Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Το Τραύμα

Πρῶτον δε χρή τόν τρωματίην σκοπεῖσθαι*



Στη θέα του τραύματος -ειδικά όταν είναι φοβερό- είτε αποστρέφεις αυτόματα το βλέμμα, είτε στέκεσαι ασάλευτος απέναντί του· η σάρκα χωρίς το ντύμα της, γυμνή από δέρμα και χαίνουσα ως το κόκκαλο, το αίμα αναβλύζον και λαμπερό, μαγνήτης. Ή φεύγεις τρέχοντας λοιπόν, ή στέκεις έκθαμβος, ενώ το ουσιαστικό, το επείγον, είναι -αν και όπως μπορείς- να βοηθήσεις τον πάσχοντα.

Καθισμένος με την πλάτη στο αλμυρίκι, τα πόδια λυγισμένα, τα χέρια απλωμένα για στήριξη και το πρόσωπο ήρεμο, χωρίς την ελάχιστη σύσπαση πόνου, στραμμένο προς τη μεριά της θάλασσας. Αν δεν κρέμονταν όλη η γάμπα -ο τρομερός γαστροκνήμιος- μέχρι τον Αχίλλειο τένοντα, στάζοντας αίμα στην άμμο, θα έλεγες ότι ο γέροντας είχε καθίσει να ξαποστάσει. Ευθυτενής και γαλήνιος αγναντεύοντας τη γραμμή του ορίζοντα, ανάμεσα στις ομπρέλες της οργανωμένης παραλίας. Δίπλα ακριβώς στις κακοκομμένες παραφυάδες του δέντρου που όργωσαν άγρια τη σάρκα του.


Οι γύρω ξαπλώστρες άδειασαν με θαυμαστή ταχύτητα. Η νωχελική, επιμελής επάλειψη με αντηλιακό σταμάτησε απότομα. Φύρδην μίγδην χώθηκαν τα απλωμένα υπάρχοντα στις τσάντες. Στα χέρια πήραν σαγιονάρες, πέδιλα και βατραχοπέδιλα και απομακρύνθηκαν σαν να είχε σκάσει βόμβα δίπλα τους· τρέχοντας άτσαλα στην άμμο για να βρεθούν μακριά από το σημείο της πτώσης και κυρίως τη θέα του νύσσοντος τραύματος, που θα έλεγες ότι προκλήθηκε σε εμπόλεμη ζώνη.

Με σφιγμένα δόντια, η νοσηλεύτρια που ειδοποιήθηκε, καθάρισε επιπόλαια το τραύμα. Όταν σήκωσε την ξεσκισμένη σάρκα για να τη τοποθετήσει στη θέση της, δυο από αυτούς που δε λάκισαν άτακτα, παρηγορούσαν τον γέροντα με ένα ποτήρι νερό και δυο χτυπήματα στον ώμο. Εκείνος ατάραχος σήκωσε τη μπλούζα του, έστριψε λίγο τον κορμό και αποκάλυψε στα πλευρά μια παλιά κακοραμμένη ουλή. “Το 54 χτύπησα στο καράβι. Ήμασταν στα ανοιχτά του Βισκαϊκού και ο πρώτος μηχανικός πρώτα έριξε τσίπουρο στην πληγή κι ύστερα την έσιαξε με τη σακοράφα που είχε ο μάγειρας για να ράβει την κοιλιά του αρνιού το Πάσχα. Μέχρι να φτάσουμε στη Φορταλέζα είχε κλείσει.”

Το ασθενοφόρο έφτασε αθόρυβα μια ώρα αργότερα και πάρκαρε στην είσοδο της παραλίας. Εκείνη τη στιγμή κάποιος από τους λακίσαντες, μακριά από το σημείο του τραυματισμού, αραχτός σε άλλη ξαπλώστρα αγόρευε: “Να μείνουν στη χώρα τους να πολεμήσουν. Που μάθανε και μας κουβαλιούνται εδώ”. Αν δεν επέμεναν έντονα νοσηλεύτρια και τραυματιοφορείς, ο γέροντας ναυτικός, ήταν ικανός να πάει μέχρι την είσοδο με τα πόδια. Κούτσα κούτσα, αλλά ευθυτενής και χωρίς την παραμικρή σύσπαση πόνου στο πρόσωπό του.



*Ιπποκράτης, Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Φωτο: Florian Müller

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Η Layla


-“Ήτνα 'παθε αυτή ρε Μανώλη;” ρώτησα τον ιδιοκτήτη του καφέ και πριν προλάβω να συμπληρώσω “Λωλάθηκε;” στην τοπική διάλεκτο κι ενώ οι άλλοι γελούσαν, μού πέταξε στα μούτρα ένα οργισμένο “Σκάσε μαλάκα!” και έτρεξε να την προλάβει.

