο Νερούδα, Ευγένιος Ιονέσκο, Λουκίνο Βισκόντι, Μάρτιν Έσλιν, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Αριάν Μνουσκίν, Ρομπέρ Λεπάζ, Αουγκούστο Μποάλ, Τζούντι Ντεντς κ.ά.  Φέτος το μήνυμα έγραψε ο Αμερικανός ηθοποιός, παραγωγός, σεναριογράφος, συγγραφέας και σκηνοθέτης John Malkovich.



Εικόνες: Ματωμένος Γάμος , Σαλώμη,  Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, Οιδίπους Τύραννος , Ο Γλάρος , Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας, Τρωάδες, Περιμένοντας τον Γκοντό, Λεωφορείοο Πόθος  Βασιλιάς Ληρ, Με τα δόντια

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Παρασκευή στην Πανόρμου


Οι κουτσουπιές στο δρόμο πήραν να ροδίζουν· μέχρι τη μέρα που και πάλι θα κρεμαστεί σε μια από αυτές  ο Ιούδας, θα είναι ολάνθιστες. Παλιά ακόμα κι οι προδότες είχαν φιλότιμο. Σήμερα ούτε τσίπα  δε διαθέτουν.

Γοργό βήμα χθες τ` απόγευμα για το μετρό. Δε βιάζομαι. Τα νεύρα είναι που δίνουν ρυθμό. Συνάντησα βλέπεις γνωστό και με το “καλησπέρα” έφερε την κουβέντα στις εκλογές κι ύστερα άρχισε προπαγάνδα για κόμμα που ούτε τ` όνομά του δεν πληκτρολογώ. Και επειδή κατάλαβες για ποιο λέω, μην τολμήσεις να το αναφέρεις σε σχόλιο. Θα το κόψει μαχαίρι η λογοκρισία και το κρίμα της, όλο στο λαιμό σου.

Πανόρμου ή Αμπελόκηπους; Το σκέφτομαι, το ξανασκέφτομαι και την τελευταία στιγμή πριν κλείσουν οι πόρτες, βγαίνω Πανόρμου. Λουίζης Ριανκούρ. Ακόμα κρατάει κάτι ανησυχητικό το όνομα αυτού του δρόμου. Σλάλομ ανάμεσα στα αυτοκίνητα μαζί με την ηλικιωμένη που προηγείται με μια σακούλα ψώνια. Μπατάρει πότε από τη μια πότε από την άλλη, μαούνα σωστή. Στο τέλος όμως, στην άλλη όχθη της Πανόρμου το βλέμμα σκαλώνει σε μια λευκή πατούσα – η πρώτη φετινή- σε πέδιλο. Πρώιμη, σα μυγδαλιά ανθισμένη το Φλεβάρη.

Δεξιά για Δαναό, χωρίς να ξέρω τί παίζει, έτσι απρογραμμάτιστα στη μέση της προβολής ή αριστερά για τη δουλειά που ξεκίνησα; Ας το αφήσω στην τύχη. Ότι επιλέξει η λευκή πατούσα. Πάει αριστερά. Στη λεπτή αλυσίδα γύρω από τον αστράγαλο περασμένο ένα κοχύλι . “Να δεις που ήταν εκεί όλο τον χειμώνα κρυμμένο κάτω από κάλτσες”, σκέφτομαι κι εκείνη στρίβει κι ανηφορίζει την Καρύστου.

Ο παππούς που προηγείται, ογδόντα φεύγα, διαλέγει ανοιχτή πράσινη λαδομπογιά για τα κάγκελα. “Τώρα ξέρω τι θα ψηφίσεις στις εκλογές μπάρμπα Νίκο” τον πειράζει ο καταστηματάρχης κι ο παππούς  μουρμουρίζοντας θυμωμένος κάτι για μειωμένες συντάξεις και αυξημένα χαράτσια, αλλάζει γνώμη και πάει σε κλασσικό σκούρο πράσινο “...κυπαρισσί δώσε μου”. Την ώρα που πληρώνει -κέρμα κέρμα το ποσό- για να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία, δηλώνει περήφανος Παναθηναϊκός.

Βγαίνω από το μαγαζί με ένα πεντάκιλο άσπρο πλαστικό και με ένα άθλιο πινέλο που ξέρω ότι αύριο, μέχρι να τελειώσω τα παρτέρια θα έχει μαδήσει για τα καλά. Συνεχίζω προς την Αλεξάνδρας. Έχουν ανάψει φώτα μα η μέρα κρατάει ακόμα. Δε μετράω κλειστά μαγαζιά, προσέχω μόνο ένα καινούριο: ενεχυροδανειστήριο. Λίγο πιο κάτω σταματάω για τσιγάρα.

