Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιράκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιράκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Kunkush κι οι γάτες του Ατζανού

  

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής, τριαντάρης τότε ψαράς, είχε δέσει με σκοινί την τρίχρονη κόρη του Πελαγία στη μέση της γυναίκας του, που φυλούσε στην αγκαλιά της τον ασαράντιστο Δημητράκη, ανέβασε την οικογένεια στον δεκάμετρο κοκκινομπλέ Γαρύφαλλο του αφεντικού, βοήθησε να βολευτούν όπως όπως και οικογένειες γειτόνων, και σε απανωτές διαδρομές μαζί με τους άντρες από άλλα τρία ψαροκάικα και ποσταλάκια σήκωσαν όλο τον Ατζανό και τον άδειασαν απέναντι.

  Και κάθονταν μετά να κοιτάνε τους καπνούς. Σμύρνη και τα λοιπά, τα γνωστά. Το άλλο πρωί Γαρύφαλλος και Τριαντάφυλλος πουθενά. Το παράλλο τα ίδια.

  Ο σγουρομάλλης ψαράς με τα καστανά μάτια, που όταν βούρκωναν φούσκωναν και μύριζαν καφέ με καϊμάκι, πήγε να σκάσει γιατί ξέχασε στη Μικρασία τη γάτα του. Ένα μήνα πριν το φευγιό η Μαρίτσα, έγκυος, με μια οχιά διπλοτυλιγμένη στην κοιλιά της σύρθηκε μισοπεθαμένη μέχρι το μώλο και στάθηκε μπροστά στον Γαρύφαλλο νιαουρίζοντας ξεψυχισμένα.

  Δυο άντρες που μπάλωναν τις αλαμάνες και τα σαρδελιά έσπασαν μια ψαροκασέλλα, μοιράστηκαν τις σανίδες και κοπανούσαν το φίδι μέχρι που του 'λειωσαν το κεφάλι.

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής γύρισε απέναντι να ψάξει τη Μαρίτσα και τα τρία της γατιά.

  Εφτά μέρες μετά, ενώ πια η γυναίκα του τον έκλαιγε και ο αφεντικός του έκλαιγε και τον εργάτη και το καΐκι του, δεκάδες Ατζανιώτες στέκονταν βουβοί και σκούροι μωβ, σαν το σούρουπο στα βραχάκια της Λέσβου, να κοιτούν τα δυο λουλούδια τους, Γαρύφαλλο και Τριαντάφυλλο, να επιστρέφουν, και να ακούνε ένα χαλασμό από νιαουρητά. Το καΐκι ερχόταν γιαλοπερίγελα κουβαλώντας την τελευταία φουρνιά της προσφυγιάς, τις εικοσιεπτά γάτες του Ατζανού, όσες ξετρύπωσε ο ψαράς γυροφέρνοντας με προφυλάξεις την κωμόπλη -φάντασμα.

  Τις μοίρασε στους αφέντες τους, οι Γιατζόγλου πήραν τη Χανούμ, ο Γιοβανάκης την Κική του, οι Χειριμπέρηδες τηνΑθηνά τους, η Ελένη την Ελένη της κι ο Σωτήρης τον Σωτήρη του, αλλά κανείς τους, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε μετά, δεν πήρε κουβέντα από τον παράτολμο Τριαντάφυλλο για όσα είδε πίσω. Ρώτα τη γάτα να σου πει την ιστορίας της, απαντούσε και έφυγε μακριά.

Από το 1922 δεν ξανασήκωσε τα μάτια στον έναστρο ουρανό. Έπαθε ατονία των νεύρων και το 'ριξε στις γάτες, να τις χοντραίνει με άφθονα κοκκάλια και καταμάχια, άφηνε μάλιστα την αρχική και όλες τις κατοπινές Μαρίτσες να φωλιάζουν στα γλωσσόδιχτα και στα μπαμπουνερά και εκμεταλλευόμενες την αδυναμία του να τα ξεσκίζουν με τα νύχια και τα σάλτα τους.

Τα μάτια πάντως του Τριαντάφυλλου Αυγουστή, όλο και πιο συχνά υγρά, μοσχομύριζαν ακόμα άναβαν την Ελευθερία του, τα τζάμπα καϊμάκια η μόνη χαρά στην ανέχεια εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι όλο φεύγανε, όλο χάνανε.


Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Σουέλ των εκδόσεων Καστανιώτη. Το θυμήθηκα σήμερα που έμαθα ότι ένας άλλος πρόσφυγας γάτος, ο Kunkush από το Ιράκ, που χάθηκε στη Λέσβο, βρήκε τελικά μετά από μήνες την οικογένειά του στην Νορβηγία. 




Η φωτογραφία από εδώ

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Άμμος Χαλάσσης


Τον ψάχνω καιρό τώρα.