Μεγάλη Παρασκευή στο Νησί πριν από μερικά χρόνια, μεσημεράκι και στο καφέ του Μανώλη, λιγοστοί οι θαμώνες. Ανέφελος ουρανός, με τη θάλασσα πιάτο μπροστά μας να σαλεύει ανοιξιάτικα κύματα κι ιλαρό φως. Ράθυμοι γλάροι έκοβαν βόλτες, κρώζοντας χαρά κόντρα στην καμπάνα του Αη Γιώργη που σήμανε όλη μέρα πένθιμα τα θεία πάθη.

Εμείς -τέσσερις όλοι κι όλοι με τον Μανώλη που καθόταν κι αυτός μαζί μας- πίσω στην παγκάδα στη σκιά. Καφές, παξιμάδια και τσιγάρα. Εκείνη κάθονταν, όπως και τις άλλες φορές που την είχα δει τις προηγούμενες μέρες, στο μπροστινό τραπέζι, στη γωνία, μόνη της και μάζευε ήλιο. Ξένη σίγουρα. Από πού; Κύριος οίδε.

Ξαφνικά ακούσαμε ποδοβολητό κι ένα τσούρμο πιτσιρικάδες ξεχύθηκε στην παραλία. Δε δώσαμε σημασία αλλά λίγο μετά, είδαμε μια τρομερή λάμψη και ακούσαμε το εκκωφαντικό μπαμ της πρώτης κροτίδας. Ακολούθησε κι άλλες. Πέντε, δέκα, μπορεί και περισσότερες. Πόλεμος κανονικός. Ήταν προφανώς η γενική πρόβα των μικρών μπουρλοτιέρηδων για το επόμενο βράδυ της Ανάστασης.

Στην πρώτη κροτίδα -ή μήπως ήταν δυναμίτης;- τιναχτήκαμε όλοι έτσι που έσκασε αναπάντεχα σηκώνοντας σύννεφο άμμου. Μετά όμως, γελάσαμε με την τρομάρα μας. Τότε ήταν -μέσα στην ομοβροντία- που είδαμε την ξένη να τινάζεται, να πέφτουν από το τραπέζι φλυτζάνια, ποτήρια, τασάκια και εκείνη να φεύγει αλλοπαρμένη με μάτι που γυάλιζε, να πηδάει αγρίμι τη μάντρα και να τρέχει στο δρόμο μέχρι που χάθηκε. Πίσω της έτρεξε ο Μανώλης, μετά αυτό το “Σκάσε μαλάκα!” που μού πέταξε.

Γύρισε μόνος του μετά από ώρα. Στο παραξενεμένο βλέμμα μας, δεν απάντησε μόνο έπιασε τη σκούπα και το φαράσι. Μάζευε τα σπασμένα και μουρμούραγε μονότονα μέσα από τα δόντια του: “Μαλακισμένα, ε μαλακισμένα.” Τον ακούγαμε κι αναρωτιόμασταν αν αναφερόταν σε μας που γελάσαμε εις βάρος της ή στα παιδιά της παραλίας. Ύστερα κλείστηκε στην κουζίνα και βγήκε μόνο όταν τον φωνάξαμε για να τον πληρώσουμε· ήταν ακόμα μουτρωμένος.

Την ξένη, δεν την ξαναείδαμε τις επόμενες μέρες. Δυο χρόνια αργότερα, καλοκαίρι πια, έτυχε να τη γνωρίσω. Η Layla, με θυμόταν από εκείνη την επεισοδιακή Μεγάλη Παρασκευή στο καφέ του Μανώλη. Μού είπε ότι πέρασε όλες τις επόμενες μέρες κλεισμένη στο δωμάτιό της, με το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι κάθε φορά που ακούγονταν μπαμ. “Από τότε, δεν ξαναήρθα Πάσχα στο Νησί” μού είπε.

Εκείνη τη μέρα νόμιζε ότι θα πεθάνει. Με το που έσκασε η πρώτη κροτίδα, ένοιωσε ότι βρέθηκε πάλι στο Σεράγεβο, πίσω στην άνοιξη του `92 που άρχισε η πολιορκία. Ήταν σαν να ζούσε ξανά τους καθημερινούς ανελέητους βομβαρδισμούς. Βρίσκονταν στο Νησί, μίλια και χρόνια μακριά από το κακό και άκουγε εκρήξεις, σειρήνες και ουρλιαχτά πληγωμένων. Ήταν δίπλα στη θάλασσα και μύριζε μπαρούτι, καμμένη σάρκα και αίμα. Μύριζε τον ίδιο το φόβο του θανάτου πάνω της.

Πριν κλείσει χρόνος -η πολιορκία κράτησε μέχρι τον Οκτώβρη του 1995- κατάφερε να φύγει μόνη της, δεκάξι χρόνων, πρόσφυγας όπως χιλιάδες άλλοι. Κατέληξε στο Λονδίνο. Έφτιαξε εκεί της ζωή της και δεν επέστρεψε ποτέ στο Σεράγεβο. Μέχρι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της οριστικά τον εφιάλτη του πολέμου, αλλά αρκούσε μια γιορτινή ομοβροντία στην παραλία για να την κάνει να γυρίσει στην κόλαση.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα σκέφτομαι τη Layla. Θυμάμαι έντονα το τίναγμα και το φευγιό της από το καφέ του Μανώλη. Τον τρόμο στο βλέμμα της. Φέτος, εκτός από τη Layla, σκέφτομαι κι όλους αυτούς που βρίσκονται στα μέρη μας έχοντας μόλις ξεφύγει από άλλους πολέμους. 