Να πάρεις και μια σημαία” μού λέει καθώς πληρώνω η γυναίκα στο ψιλικατζίδικο. Πάνω στο ψυγείο των παγωτών που φαίνεται ότι είναι εκτός λειτουργίας, καμιά εικοσαριά μικρές γαλανόλευκες καρφωμένες σε φελιζόλ. “Δεν είναι πλαστικές” συνεχίζει κι εγώ τη ρωτάω πολύ σοβαρά:“Τί είναι η πατρίδας μας;” Αιφνιδιάζεται για μια στιγμή, μετά γελάει, προφανώς δεν έχει απάντηση στο παλιό ερώτημα και συνεχίζει απτόητη: “Είναι καλό το ύφασμά τους και το κοντάρι ξύλινο”.

Χωρίς σημαία, στάση για τσιγάρο σε ένα παγκάκι της πλατείας Αγίου Δημητρίου. Από τα μεγάφωνα της εκκλησίας ακούγονται οι Χαιρετισμοί. Εισπνέω αναζητώντας μυρωδιά βιολέτας στον αέρα. Ούτε ίχνος· μόνο σκόνη και καυσαέριο από την Πανόρμου. “Έπρεπε να ήμουν τώρα στο Μυστρά” σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι αν ένας φίλος που ξέρω ότι βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια εκκλησία στο Μυστρά θα σκέφτηκε να ανάψει ένα κερί και για μένα.

Δίπλα μου ήρθε και κάθισε μια γυναίκα. Παραμιλάει χαμηλόφωνα ψάχνοντας με μανία τις τσέπες της. Στο άλλο παγκάκι, λίγο πιο πέρα, μια παρέα μεταναστών κατεβάζει λαίμαργα μπύρες από το περίπτερο. Στη μέση της πλατείας δυο πιτσιρίκια πιασμένα χέρι χέρι βολτάρουν χωρίς προορισμό φλυαρώντας. Ύστερα ο μικρός σταματάει την αγκαλιάζει και τη φιλάει. Δεν πρέπει να είναι πάνω πέντε χρονών, οπότε υπολογίζω ότι θα είναι το πρώτο τους φιλί.

Ανάβω δεύτερο ενώ από τα μεγάφωνα της εκκλησίας ακούγεται: “Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί."   Η γυναίκα στο μεταξύ άφησε τις τσέπες κι έπιασε την τσάντα της. Αδειάζει νευρικά το περιεχόμενο στο παγκάκι και σηκώνομαι για να το αφήσω όλο στη διάθεσή της. Άλλωστε αν μείνω κι άλλο, σε λίγο θα ακουστεί το ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν” και δεν νομίζω ότι θα το αντέξω.

Δύο μερίδες φαγητό από το εστιατόριο πιο κάτω, μια γι απόψε που βαριέμαι να μαγειρέψω και μια για αύριο που θα είμαι όλη μέρα στο βάψιμο. “Να βάλω και ψωμί;” ρωτάει η κοπέλα. Ούτε ψωμί έχω στο σπίτι, εκείνη έχει Μάρτη στο χέρι της, “δύο μερίδες” της λέω και πριν βγω από το μαγαζί έχω ήδη τσιμπήσει τη γωνία.

Στο Νιρβάνα παίζεται Η Πηγή των Γυναικών. Σε πέντε λεπτά αρχίζει η δεύτερη προβολή αλλά πώς να πας Παρασκευή βράδυ σινεμά κουβαλώντας ένα πεντόκιλο δοχείο πλαστικό και δυο μερίδες φαγητό; Κατεβαίνοντας στο σταθμό του μετρό στους Αμπελόκηπους μια κοπέλα που βγαίνει βιαστική μού δίνει το εισιτήριό της. Κάτι μου λέει ότι πηγαίνει σινεμά. Λίγο μετά, όρθιος στο βαγόνι με τις σακούλες στα πόδια μου κοιτάζω το εισιτήριο. Είχε ακυρωθεί στον σταθμό της Ακρόπολης στις 19 και 36.



στον κύριο Σελιτσάνο 





Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ποίηση Ρεφενέ



Η σημερινή Παγκόσμια Μέρα Ποίησης ήταν απλώς η αφορμή για την πρόσκληση που έστειλα προχθές σε μερικούς e-φίλους. “Ελάτε την Τετάρτη” τους είπα “αλλά να έχετε μαζί σας ένα ποίημα. Οποιοδήποτε ποίημα ή απόσπασμα.” Ο μόνος περιορισμός που τέθηκε -για ευνόητους λόγους- ήταν η σχετικά μικρή έκταση.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ λοιπόν σε όλους, αλλά και στον καθένα ξεχωριστά για την άμεση ανταπόκριση στην πρόσκληση και κυρίως για τις -ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε- εξαιρετικές επιλογές τους. 