Τον είχαν στείλει για ρύζι· δεκαπέντε κιλά. Τόσο αγόραζαν πάντα και δεν τους έφτανε ούτε για μια βδομάδα. Όταν έπεσε η πρώτη βόμβα δεν είχε προλάβει να φτάσει στην αγορά. Ο ήχος των αεροπλάνων του Σαντάμ, λάμψεις, εκρήξεις, σκόνη, κραυγές. Τρόμου και πόνου. Να μην ξεχωρίζεις ποιες ήταν πιο σπαραχτικές. Από το σημείο που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή μέχρι το σπίτι -ούτε δέκα λεπτά απόσταση- έκανε να φτάσει πάνω από ώρα. Αυτή τη φορά το σπίτι τους ανέγγιχτο δίπλα σε άλλα που ήταν ερείπια. Έψαξε κάθε γωνιά και δεν βρήκε κανένα. Ετοιμαζόταν να φύγει για τις σπηλιές -εκεί που έβρισκαν καταφύγιο κάθε φορά που δεχόταν αεροπορική επιδρομή- όταν άκουσε κλάμα. Στα ερείπια του διπλανού σπιτιού βρήκε χτυπημένη στο πόδι μια συνομήλική του, μόλις δεκαέξι, έγκυος στο μήνα της. Την φορτώθηκε. Πλάτη με πλάτη, όσο μπορούσε πιο προσεκτικά. Πήρε να ανηφορίζει για τις σπηλιές. Μετά από λίγο κι άλλη επιδρομή. Ριπές, σκόνη. Καλύφτηκε κι όταν πέρασαν τα αεροπλάνα συνέχισε. Ένιωθε μούσκεμα. “Ιδρώτας”, σκέφτηκε. Προχωρούσε αγκομαχώντας από το βάρος που βήμα το βήμα γινόταν μεγαλύτερο. Προχωρούσε ως τη στιγμή που είδε αίμα να στάζει από το σώμα του. Όχι σταγόνες. Ποτάμι. Σταμάτησε, τη ρώτησε αν είναι καλά, εκείνη δεν απάντησε, γονάτισε και την ακούμπησε χάμω ανάσκελα. Μέσα από την ανοιχτή κοιλιά της είδε το παιδί να σαλεύει μια στιγμή μέσα στα αίματα, μέχρι που έσβησε κι αυτό.

Τηλεφώνησα πολλές φορές μα δεν απαντά.

Ένα χρόνο μετά, πήρε απόφαση να φύγει από το Ιράκ. Πρώτα Ιράν για μερικά χρόνια, μετά Τουρκία και τέλος εδώ. Παράνομα. Πέρασε κολυμπώντας σα σκυλί τον Έβρο με τα χαρτιά σφιχτά στα δόντια μέσα σε νάιλον σακούλα κι έφτασε μέχρι την Αθήνα· με τα πόδια. Περπατούσε μόνο βράδυ παράλληλα με την Εθνική οδό. Τις μέρες κρύβονταν. Στην Αθήνα τον συνέτρεξαν άλλοι Κούρδοι. Βολεύτηκε. Βρήκε δουλειά σε εργολάβο, αξημέρωτα πήγαινε, νύχτα γύριζε σπίτι. Όλη μέρα στις οικοδομές κι ύστερα στη βιοτεχνία κουφωμάτων που είχε το αφεντικό. Έξι μέρες τη βδομάδα και μερικές φορές επτά. Ανάλογα με τη φούρια. Κι εκείνα τα χρόνια είχε μεγάλη φούρια. Σαράντα ευρώ τη μέρα. Κι ο εργολάβος του χρωστούσε ένα χιλιάρικο δουλεμένα μεροκάματα. Άλλα τόσα τού είχε φάει ένας δικηγόρος. Ο επόμενος δικηγόρος, απλώς “έχασε” όλα τα χαρτιά του. Το πήρε απόφαση ότι θα είναι παράνομος. Έτσι για χρόνια ήταν δουλειά -σπίτι, σπίτι -δουλειά. Ούτε μια φορά έξω για καφέ. Για μια βόλτα. Από φόβο.

Πέρασα από το σπίτι του. Κατάκλειστο.