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Ἡ Ἔξοδος

Migrants wade across a river near the Greek-Macedonian border, west of the the village of Idomeni March 14, 2016. REUTERS/Stoyan Nenov

A woman carries a baby as migrants wade across a river near the Greek-Macedonian border, west of the the village of Idomeni, Greece, March 14, 2016. REUTERS/Alexandros Avramidis

Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν.

Macedonian soldiers escort migrants who have crossed the border illegally from Greece, into army trucks in the village of Moini, Macedonia March 14, 2016. REUTERS/Ognen Teofilovski


Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί, απόσπασμα από Τα Πάθη. 

Οι φωτογραφίες από το πρακτορείο Reuters 

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Πλατεία Βικτωρίας

Για την πλατεία Βικτωρίας και τους ανθρώπους που βρίσκουν εκεί υπαίθριο καταφύγιο αν αρχίσει να γράφει κανείς, είναι δύσκολο να σταματήσει. 

 Κάτω και γύρω από το γλυπτό σύμπλεγμα, έργο του Γερμανού καλλιτέχνη Johannes Pfuhl -”ΘΗΣΕΥΣ ΣΩΖΩΝ ΤΗΝ ΙΠΠΟΔΑΜΕΙΑΝ”, όπως αναγράφεται στην μαρμάρινη οκταγωνική βάση- εκατοντάδες κατατρεγμένοι βρίσκονται με απίστευτη καρτερία σε αναμονή· αναμονή μιας καλύτερης και ασφαλούς ζωής που όλοι ανεξαιρέτως την χωροθετούν στη Γερμανία.

 Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα καταφέρουν με τα σύνορα κλειστά ακόμα και για τους Σύριους πρόσφυγες. Η πλειονότητα των ανθρώπων της πλατείας προέρχεται από το Αφγανιστάν. Μια χώρα που από το 1839 που άρχισε ο πρώτος Αγγλοαφγανικός πόλεμος -μια πράξη του “Μεγάλου Παιχνιδιού” όπως αποκαλείται η αγγλορωσική διαμάχη για τη δημιουργία αυτοκρατορίας στην Ασία- ελάχιστα διαστήματα ειρήνης έχει γνωρίσει. Αλλά αν κανείς δεν έχει χρόνο ή διάθεση να ανατρέξει στην ιστορία αυτής της πολύπαθης χώρας, αρκεί η διαδικτυακή αναζήτηση με λέξεις κλειδιά “explosion” και “Αfghanistan” που αποφέρει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα γύρω στα 15 εκατομμύρια αποτελέσματα. Ωστόσο, οι Αφγανοί, δεν θεωρούνται πρόσφυγες.
 
Το ίδιο και οι Σομαλοί που φτάνουν και εκείνοι στην Ευρώπη από μια ρημαγμένη χώρα. Από μια χώρα που το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2015, μόλις τα 52 χρόνια .

 Η Σομαλία παρέμεινε αυτάρκης σε τρόφιμα μέχρι τα τέλη του 1970 παρά τις επαναλαμβανόμενες ξηρασίες. Από τις αρχές του 1980, η εθνική της οικονομία αποσταθεροποιήθηκε και η γεωργία της έχει καταστραφεί. Η διαδικασία της οικονομικής αποδιάρθρωσης άρχισε πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 1991. Το οικονομικό και κοινωνικό χάος που προέκυψε ως αποτέλεσμα της “οικονομικής θεραπείας” του ΔΝΤ, έθεσε τις βάσεις για την έναρξη “εμφύλιου πόλεμου” υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Μια ολόκληρη χώρα με πλούσια ιστορία εμπορίου και οικονομικής ανάπτυξης, μετατράπηκε σε μια“περιοχή”. Κατά πικρή ειρωνεία, αυτή η περιοχή περιλαμβάνει σημαντικό πετρελαϊκό πλούτο. Τέσσερις πετρελαϊκοί κολοσσοί των ΗΠΑ είχαν λάβει ήδη θέση πριν από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 1991. (1)
 

 Στην πλατεία Βικτωρίας εκατοντάδες πρόσφυγες -η πλειονότητα των οποίων είναι παιδιά και έφηβοι- επιβιώνουν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Κάτω από τον ήλιο και τη βροχή. Χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδεις χώρους υγιεινής. Επιβιώνουν αποκλειστικά και μόνο λόγω της βοήθειας που προσφέρουν καθημερινά εκατοντάδες πολίτες που φτάνουν διαρκώς φορτωμένοι τρόφιμα και είδη ρουχισμού. Επιβιώνουν λόγω της βοήθειας του Ερυθρού Σταυρού που μοιράζει σάντουιτς και νερό και των εθελοντών γιατρών που είναι έτοιμοι να ανακουφίσουν τους άρρωστους και τους τραυματισμένους, εξετάζοντάς τους στα παγκάκια της πλατείας.
 