· · * · ~ ·   

Σταμάτη Πολενάκη

ΗΜΙΤΕΛΕΣ

Ο λόγος είναι έτσι φτιαγμένος
θέλω να πω, αδύνατο να βρεθεί
νυχτιάτικα η φράση που θα ολοκληρώσει
αυτό το ποίημα


· · * · ~ ·  


Τετάρτη των Τεφρών

Διότι γνωρίζω πως ο χρόνος είναι πάντα χρόνος
Και ο τόπος είναι πάντα και μόνο τόπος
Και ότι είναι τωρινό είναι τωρινό για μόνο μια φορά
Και μόνο για έναν τόπο
Χαίρομαι που τα πράγματα είναι όπως είναι και
Απαρνούμαι την ευλογημένη μορφή
Κι απαρνούμαι την φωνή
Διότι δεν μπορώ να ελπίζω να γυρίσω πάλι
Χαίρομαι συνεπώς, έχοντας να οικοδομήσω κάτι
Πάνω στο οποίο να χαίρομαι

Μετάφραση Αριστοτέλης ΝικολαϊδηςΕκδόσεις Κέδρος
εδώ σε μετάφραση Τάκη Κουφόπουλου


· · * · ~ ·  


Body and Soul

There is a joke it goes in Greece
that summer there was a futbol
match and the husband had
lost his lady. BITCH he shouted
after her WHORE WOMAN HEY YOU
BITCH. Greece is civilized
the cop said call your wife
by name. I can’t the man
said. Call her name
the cop said. Not allowed
the man said. Call her name I said the cop
said if you don’t the man said in the Greek futbol
stadium he said
ELEUTHERIAAAAAAAAA

 
· · * · ~ ·  




Αλλά θα σηκωθείς! Αυτό που σε τούτο τον κόσμο ονομάζουμε Θάνατο, είναι μία πτώση στο στερέωμα.
Αλλά θα δεις! Σε τούτο τον κόσμο, να κλείνεις
Τα βλέφαρα, είναι μία γέννηση στο φως.
Ο θάνατος, μικρό μου, δεν είναι  να κοιμάσαι, αλλά να εγείρεσαι:Δεν είναι να κοιμάσαι, αλλά να επιστρέφεις.
Αρμένισε, μικρό μου! 'Ενα σκαλοπάτι ήδη το έχεις
Διαβεί...


 · · * · ~ · 




Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

μετάφραση:Χ. Λάζος

· · * · ~ ·  


Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β'
ΙΧ

Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σαν να 'τανε βγαλμένη
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.


· · * · ~ ·  


Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ' όσους διψάν για χίμαιρες γέρνεις
την κούπα σου που 'ναι πάντα αδειανή.

Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί στ' αυτί που σπαράζει,
χυμάς και γλείφεις σαν το σκυλί.


· · * · ~ ·  



Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
Μα πιθανόν η αιτία ναταν άλλη
του πληγωμένου και δεμένου ώμου.
Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
απένα ράφι για να κατεβάσει κάτι
φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
λύθηκεν ο επίδεσμος κέτρεξε λίγο αίμα.
Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως· γιατί δεν πονούσε,
και μάρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.


· · * · ~ ·  

Ο μάντης, 1994

Τότε ήταν που άρχισα να βλέπω. Βαθιά να βλέπω, σε δίστομη όραση θητεύοντας. Το πίσω απ' την εικόνα, το έξω, κι ό,τι οι θεοί είχανε τάξει της σκιάς. Τα δέντρα, απ' τις ρίζες και κάτω μονάχα, εξόριστος πια όπως ήμουν από την ήπειρο του φαινομένου, του απλώς και αμέσως καλού. Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δύο φορές στα ίδια του να μπω, τα μελλούμενα να 'ναι από πριν παρελθόντα. Σκοτεινόβιος πορεύτηκα και στους άλλους το φως μου εδάνειζα, και συχνά μ' αποστρέφονταν. Κι ώς τον Αδη κατέβηκα, των θεών και του είναι μου. Και τρομάζω ακόμα να πω ποιος πιο άγριος ήταν.