Φάτσα φαγιούμ. Σκοτεινή κι αγέλαστη. Μεγάλα μάτια ολοστρόγγυλα. Μαύρα. Μέτριο ανάστημα, σωματική διάπλαση που καθόλου δε μαρτυρούσε την απίστευτη αντοχή του. Ούτε τη δύναμη. Τον βρήκα άνοιξη του 2005. Κοντά τρεις μήνες γκρεμίζαμε και χτίζαμε παρέα. Κουβάλησε ατέλειωτα μπάζα, έριξε τσιμέντο, έριξα μέσα στο χαρμάνι κάτι ψιλά για να στεριώσει, έχτισε καινούριους τοίχους, τους σοβάτισε, κάψαμε πορτοπαράθυρα, τα τρίψαμε μέχρι που φάνηκε το ξύλο, τα στόκαρα -στις λεπτοδουλειές δεν έπιανε το χέρι του- τα έβαψα. Στα διαλείμματα για φαγητό και καφέ τα λέγαμε. Με λόγια, αλλά κυρίως με νοήματα. Στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί μετά, άρχισε κουτσά στραβά να μαθαίνει ελληνικά. Μόνο το “θ” δεν μπορούσε να προφέρει. Όσο και να προσπαθούσε, “Χ” του έβγαινε. Έτσι, έλεγα κι εγώ όπως εκείνος: “Άμμος χαλάσσης”. Για να συννενοούμαστε. Μάθαινε αυτός ελληνικά κι εγώ, μέρα με τη μέρα, μάθαινα κάτι καινούριο για εκείνον και την οικογένειά του που είχε μείνει πίσω, σε μια μικρή πόλη του Ιράκ κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Για το σπίτι τους που μεγάλωνε καθώς μεγάλωνε η οικογένεια και το ξανάχτιζαν κάθε φορά που τους βομβάρδιζε ο Σαντάμ. Για τον πατέρα του, τις τρεις “μαμάδες” που γεννοβόλησαν 16 παιδιά και κανένα από αυτά δεν τις ξεχώριζε. Κυρίως όμως μιλούσε για τη δίδυμη αδελφή του που τού έλειπε πιό πολύ απ` όλους. Όταν τελειώσαμε κι έπιασε δουλειά με το μάστορα που μού είχε περάσει τα πλακάκια στο δάπεδο και στο μπάνιο, λυπήθηκα. “Θα έρχομαι να σε βλέπω. Εδώ, εσένα έχω αδελφό”, μού είπε την τελευταία μέρα. Και κράτησε το λόγο του. Ερχόταν πότε πότε, τηλεφωνούσε συχνά για να μού πει τα νέα του και να μάθει τα δικά μου. Τηλεφωνούσε πάντα στις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, για να μού ευχηθεί “Χρόνια Πολλά”. Εγώ πάλι είχα το νου μου να μη ξεχάσω να τον πάρω στο ραμαζάνι. Την επόμενη χρονιά, άμα άκουσε ότι απολύθηκα, την ίδια κιόλας μέρα ήρθε με τα ρούχα της δουλειάς και μού έφερε λεφτά. Αρνήθηκα, αλλά επέμενε να τα κρατήσω μέχρι να ξαναβρώ δουλειά. Με έσωσε τότε ο Κούρδος αδελφός μου.

Ξαναπέρασα από το σπίτι του. Τα ίδια.

Καλοκαίρι του 2007, με πέτυχε στη “χάλασσα” και ρωτούσε επίμονα να μάθει πότε θα γύριζα. Μόλις είχε γνωρίσει “ένα κορίτσι από το Βουλγαρία” και ήθελε οπωσδήποτε να τη δω. “Άμα σ` αρέσει εσένα, καλή θα είναι” τού είπα στο τηλέφωνο, μα εκείνος επέμενε: Τέσσερα μάτια, βλέπουν καλύτερα από δυο”. Ταίριαζαν. Λιγομίλητος και μαζεμένος αυτός, τσαούσα εκείνη. Τους άκουσα να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλον, στα ελληνικά -την κοινή τους γλώσσα- κι έδωσα την έγκριση που επιζητούσε. Πρώτη φορά στο σπίτι του πήγα τη μέρα του γάμου. Μού είπε να πάω σε ένα κεντρικό σημείο στο Περιστέρι. Ήρθε να με πάρει ντυμένος με την παραδοσιακή στολή της περιοχής του. Ζήτησε και τού την έστειλαν. Χοντρή μαύρη τσόχα μέσα στη ζέστη τέλη εκείνου του Αυγούστου που καιγόταν η Ελλάδα από ασύμμετρη απειλή. Σε μια γκαρσονιέρα νοικοκυρεμένη, καμιά τριανταριά οι καλεσμένοι. Φίλοι του Κούρδοι οι περισσότεροι και μερικές Βουλγάρες, φίλες της νύφης που φορούσε ένα απλό άσπρο φόρεμα. Στο λαιμό της γυάλιζε ένα μεγάλο χρυσό μενταγιόν με την Ακρόπολη. Ο ιμάμης από τα Μεσόγεια, άργησε λίγο να φτάσει. Έγινε η τελετή κι ύστερα φάγαμε όλοι μαζί παϊδάκια κοτόπουλο από κοντινό ψητοπωλείο. Χωρίς στάλα αλκοόλ. Όταν όμως στη συνέχεια ερχόταν σπίτι μου οι νιόπαντροι εκείνος πότε πότε έπινε καμιά μπύρα. Τον πείραζα ότι δεν είναι καλός μουσουλμάνος κι έλεγε για να δικαιολογηθεί: “Δεν έχει πολύ αλκοόλ”. Παρά τις προσπάθειες της τσαούσας -και προσπάθησε πολύ- και παρά τον γάμο με πολίτη της ευρωπαϊκής ένωσης εκείνος δεν κατάφερε να αποκτήσει  νόμιμα χαρτιά. Συνέχισε να αποφεύγει τις άσκοπες εξόδους. Δουλειά σπίτι. Σπίτι δουλειά κι οι δυό τους. Και πολύ σπάνια, στα ρεπό τους για καφέ. Όταν άρχισαν να γίνονται συχνές οι επιθέσεις σε αλλοδαπούς τηλεφωνούσα πιο τακτικά για να του πω να προσέχει τα θρασίμια- χρασίμια τα είπα κι ας μην κατάλαβε- με τις μαύρες μπλούζες. Τελευταία φορά μιλήσαμε τη μέρα που ανακοινώθηκε κι εξαπολύθηκε το όνειδος του Ξένιου Δία.