 Η απουσία του κράτους κραυγαλέα και εδώ. Ωστόσο, σήμερα έκανε αναπάντεχα την εμφάνισή του ο Δήμαρχος της Αθήνας, κύριος Γιώργος Καμίνης που με πλήρη άγνοια των δεδομένων, ως άλλη Μαρία Αντουανέτα, με πλήρη έλλειψη στοιχειώδους ανθρωπιάς, δήλωσε ευθαρσώς: "Ο Δήμος Αθηναίων -και το δηλώνω κατηγορηματικά- θα παραχωρήσει κι άλλο χώρο υπό μια προϋπόθεση: να αδειάσει η Πλατεία Βικτορίας...Αυτό το αίσχος στην πλατεία Βικτορίας πρέπει να εκλείψει." Στη συνέχεια μάλιστα πρόσθεσε: "Δε θέλουμε να μοιράζονται τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Δε θέλουμε να γίνει ατύπως (ένας καταυλισμός)" (2)


1.Απόσπασμα από το άρθρο του Καναδού οικονομολόγου και συγγραφέα Michel Chossudovsky
2. Συνέντευξη του δημάρχου σήμερα στον ΣΚΑΙ
(οι φωτογραφίες από την Πλατεία Βικτωρίας, από το μεσημέρι της Δευτέρας 29/2 και από την Τετάρτη 2/3) 

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Πόντο- πόντο



  Ξυπνάνε νωρίς κι οι δυο. Η Αννίτα, τη βοηθάει να σηκωθεί από το κρεβάτι, την πλένει, την ντύνει και της χτενίζει τα μαλλιά. Άσπρα, πυκνά ακόμα, γίνονται ένας ωραίος κότσος στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ύστερα, τρώνε μαζί το πρωινό και λένε τα όνειρα της βραδιάς που πέρασε. Μετά η Αννίτα πιάνεται με τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα, ενώ η κυρία Σοφία κάθεται στην πολυθρόνα της, δίπλα στο παράθυρο και βλέπει στην αυλή το άγγιγμα της πρώιμης άνοιξης. Νωρίς το μεσημέρι, μετά το φαγητό, η Αννίτα βάζει τη γερόντισσα να ξαπλώσει και πάει για λίγες ώρες στο σπίτι της. Όχι για ξεκούραση, μα για να φροντίσει και την οικογένειά της. Το απόγευμα επιστρέφει, πίνουν μαζί καϊμακλίδικο καφέ, γυρίζουν τα φλιτζάνια, η κυρία Σοφία βάζει τα γυαλιά της και διαβάζει με επιτυχία τα σημάδια του ξεραμένου καφέ.

  Το βράδυ κάθονται δίπλα- δίπλα στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση με ένα δίσκο η κάθε μια στα πόδια της για τις ειδήσεις. Καιρό τώρα δεν κατεβαίνει μπουκιά από το βραδινό τους. Κοιτάζουν και βουρκώνουν. Κάποια βράδια, δεν αντέχουν τις εικόνες των κατατρεγμένων και κλαίνε βουβά χωρίς να κοιτάζει η μια την άλλη. Κρυφά σκουπίζουν τα μάτια τους. Κρυφά χώνουν τα μαντήλια τους στην τσέπη της η μια, στο μανίκι της η άλλη. Μετά, ό,τι και να έχει το πρόγραμμα της τηλεόρασης, το βάρος δε φεύγει, το βάρος εκεί· μένει και τις πλακώνει. Βλέπουν άσχετα κι αναστενάζουν. Πέφτουν για ύπνο με τις εικόνες των ειδήσεων στο μυαλό τους κι όταν βαρύνουν πια τα βλέφαρα και κλείσουν, οι εικόνες του σήμερα, μπερδεύονται, ανακατεύονται παράξενα κι αλλάζουν χρόνο και τόπο.

  'Ετσι το πρωί, την ώρα που λένε η μια στην άλλη τα όνειρα, η κυρία Σοφία μιλάει για τη μάνα της που ξέφυγε το '22 από τη φωτιά και το μαχαίρι της Μικρασίας. Μισό αιώνα τώρα πεθαμένη κι επιστρέφει τελευταία κάθε βράδυ για να πει στη κόρη της, ξανά και ξανά, όλες αυτές τις ιστορίες που της έλεγε όταν ήταν μικρή. Για το φόβο, για τον ξεριζωμό, για την απελπισία, για το ταξίδι στο άγνωστο. Όχι έτσι γενικά κι αόριστα, μα κάθε φορά, επικεντρώνεται σε μια λεπτομέρεια, σε ένα περιστατικό. Έτσι της λέει για το όνομα της βάρκας που τους πέρασε απέναντι - “Παναγιά Γρηγορούσα”-  για τις ψείρες που αλώνιζαν στο άλουστο κεφάλι της, για τις πληγές στα πόδια από το χωρίς τέλος περπάτημα που με το σάλιο της το ίδιο τις γιατροπόρευε. Για τις βρισιές και τις κατάρες που άκουσε κάπου αντί για καλωσόρισμα και την έκαναν να σκεφτεί ότι το μαχαίρι του Τούρκου πιο πονετικά θα την λάβωνε αν έμενε, αλλά και για μια φέτα ψωμί με πέντε σταγόνες λάδι κι αλάτι που της έδωσε μια άγνωστη γυναίκα λίγο πριν σωριαστεί από πείνα. “Αχ Μάνα μου...” καταλήγει η γερόντισσα και σκουπίζει σχολαστικά με το χέρι της τα ψίχουλα του πρωινού· όλα σε μια γωνιά δίπλα στο πιάτο της.