· · * · ~ ·  

Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος

Ποτέ στ΄ αλήθεια δεν τομαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν΄ ομοιώματα
φρενάκη
φρεναπάτη;
φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν΄ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν
ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

· · * · ~ ·  

Γιάννη Ρίτσου

Ἡ ἀράχνη

Κάποτε, μιὰ τυχαία κι ἐντελῶς ἀσήμαντη λέξη
προσδίδει μιὰ ἀπροσδόκητη σημασία στὸ ποίημα,
ὅπως π.χ. στὸ ἐγκαταλειμμένο ὑπόγειο, ὅπου
κανεὶς δὲν κατεβαίνει ἀπὸ καιρό, τὸ μεγάλο, ἄδειο κιοῦπι.
στὸ σκοτεινό του χεῖλος περπατάει χωρὶς νόημα μιὰ ἀράχνη,
(χωρὶς νόημα γιὰ σένα, μὰ ἴσως ὄχι γιὰ κείνην).
Ποιήματα 1958-1967, τόμ. Θ´
ἔκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989

· · * · ~ ·  

Μονόχορδα
4.Οι λέξεις που έμειναν έξω απ' το ποίημα, φοβούνται.
24.Φώναζε δυνατά μην καταλάβουμε πως από χρόνια είχε σωπάσει.
149. Πρώτα η ζωή, κι όχι η σκέψη, σου δίνει δικαίωμα στο λόγο.

167.Το βουνό, η θάλασσα κ' ένα γυμνό κορίτσι πίσω απ' τα ηλιοτρόπια
184. Κατέβασαν τις σημαίες. Μπήκαν στα σπίτια τους. Μετράνε τα λεφτά τους.
185. Πουλί, και πώς να μάθει το τραγούδι του στα ψάρια;
195. Όλες οι λέξεις δεν σου φτάνουν για να πεις το τίποτα.
202.Ανάβω στίχους να ξορκίσω το κακό που πλάκωσε τη χώρα
264.Τον πρώτο λόγο δεν τον είχε πάντα η ποίηση. Τον τελευταίο, πάντα.
· · * · ~ ·  
Με κυκλώνει απόψε

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει το αιωρεί πάνω απ' την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρεα στα πόδια του.

· · * · ~ ·  


Μη με σταματάς, ονειρεύομαι

Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες».
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη».
Τα σύνορα τους στρατούς.
Όλα η ιδιοκτησία
Βία γεννάει Βία.
Μη τώρα. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν΄ αποκαταστήσουμε
Του ηθικού δίκαιου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα την Ζωή.
Και την Ζώη πράξη.

Roadartist
· · * · ~ ·  

ΙΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ' ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
κανένας με γνώριζε.


Από τη συλλογή Εποχές (1945)
· · * · ~ ·  
Μα δε θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα

Μα δε θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα
Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά
Θα κάψω και το τελευταίο μου φυσέκι.
αφού ανεβάσει στα οστά μου ο υδράργυρος
όπως σε θερμόμετρο.
Κάμποσες μέρες θα τρέφομαι από την τελευταία σου λέξη.
Ύστερα θα φάω από τη μεσίστια σκέψη μου.
Ύστερα ότι θέλει ας γίνει.

(Ποιήματα 1943-1987, εκδόσεις Άγρα)



· · * · ~ ·  



Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν
Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει



· · * · ~ ·  



Τὸ σῶμα σου τὸ φόρεσαν κονκάρδα
αὐτοὶ ποὺ πρόδωσαν αὐτοὶ ποὺ ξέχασαν αὐτοὶ ποὺ πᾶνε
αὐτοὶ ποὺ ἔχει στὸ στόμα τοὺς παγώσει
τὸ λίπος τῶν μελὸ ἐπιτάφιων λόγων
καὶ τῶν ἐπίκαιρων στίχων.
Οἱ βιρτουόζοι
τῶν γυναικείων λυγμῶν
καὶ τῶν ὡραίων ἀναστεναγμῶν
καὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν Σᾶς ἄρεσε;
Καλὸ δὲν ἦταν;… Εὐχαριστῶ!
Γλυκιά μου Μαίριλυν κι ἀκόμα πιὸ γλυκιὰ
ὅταν οἱ τίμιοι θολώνουν καὶ σὲ λὲν πουτάνα
γλυκιά μου Μαίριλύν μᾶς ἄφησες ἕνα στόμα
νὰ σεργιανάει στοῦ κόσμου τὶς πληγές. 



· · * · ~ ·  

Κ.Π. Καβάφη


Aδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν· που, κι εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τ’ άλλα— ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες...


· · * · ~ ·  



Ουίλιαμ Σαίξπηρ
Όπως ένας αδέξιος θεατρίνος
πόλο ξεχνάει τα λόγια του, αγχωμένος,
και σαν το άγριο, λυσσασμένο χτήνος,
που την καρδιά του τρώει περίσσιο μένος,
έτσι κι εγώ, που νανοιχτώ φοβάμαι,
ξεχνώ τα λόγια της αγάπης τάγια·
λειωμένος απτο εντός μου πάθοςνα με,
και με λυγούν βαριά του έρωτα μάγια.

Μετάφραση:Παναγιώτης Πάκος
Τσαλαπετεινός