Τους ψάχνω δυο χρόνια τώρα. 


H εικόνα από εδώ.


Το σημερινό κείμενο είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.




Συμμετέχουν ακόμα:

 6ο Σύνταγμα Πεζικού, Βιβλιοθηκάριος

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Η σκόνη αυτού του κόσμου



Εκείνη τη χρονιά γιορτάσαμε τα γενέθλια της Λ. στο Galaxy της Σταδίουε στενό φιλικό κύκλο", μόνο η παρέα, όρθιοι,  στριμωγμένοι στο μακρόστενο μπαρ που ήταν γεμάτο κι όχι όπως παλιότερα στο σπίτι της, σε εκείνα τα αξέχαστα πάρτι που άρχιζαν στις 7 το απόγευμα και τελείωναν ξημερώματα, αναγκαστικά, όταν η αστυνομία χτυπούσε πια για τρίτη φορά την πόρτα. Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, οι αναμνήσεις αυτής της βραδιάς έχουν διασωθεί αποσπασματικά,  σαν ξεθωριασμένες εικόνες μέσα από τον συνεχόμενο καθρέφτη, στην μια πλευρά του Galaxy απέναντι από τη μπάρα του κυρίου Γιάννη, θολές από τον καπνό των τσιγάρων.

Θολές και από την υπόγεια ένταση που προκαλούσε ένα τελεσίγραφο που έληγε εκείνο το βράδυ. Είχε περάσει ένας μήνας και κάτι από τη μεγάλη διαδήλωση κατά του προαναγγελθέντος πολέμου στο Ιράκ, όπου είχαμε κατέβει με τα δικά μας ευφάνταστα πανώ που μάλιστα την επόμενη μέρα τα είδαμε να φιγουράρουν σε μερικές εφημερίδες. Το αποκλειστικό θέμα συζήτησης,  βέβαια, ήταν αν θα γινόταν εισβολή, πόσο θα κρατούσε και κυριώς οι συνέπειές της.

Έφυγα γύρω στις δύο. Διέσχισα τη στοά και βγήκα στη Σταδίου. Ψιλόβρεχε κι είχε αρχίσει να μυρίζει άνοιξη. Μόλις έφτασα στο σπίτι και πριν καν βγάλω το παλτό, άνοιξα την τηλεόραση. Στη ΝΕΤ η Χούκλη κι ο Τσίμας, εμφανώς νυσταγμένοι, προέβλεπαν ότι μάλλον δεν θα γινόταν τίποτα εκείνη τη νύχτα. Η βεβαιότητά τους με παρέσυρε, έκλεισα την τηλεόραση στις 4.30 και έπεσα για ύπνο. Ακριβώς δύο λεπτά αργότερα ξεκίνησε η επιχείρηση με το χολιγουντιανό τίτλο Σοκ και δέος με σφοδρούς βομβαρδισμούς της Βαγδάτης, ενώ παράλληλα οι χερσαίες δυνάμεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, εισχωρούσαν στο νότιο Ιράκ.

Τις επόμενες ημέρες η παγκόσμια κοινότητα παρακολούθησε τη διεξαγωγή του πολέμου on line. Ασθμαίνοντες ανταποκριτές, που τις φωνές τους κάλυπταν τα βομβαρδιστικά, μετέδιδαν τη φρίκη ενός ακόμα πολέμου από το ξενοδοχείο Παλαιστίνη στην ανατολική όχθη του Τίγρη, ενώ το σκοτεινό φόντο του πλάνου ξαφνικά κοκκίνιζε από τις αλλεπάλληλες εκρήξεις. Το κόκκινο επανερχόταν στις οθόνες όταν τα τηλεοπτικά συνεργεία –σε στιγμές ανάπαυλας των αεροπορικών επιδρομών- βγαίνανε στους βομβαρδισμένους δρόμους και συναντούσαν πληγωμένους άμαχους μπροστά στα ερείπια των σπιτιών τους.


Η Λ. μένει εδώ και μερικά χρόνια στις Βρυξέλλες. Το Σάββατο 19/3 που ήταν τα γενέθλιά της, τηλεφώνησα στο σπίτι αλλά δεν απάντησε κανείς. Επιχείρησα κι αργότερα. Τίποτα. Άρχισα να της γράφω όταν ο Σαρκοζί είπε: “Αυτή την ώρα γαλλικά αεροσκάφη είναι έτοιμα να επέμβουν...” . Άκουσα τις δηλώσεις του και τελείωσα βιαστικά το μεηλ με τα χρόνια πολλά, συμπληρώνοντας στο τέλος σε παρένθεση: “δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν τη μέρα των γενεθλίων σου, τη μια χρονιά να ξεκινάει επέμβαση στο Ιράκ και τώρα στη Λιβύη".