  Ύστερα βουβαίνεται η κυρία Σοφία και παίρνει σειρά η Αννίτα και λέει ότι το βράδυ στον ύπνο της πέρασε για άλλη μια φορά τα σύνορα, ακριβώς όπως το '92, γκαστρωμένη στο μήνα της. Είδε να βουλιάζει και πάλι βαριά στο χιόνι, νύχτα χωρίς φεγγάρι, να παγώνει από τον τρόμο περισσότερο κι από το κρύο με τα τρομερά μάτια μας αλεπούς μέσα σε έναν χιονισμένο θάμνο που αντίκρισε ξαφνικά. Να γλιστράει από τη λαχτάρα, να μην την προλαβαίνει ο άντρας της, να κατρακυλάει σε απότομη πλαγιά ώρα πολύ, να σταματάει πάνω σε δέντρο. “Έτσι κυρά Σοφία έπεσα στο δέντρο, έτσι, με το πλάι. Με τον ώμο χτύπησα, όχι με την κοιλιά”. Κι αμέσως να τη σκεπάζει ολόκληρη χιόνι τιναγμένο από τα κλαδιά, να την ξεθάβει ο άντρας της και να μη βρίσκει ούτε στο όνειρο, το ένα της παπούτσι. Να συνεχίζει μονοσάνδαλη μέχρι το ξημέρωμα. Στο πρώτο χωριό να συναντάνε μια γυναίκα, να τους αγριοκοιτά, να χάνεται βιαστικά σε ένα σπίτι, να τρέμουν σαν τα αγρίμια στην ιδέα ότι θα βγει αμέσως από κει μέσα άντρας με δίκαννο και να τρέχουν να σωθούν. Κι ύστερα από λίγο, η γυναίκα να ξαναβγαίνει μόνη της και να τρέχει να τους προλάβει φωνάζοντας “Παπούτσια, παπούτσια” -η πρώτη ελληνική λέξη που άκουσε η Αννίτα- να τους φτάνει, και να της δίνει εκτός από τα παπούτσια κι ένα ζευγάρι κάλτσες. Στεγνές και ζεστές.




  ''Να μην μπορούμε να βοηθήσουμε κι εμείς αυτούς τους ανθρώπους”, έλεγε η Αννίτα κάθε πρωί όταν τέλειωνε το ξετύλιγμα των ονείρων της προηγούμενης νύχτας, την ώρα που μάζευε πιάτα και φλιτζάνια του πρωινού κι κυρία Σοφία κουνούσε το κεφάλι της. Κουνούσε το κεφάλι κι αναστέναζε, μέχρι τις προάλλες που κάτι σκέφτηκε κι αντί να αναστενάξει, χαμογέλασε και της ζήτησε να φέρει αμέσως τη σκάλα από την αυλή και να ανέβει στο πατάρι. “Να ανοίξεις το μεγάλο μπαούλο” της φώναξε από κάτω. “Έχω εκεί μέσα φυλαγμένη μια μεγάλη σακούλα. Τη βρήκες;”. Τη βρήκε η Αννίτα, βαριά κι ασήκωτη και την κατέβασε. Εκείνη τη μέρα, το μεσημέρι, βολεύτηκαν μόνο με δυο αυγά μάτια και λίγη σαλάτα, στην άκρη του τραπεζιού. Στο υπόλοιπο μέρος, ένα βουνό από μαλλιά. Μεγάλα και μικρά κουβάρια. Άλλα πάλι σε κούκλες, άθικτα. Από όλα τα χρώματα. Λεπτά και χοντρά. Μαλλιά που αγοράστηκαν αλλά δεν πλέχτηκαν ποτέ κι άλλα που περίσσεψαν από πουλόβερ, κουβέρτες, ζακέτες και σάλια που πλέχτηκαν πριν από χρόνια. 

  Από εκείνη τη μέρα, η ενενηντάχρονη κυρία Σοφία, κόρη προσφύγων από τη Μικρασία με τις μνήμες ζωντανές από τις διηγήσεις της μάνας της και η σαραπεντάχρονη Αννίτα, μετανάστρια από την Αλβανία που ακόμα πονάει ο ώμος από εκείνο το παλιό τράνταγμα πάνω στο χιονισμένο δέντρο, πλέκουν πυρετωδώς σκουφάκια και κασκόλ για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που κρυώνουν στα κλειστά σύνορα. Και ζακετάκια για τα μωρά τους. Όλες οι άλλες δουλειές του σπιτιού, έμειναν πίσω αλλά δεν τις νοιάζει καθόλου. Πιάνουν φωτιά οι βελόνες τους το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Στις ειδήσεις δε βουρκώνουν πια. Εντοπίζουν στα ρεπορτάζ ασκεπή κεφάλια, γυμνούς λαιμούς, βυζανιάρικα στις αγκαλιές και αμέσως λογαριάζουν το μέγεθος, τα χρώματα που θα τους ταιριάζουν. Και πλέκουν, πλέκουν μέχρι αργά. Και την άλλη μέρα από το πρωί, τα ίδια. Πλέκουν ασταμάτητα και ένα περίεργο: πόντο -πόντο χωρίς να το καταλαβαίνουν μαζί με το νήμα πλέκουν κι ευχές για τους άγνωστους ανθρώπους που θα τα φορέσουν εκεί στα σύνορα μόλις φτάσει το δέμα. Να μην ταλαιπωρηθούν άλλο, να φτάσουν επιτέλους γεροί σε ένα τόπο, να τους καλοδεχτούν, να ριζώσουν, να προκόψουν. Να ζήσουν. 



το ποστ αφιερώνεται σε όλους όσους θέλουν να βοηθήσουν 
τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και αναρωτιούνται πώς.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Kunkush κι οι γάτες του Ατζανού

  

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής, τριαντάρης τότε ψαράς, είχε δέσει με σκοινί την τρίχρονη κόρη του Πελαγία στη μέση της γυναίκας του, που φυλούσε στην αγκαλιά της τον ασαράντιστο Δημητράκη, ανέβασε την οικογένεια στον δεκάμετρο κοκκινομπλέ Γαρύφαλλο του αφεντικού, βοήθησε να βολευτούν όπως όπως και οικογένειες γειτόνων, και σε απανωτές διαδρομές μαζί με τους άντρες από άλλα τρία ψαροκάικα και ποσταλάκια σήκωσαν όλο τον Ατζανό και τον άδειασαν απέναντι.

  Και κάθονταν μετά να κοιτάνε τους καπνούς. Σμύρνη και τα λοιπά, τα γνωστά. Το άλλο πρωί Γαρύφαλλος και Τριαντάφυλλος πουθενά. Το παράλλο τα ίδια.

  Ο σγουρομάλλης ψαράς με τα καστανά μάτια, που όταν βούρκωναν φούσκωναν και μύριζαν καφέ με καϊμάκι, πήγε να σκάσει γιατί ξέχασε στη Μικρασία τη γάτα του. Ένα μήνα πριν το φευγιό η Μαρίτσα, έγκυος, με μια οχιά διπλοτυλιγμένη στην κοιλιά της σύρθηκε μισοπεθαμένη μέχρι το μώλο και στάθηκε μπροστά στον Γαρύφαλλο νιαουρίζοντας ξεψυχισμένα.

  Δυο άντρες που μπάλωναν τις αλαμάνες και τα σαρδελιά έσπασαν μια ψαροκασέλλα, μοιράστηκαν τις σανίδες και κοπανούσαν το φίδι μέχρι που του 'λειωσαν το κεφάλι.

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής γύρισε απέναντι να ψάξει τη Μαρίτσα και τα τρία της γατιά.

  Εφτά μέρες μετά, ενώ πια η γυναίκα του τον έκλαιγε και ο αφεντικός του έκλαιγε και τον εργάτη και το καΐκι του, δεκάδες Ατζανιώτες στέκονταν βουβοί και σκούροι μωβ, σαν το σούρουπο στα βραχάκια της Λέσβου, να κοιτούν τα δυο λουλούδια τους, Γαρύφαλλο και Τριαντάφυλλο, να επιστρέφουν, και να ακούνε ένα χαλασμό από νιαουρητά. Το καΐκι ερχόταν γιαλοπερίγελα κουβαλώντας την τελευταία φουρνιά της προσφυγιάς, τις εικοσιεπτά γάτες του Ατζανού, όσες ξετρύπωσε ο ψαράς γυροφέρνοντας με προφυλάξεις την κωμόπλη -φάντασμα.

  Τις μοίρασε στους αφέντες τους, οι Γιατζόγλου πήραν τη Χανούμ, ο Γιοβανάκης την Κική του, οι Χειριμπέρηδες τηνΑθηνά τους, η Ελένη την Ελένη της κι ο Σωτήρης τον Σωτήρη του, αλλά κανείς τους, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε μετά, δεν πήρε κουβέντα από τον παράτολμο Τριαντάφυλλο για όσα είδε πίσω. Ρώτα τη γάτα να σου πει την ιστορίας της, απαντούσε και έφυγε μακριά.