Από εκείνη τη στιγμή και μετά, μόνιμα ανοιχτά δύο παράθυρα στον υπολογιστή, το ένα στο Al Jazeera και το άλλο στο BBC, ενώ στην μικρή οθόνη το ένα δελτίο διαδεχόταν το άλλο. Σωστός ορυμαγδός η συνεχής ροή πληροφοριών. Αναφορές στη έκτακτη συνεδρίαση του συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ της Παρασκευής και στην απόφαση 1973, μετά οι δηλώσεις των ηγετών, η στάση της Κίνας, η «περιορισμένη στρατιωτική δράση» των ΗΠΑ από την ομιλία Ομπάμα στη Βραζιλία , ο Αραβικός Σύνδεσμος, η καθαίρεση του Ρώσου πρεσβευή από το Μεντβέντεφ στη Λιβύη. Παράλληλα ένας μακρύς κατάλογος από μαχητικά αεροσκάφη, CF-18, F-16, Tornado, Tyhpon, τάνκερ, μεταγωγικά, φρεγάτες, αεροπλανοφόρα, υποβρύχια. Συσχετισμοί δυνάμεων. “Η Λιβύη διαθέτει τη δεύτερη καλύτερη αεράμυνα της Αφρικής μετά από αυτή της Αιγύπτου”.

Ενώ ηγέτες και αναλυτές αναφέρονται με απόλυτη βεβαιότητα στην αναγκαιότητα της επέμβασης, ξαφνικά αναδύονται τρεις στίχοι: “Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία/ τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ/πώς η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά.”(1)  Οι ειδήμονες κάνουν προβλέψεις για τη διάρκεια, τον τρόπο, και την έκβαση αυτής της νέας περιπέτειας με την εξόχως ποιητική ονομασία “Αυγή της Οδύσσειας”,  κι αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να είναι σύντομη μια επιχείρηση που το όνομά της περιλαμβάνει τη λέξη Οδύσσεια. Όπως ξέρω πολύ καλά ότι θα αναρωτιέμαι και θα αμφιβάλω διαβάζοντας καχύποπτα και την αντίθετη άποψη, αυτή της μη ανάμειξης, γιατί κι αυτή η όχθη ανοίγει με απόλυτη βεβαιότητα τη δική της βεντάλια επιχειρημάτων για ένα ζήτημα τόσο πολύπλοκο, με τόσες παραμέτρους, με τόσους αστάθμητους παράγοντες.

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ με σιγουριά είναι ότι όσο απομακρύνεσαι, οι πολιορκούμενες πόλεις και οι βάσεις των συμμάχων δεν είναι παρά κουκίδες στο χάρτη της Μεσογείου. Από αυτήν την απόσταση ασφαλείας μπορείς κάλλιστα να διατυπώνεις αφορισμούς για το αν έπρεπε ή όχι να γίνει η επέμβαση, αν καθυστέρησε και πόσο, αν οι Λίβυοι είναι πραγματικοί επαναστάτες ή γιαλαντζί και υποκινούμενοι, αν οι φυλές, αν τα συμφέροντα των συμμάχων, αν αν, αν...

Θα πρέπει κανείς να αλλάξει κλίμακα, να πλησιάσει αρκετά για να ακούσει το κλάμα των παιδιών την ώρα των βομβαρδισμών. Τα ουρλιαχτά των τραυματισμένων. Το μονότονο θρήνο που διακόπτουν οργισμένα الله أكبر  *  στις κηδείες των σκοτωμένων. Θα πρέπει κανείς να πλησιάσει πάρα πολύ, ώστε να μπορεί να μυρίσει τον ιδρώτα της αγωνίας, το πηγμένο αίμα, τη μυρωδιά της καμμένης σάρκας. 

Στις 4.32 τα ξημερώματα, ακριβώς την ώρα της άλλης ξεχασμένης πια επετείου, δεν άντεξα άλλο και βγήκα για μια βόλτα αφήνοντας πίσω μου τις ανοιχτές οθόνες. Έκανε ψύχρα. Ένας σκύλος γάβγιζε κάπου μακριά. Ο ήχος μιας σειρήνας έφτασε επίμονος από τη λεωφόρο κι ύστερα χάθηκε. Ψηλά, πίσω από τα σύννεφα κρυμμένη η πανσέληνος που πλησίαζε στη δύση της. Μεγάλο φεγγάρι. Ωραίο. Σίγουρα κάποιος πιλότος αγγλικού Tornado πετώντας πάνω από τις Ευσπερίδες το έβλεπε την ίδια στιγμή, ακόμα μεγαλύτερο, ακόμα πιο λαμπερό, να φωτίζει τις αχανείς επίπεδες εκτάσεις της Λιβύης. Ένοιωσα το στόμα ξερό, σαν να είχα βάλει μέσα του μια χούφτα χώμα. Ένας αγουροξυπνημένος κότσυφας άρχισε να φλυαρεί πάνω σε μια νεραντζιά. Πλησίασα αθόρυβα. Σταμάτησε το κελάηδισμα και πέταξε μακριά. Τα μπουμπούκια αυτής της άνοιξης δεν είχαν φανεί ακόμα στο δέντρο, όμως σε ένα φύλλο ξεχώρισα στο πρώτο φως της Κυριακής μια σταγόνα πρωινής δροσιάς. Κι είπα, με λόγια δανεικά:

"Για δοκιμή θα ξεπλύνω
τη σκόνη αυτού του κόσμου
με τις σταλίτσες της δροσιάς." (2)


στη Λ. φυσικά 



1.Τίτος Πατρίκιος, Υμνώ το σώμα.
2.Χαϊκού του Ματσούο Μπασο
Allāhu Akbar, ο Θεός είναι μεγάλος.