Από το 1922 δεν ξανασήκωσε τα μάτια στον έναστρο ουρανό. Έπαθε ατονία των νεύρων και το 'ριξε στις γάτες, να τις χοντραίνει με άφθονα κοκκάλια και καταμάχια, άφηνε μάλιστα την αρχική και όλες τις κατοπινές Μαρίτσες να φωλιάζουν στα γλωσσόδιχτα και στα μπαμπουνερά και εκμεταλλευόμενες την αδυναμία του να τα ξεσκίζουν με τα νύχια και τα σάλτα τους.

Τα μάτια πάντως του Τριαντάφυλλου Αυγουστή, όλο και πιο συχνά υγρά, μοσχομύριζαν ακόμα άναβαν την Ελευθερία του, τα τζάμπα καϊμάκια η μόνη χαρά στην ανέχεια εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι όλο φεύγανε, όλο χάνανε.


Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Σουέλ των εκδόσεων Καστανιώτη. Το θυμήθηκα σήμερα που έμαθα ότι ένας άλλος πρόσφυγας γάτος, ο Kunkush από το Ιράκ, που χάθηκε στη Λέσβο, βρήκε τελικά μετά από μήνες την οικογένειά του στην Νορβηγία. 




Η φωτογραφία από εδώ

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Dignity Spot

Ένα πουλί πετούσε ανάμεσα στη Σάμο και στο Κουσάντασι
Και πού να καταλάβω: Τούρκικο πουλί ή Ελληνικό;
ή μήπως από κάπου αλλού ερχόταν.
Κανένα σημάδι. Τη θάλασσα ρώτησα.
“Δύτης είναι”, μού πε.
Πλέκει, όλο πλέκει δαντέλες στο στήθος μου
Τον ουρανό ρώτησα.
“Αγγελιοφόρος μου είναι” μού είπε
Από το ανοιχτό βιολέ και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα και τα άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μού 'πανε. Απάντηση δεν πήρα.
Ένα πουλί πετούσε ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Και πού να καταλάβω: Τούρκικο πουλί ή Ελληνικό;
μη κι από κάπου αλλού ερχόταν και ποια η φυλή του
“Ε, πουλί!” τού είπα. “Ποιοί οι δικοί σου; Ποιά ειναι η χώρα σου;”
“Γλάρος είμαι” μού είπε. “Πόσων χρονών είμαι; Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι; Απ' τη γη.
Από τον ουρανό. Απ΄τη θάλασσα.
Τα σύνορά μου ποιά; Το χώμα. Το νερό. Ο αγέρας.” 



Από την Αραβική Άνοιξη, μέχρι τις κόκκινες πόρτες και τις κατασχέσεις τιμαλφών στην Ευρώπη που δεν διδάχτηκε τίποτα από το πρόσφατο παρελθόν της και προκρίνει στρατόπεδα συγκέντρωσης αποποιούμενη τις ευθύνες της, το No Passport ένα εξαιρετικό ντοκιματέρ από την Κάλυμνο, ένα από τα dignity spots στον χάρτη της Αλληλεγγύης.  Αξίζει να το δείτε. 


*το ποίημα και η εικόνα,  από το ντοκιμαντέρ. 

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Άλλη μια κανονική μέρα


Άλλη μια κανονική μέρα θα ξημερώσει σε λίγο
Ζήσαμε και σήμερα μια μέρα της «κανονικότητάς» μας. Για μας η κανονικότητα πια δεν περιλαμβάνει μόνο να είναι τα παιδιά σου άνεργα και ψυχοπλακωμένα, να μην μπορείς να πληρώσεις τον ΕΝΦΙΑ και να σου ‘ρχεται το κατασχετήριο. 


Η δική μας κανονικότητα έχει εμπλουτιστεί με δόσεις μαζικού θανάτου σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και συσκευασμένου σε μαύρες σακούλες που τοποθετούνται, «γεμάτες», η μια πάνω στην άλλη.

Μια περίληψη λοιπόν της σημερινής μας κανονικότητας. Ξυπνήσαμε μέσα στην άγρια νύχτα, μ’ ένα απ’ αυτά τα χτυπήματα του τηλεφώνου που φτάνουν την ταχυκαρδία στο κόκκινο. Κατεβήκαμε τρέχοντας στο λιμάνι κουβαλώντας ρούχα, κουβέρτες, τσάγια και την τάση μας για ταχύρρυθμη κατάθλιψη. 

Έφτασε το πρώτο πτώμα αξημέρωτα. Μικρός όγκος μέσα στην κουβέρτα, μάλλον παιδί. Έφτασαν στη συνέχεια 26 επιζώντες. Οι 12 νεκροζώντανοι, με βαριά υποθερμία. Τους νεκροζώντανους τους φορτώσαμε άρον-άρον στο ασθενοφόρο. Τους πιο ζωντανούς, τους γδύσαμε, τους τρίψαμε, τους ντύσαμε, ανάμεσα σε πολλά και άνευ ουσίας « ΟΚ, my friend, tamam” και όλα αυτά ανακατεμένα με πολλές μύξες και δάκρυα γιατί δεν σε παίρνει να σκουπίζεσαι όταν πρέπει γρήγορα να ντύσεις τον ξυλιασμένο. 