η εικόνα από εδώ



Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Χέρσα Γη


Ο Τζον Κούλεϊ μερικές μέρες πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ το 2003 είχε πει: « ...φοβάμαι ότι θα είναι ένας πόλεμος μακρύς σε διάρκεια με πολλά δυσάρεστα επακόλουθα. Θα υπάρξει αμερικανική στρατιωτική κυβέρνηση που θα αναλάβει τη διοίκηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα τσακώνονται μεταξύ τους, με τους Αμερικανούς, με τους Κούρδους...θα είναι ένας εφιάλτης. Ίσως είμαι υπερβολικά πεσιμιστής, όμως δεν βλέπω να προκύπτει τίποτα καλό.» Ο βετεράνος Αμερικανός δημοσιογράφος επιβεβαιώνεται απόλυτα σήμερα, έξι χρόνια μετά, αφού η κατάσταση που επικρατεί στο Ιράκ περιγράφεται με τον ευφάνταστο όρο: a kind of violent semi-peace .

Οι πρώτες ενδείξεις για τη διεξαγωγή αυτού του πολέμου είχαν διαφανεί ήδη από τον Ιανουάριο του 2002 όταν ο Τζορτζ Μπους και τα γεράκια της Ουάσινγκτον είχαν προσθέσει το Ιράκ στον Άξονα του Κακού, μαζί με Ιράν και τη Β. Κορέα. Τα σύννεφα που προμήνυαν άλλη μια καταιγίδα στην Μ. Ανατολή άρχισαν να πυκνώνουν στις αρχές του 2003.

Το πουκάμισο όμως για άλλη μια φορά ήταν αδειανό. Η βασική επιχειρηματολογία για τη διεξαγωγή του πολέμου στηρίχτηκε σε δύο σημεία: στην βεβαιότητα ότι το Ιράκ αποτελούσε άμεσο κίνδυνο για τη διεθνή ασφάλεια και ειρήνη, με τα χημικά όπλα που υποτίθεται ότι διέθετε και στην πρόθεση να ανατραπεί το τυραννικό καθεστώς του Σαντάμ και να εγκατασταθεί η Δημοκρατία. Παρ όλο που φαινόταν όλα αυτά καινοφανή, δεν ήταν: «αλλαγή καθεστώτος» δικαιολογούσε τις ενέργειες των ΗΠΑ και εναντίον της Κούβας, 40 χρόνια πριν.

Η συνταγή των επιχειρημάτων, αποδείχθηκε επιτυχημένη στο εσωτερικό των ΗΠΑ- πλην ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων - αφού στηριζόταν στον τρόμο που είχε αφήσει πίσω της η 11η Σεπτεμβρίου αλλά και στην ευγενή πρόθεση της εξαγωγής του πολύτιμου αγαθού της Δημοκρατίας. Το 85% των Αμερικανών τασσόταν υπέρ μιας στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράκ, αλλά η πλειονότητα της παγκόσμιας κοινής γνώμης ήταν κατάφορα αντίθετη στη διεξαγωγή ενός προληπτικού πολέμου, βέβαιη ότι τα κίνητρα ήταν ο έλεγχος των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου της περιοχής και η επίδειξη ισχύος της Νέας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Νομπελίστες, πολιτικοί και διανοούμενοι από όλο τον κόσμο κάλεσαν τον Αμερικανό πρόεδρο να αναλογιστεί τις ιστορικές του ευθύνες σε μια ανοιχτή επιστολή ενώ μαζικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν από τη Τζακάρτα μέχρι τη Μαδρίτη – μια παγκόσμια διαμαρτυρία χωρίς προηγούμενο σε μια προσπάθεια να αποτραπεί ο επαπειλούμενος πόλεμος.

Τα ξημερώματα –ώρα Ελλάδος -της 20ης Μαρτίου του 2003 ήχησαν στη Βαγδάτη οι πρώτες σειρήνες του πολέμου. Η επίθεση με το χολιγουντιανό τίτλο Σοκ και δέος ξεκινούσε με σφοδρούς βομβαρδισμούς ενώ οι χερσαίες δυνάμεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, εισχωρούσαν στο νότιο Ιράκ.

Η πρώτη και σοβαρή παράπλευρη απώλεια αυτού του πολέμου υπήρξε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών που ταπεινώθηκε στερούμενος για άλλη μια φορά τον «αποφασιστικό», «καίριο» και «ρυθμιστικό» του ρόλο για σεβασμό του Διεθνούς δικαίου, για την υποχρέωση των ισχυρών να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις της «συντεταγμένης» παγκόσμιας κοινωνίας, μια που οι ισχυροί στη προκειμένη περίπτωση αγνόησαν την αντίθετη γνώμη του Συμβουλίου Ασφαλείας του οργανισμού. Η αλαζονεία της υπερδύναμης εκφράστηκε με απόλυτο τρόπο δια στόματος Ρίτσαρντ Περλ: «Δόξα τω Θεώ για το θάνατο του ΟΗΕ».

Τις επόμενες ημέρες η παγκόσμια κοινότητα παρακολούθησε τη διεξαγωγή του πολέμου on line. Ασθμαίνοντες ανταποκριτές, που τις φωνές τους κάλυπταν τα βομβαρδιστικά, μετέδιδαν τη φρίκη ενός ακόμα πολέμου από το ξενοδοχείο Παλαιστίνη στην ανατολική όχθη του Τίγρη, ενώ το σκοτεινό φόντο του πλάνου ξαφνικά κοκκίνιζε από τις αλλεπάλληλες εκρήξεις. Το κόκκινο επανερχόταν στις οθόνες όταν τα τηλεοπτικά συνεργεία –σε στιγμές ανάπαυλας των αεροπορικών επιδρομών- βγαίνανε στους βομβαρδισμένους δρόμους και συναντούσαν πληγωμένους άμαχους μπροστά στα ερείπια των σπιτιών τους.

Στις 5 Απριλίου το αεροδρόμιο της Βαγδάτης περνούσε στα χέρια των εισβολέων ενώ τέσσερεις μέρες αργότερα, Αμερικανικές δυνάμεις εισέβαλαν- ανέλπιστα νωρίς, αφού αναμενόταν σθεναρή αντίσταση από τους Φενταγίν - στο κέντρο της Βαγδάτης. Λίγο αργότερα την ίδια μέρα και ενώ ο Σαντάμ ήταν άφαντος, στην πλατεία Φαρντουζ, που στα Αραβικά σημαίνει Παράδεισος, μερικές εκατοντάδες Ιρακινοί με τη βοήθεια ενός αμερικανικού οχήματος γκρέμιζαν από το βάθρο του το άγαλμα του Σαντάμ μπροστά στις συγκεντρωμένες τηλεοπτικές κάμερες που έσπευσαν να καταγράψουν σε αμφιλεγόμενες σκηνές την συμβολική πτώση του καθεστώτος.

Η μακρόχρονη περίοδος της κατοχής μόλις είχε αρχίσει. Στις 22 Απριλίου έφτανε στο Ιράκ ο στρατηγός Τζέι Γκάρνερ με τη ιδιότητα του προσωρινού πολιτικού διοικητή με στόχο να επιβλέψει την ανοικοδόμηση της χώρας, την αποκατάσταση της ομαλότητας και ιδιαίτερα της ασφάλειας και της λειτουργίας του δημόσιου τομέα.

Η υποδοχή του στρατηγού στο «απελευθερωμένο» Ιράκ ποικίλει ανάλογα με την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής που επισκέπτεται: οι Σιίτες του νότου ζητούν την άμεση αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής ενώ οι Κούρδοι του Βορά τον καλωσορίζουν μετά βαίων και κλάδων, ελπίζοντας στα σενάρια για την ανεξαρτησία τους- σενάρια που αν τελικά επαληθευόταν θα προξενούσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις – μια που οι Κουρδικές περιοχές αποτελούν τμήματα των όμορων Ιράκ, Ιράν, Συρίας και Τουρκίας- και μια γενικότερη ανάφλεξη στην περιοχή, με απρόβλεπτες συνέπειες.


Στο μεταξύ τη νέα φρίκη του χάους που επικρατούσε, των λεηλασιών και των συνεχόμενων βομβιστικών επιθέσεων, συμπλήρωνε η παλιά φρίκη του καθεστώτος του Σαντάμ που αναδυόταν με την εκταφή χιλιάδων λειψάνων από ομαδικούς τάφους στο κεντρικό Ιράκ. Ήταν τα θύματα της εξέγερσης των Σιιτών -πλειονότητα σε σχέση με τους σουνίτες- το 1991 που ερχόταν να προστεθούνε στη γενοκτονία του 1988 όταν μία κουρδική κωμόπολη είχε βομβαρδιστεί με αέριο «μουστάρδας» και τα βιολογικά δηλητήρια Ταμπούν, Σαρίν και VX.

Το χημικό οπλοστάσιο –αφορμή της επέμβασης- παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες δεν βρισκόταν πουθενά για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων τον πόλεμο. Μόνο ο Σαντάμ, ο πλέον καταζητούμενος από μια λίστα 55 ονομάτων, βρέθηκε –αναδύθηκε για την ακρίβεια-το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς, μέσα από ένα λαγούμι στα βόρεια της Βαγδάτης για να δικαστεί το 2005 και να εκτελεστεί δια απαγχονισμού τα ξημερώματα της 30ης Δεκεμβρίου του 2006 σε μια δημόσια τελικά εκτέλεση αφού οι σκηνές που κατέγραψε ένα κινητό τηλέφωνο παριστάμενου, έκαναν το γύρο του κόσμου.

Λίγο καιρό μετά την κατάληψη, η διεθνής ειδησιογραφία –και μαζί της η κοινή γνώμη- έστρεφε πια αλλού το ενδιαφέρον της κι έτσι το Ιράκ, όπου δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσεις τα ερείπια της Ιστορίας από τα ερείπια της Κατοχής , σταμάτησε να απασχολεί τα πρωτοσέλιδα. Επανερχόταν όμως πότε- πότε εξ αιτίας μιας ακόμα βομβιστικής επίθεσης- ικανής να προκαλέσει εμφύλιο- των ανατριχιαστικών σκηνών του Αμπού Γκραμπ-που έγινε συνώνυμο του κολαστηρίου- ή των «πρώτων δημοκρατικών εκλογών σε πέντε δεκαετίες» όπου μετρούσαν παράλληλα ψήφους και νεκρούς, ή τέλος, εξ αιτίας των αμερικανών στρατιωτών που επέστρεφαν στην πατρίδα σκεπασμένοι με την αστερόεσσα, ενώ ο Πρόεδρος τους ανανέωνε την παραμονή του στο Λευκό οίκο το Νοέμβριο του 2004.

Η ελπίδα για αποχώρηση των ξένων δυνάμεων διαφάνηκε στην επόμενη προεκλογική περίοδο, όταν ο δημοκρατικός υποψήφιος δεσμεύτηκε για την απεμπλοκή των ΗΠΑ από το Ιράκ, δέσμευση που τήρησε ένα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Μπάρακ Ομπάμα στις 27 Φεβρουαρίου 09, στη ίδια στρατιωτική βάση που ο προκάτοχός του λίγες ώρες πριν τη εισβολή διακήρυξε: «Δεν θα δεχθούμε τίποτα λιγότερο από την ολοκληρωτική και τελική νίκη», δήλωσε με τον άμεσο τρόπο του: «Θέλω να είμαι όσο περισσότερο σαφής μπορώ και να σας πω απλά και ξεκάθαρα: μέχρι τις 31 Αυγούστου 2010, η μάχιμη αποστολή μας στο Ιράκ θα έχει ολοκληρωθεί…» Αγαθή πρόθεση ή απλώς γεωγραφική μετατόπιση στην καυτή μεθόριο στα σύνορα Αφγανιστάν- Πακιστάν και αλλαγή στρατηγικών προτεραιοτήτων;

Στη Βαγδάτη τρεις μέρες νωρίτερα στις 23 Φεβρουαρίου 2009 ο σιίτης πρωθυπουργός, Τζαουάντ Αλ-Μαλίκι –εγγονός ποιήτη και υπουργού παιδείας του Βασιλιά Φεϊζάλ – εγκαινίαζε το Εθνικό Μουσείο του Ιράκ. Το πιο φημισμένο μουσείο στη Μέση Ανατολή τόσο για τους θησαυρούς του από την αυγή του πολιτισμού, όσο και για τις λεηλασίες που υπέστη τις πρώτες μέρες της κατοχής.

Οι ανεκτίμητοι θησαυροί από τη μυθική Μεσοποταμία του Τίγρη και του Ευφράτη που καταστράφηκαν ή χάθηκαν, θα πρέπει να προστεθούν στη μεγάλη λίστα –που διαφέρει από πηγή σε πηγή- των απωλειών αυτού του πολέμου: 1.320.110 νεκροί Ιρακινοί, 4.259 νεκροί Αμερικανοί- περισσότεροι από τα θύματα των δίδυμων Πύργων- και τελευταίο αλλά καθόλου ευκαταφρόνητο σε περίοδο παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το ποσό των 606.125.564.026 δολαρίων.

Η κατάσταση στο Ιράκ σήμερα, έξι χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου παραμένει «βίαια ημι-ειρηνική» αφού οι βομβιστικές επιθέσεις δεν έχουν σταματήσει, αλλά ο καθημερινός αριθμός των θυμάτων έχει μειωθεί αρκετά. Το μεγάλο ερώτημα του επιλόγου δεν μπορεί να είναι παρά ένα: κατά πόσο το Ιράκ, αυτή η Χέρσα Γη* του τίτλου θα μπορέσει μετά από την αποχώρηση και του τελευταίου ξένου στρατιώτη, το Δεκέμβριο του 2011 να γευτεί την ειρήνη και την ασφάλεια που έχει στερηθεί εδώ και πολλές δεκαετίες, χωρίς κανένα «ημι» να εμποδίζει την ανθοφορία των Κρεμαστών της Κήπων.



Η σημερινή ανάρτηση από επιλογή δεν περιλαμβάνει άλλες εικόνες εκτός από μια, αυτή των αποκομμάτων που είχα συγκεντρώσει το 2003.

To τραγούδι που ακούτε είναι, φυσικά το
Rivers of Babylon των Brent Dowe και Trevor McNaughton του συγκροτήματος Melodians από το Kingston της Jamaica, που ηχογραφήθηκε το 1972. Γνώρισε πολλές εκτελέσεις με πιο γνωστή αυτή των Boney M το 1978.

*Ιράκ στα Αραβικά σημαίνει Χέρσα Γη.


buzz it!