Μετά, η κανονικότητά μας περιλάμβανε άλλα 13 πτώματα, μικρού και μεγάλου μεγέθους και την προσπάθεια να μην ξεράσεις. Πού τους βάζουμε τόσους νεκρούς; Στη συνέχεια, στα πλαίσια της κανονικότητας, παραλάβαμε δέκα κιβώτια πτωματο-σακούλες. Να τις κάνουμε τι; Άσε τις  να βρίσκονται για ώρα ανάγκης. Είναι εντυπωσιακή η βιομηχανία που λειτουργεί γύρω από το θάνατο. 

Η επόμενη φάση περιλαμβάνει σκόρπιες εικόνες στο καταφύγιο. Η Αλίκη κρατά ακίνητη στην αγκαλιά της τη δεκαπεντάχρονη κοπέλα που έχασε τους γονείς και τα δυο της αδέρφια. Η Αλίκη είναι πιο μικρόσωμη. Απορείς. Ποιος παρηγορεί ποιόν;

Η Βασιλεία έχει μαζέψει τα παιδάκια στη γωνιά, του ψηλοτάβανου θαλάμου, που με χάρη την ονομάσαμε παιδότοπο. Είναι τα παιδιά από αυτούς που ήρθαν προχτές. Από τους σημερινούς δεν σώθηκε ούτε ένα παιδί. Η Βασιλεία λέει με πολύ σιγανή φωνή παραμύθια. Στα ελληνικά. Την ακούνε πάντα, σαν να την καταλαβαίνουν. Έχει τον τρόπο της. Το παραμύθι έχει πάντα τον τρόπο του. 

Απ’ έξω περνάει πάλι το καταδιωκτικό του λιμενικού. Πόσους; Καμιά εικοσαριά; Πόσοι ήσασταν, Σάμι, στο σάπιο; Εξήντα ή ογδόντα. Απόκλιση 20 ζωών. Δεν θα βρεθούν ποτέ. Δε θα δηλωθούν καν ως αγνοούμενοι. 

Αύριο είναι η μέρα της αναγνώρισης των πτωμάτων. Η κανονικότητά μας θα μεταφερθεί έξω από το νεκροτομείο. Θα έχει λίγη παραπάνω ένταση. Δε λέω. Θα είναι όμως μια κανονικότητα. Διεστραμμένη μεν, κανονικότητα δε. 

Α να! Ο δείκτης του ρολογιού πέρασε ήδη στο αύριο. Άλλη μια κανονική μέρα θα ξημερώσει σε λίγο.


*το κείμενο που διαβάσατε είναι της Νίνας Γεωργιάδου που ζει στην Κάλυμνο. Αναρτήθηκε αργά χθες το βράδυ στο facebook. 

*Στη φωτογραφία της Lucy Nicoholson του πρακτορείου Reuters, ξεριζωμένες αμυγδαλιές

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Τά ἄγραπτα κἀσφαλῆ


«…είναι μεγάλη αλητεία αυτό που γίνεται! Συνέλαβαν τον Ισπανό επειδή φωτογράφιζε το σκάφος της Frontex ! Τους άλλους, γιατί ρυμουλκούσαν βάρκα με άχρηστη μηχανή που έμπαζε νερά. Έπρεπε να την άφηναν να βουλιάξει, να πνιγούν οι άνθρωποι. Καταλαβαίνεις; Θέλουν να κόψουν πάση θυσία τους εθελοντές. Και ειδικά τους αυτόνομους. Αυτούς που έρχονται μόνοι τους κι από την Ελλάδα κι από το εξωτερικό και σκίζονται στη δουλειά. Προτιμούν τις χρυσοπληρωμένες ΜΚΟ με τα αυστηρά ωράρια, που μένουν σε καλό ξενοδοχείο και έχουν κάθε τόσο μιτινγκ.  Ρε συ! Ήρθαν κοπέλες, νοσοκόμες από την Ολλανδία, πήραν άδεια και έφτασαν μέχρι εδώ με δικά τους έξοδα, έμειναν χειμωνιάτικα σε δωμάτιο με υποτυπώδη θέρμανση. Όλους αυτούς θέλουν να τους αποτρέψουν. Πας -το πιο απλό- να μαγειρέψεις και αυτοί είναι ικανοί να σε βγάλουν από δέκα μεριές παράνομο…»

Άκουγα το φίλο στο τηλέφωνο αμίλητος. Τα ήξερα. Όχι βέβαια από τα ΜΜΕ∙ αυτά με περισσή υποκρισία προπαγανδίζουν μέρες τώρα την περίφημη υποψηφιότητα. «…με στόχο να δοθεί το φετινό Νόμπελ Ειρήνης στα ελληνικά νησιά, για τη φιλόξενη αγκαλιά που προσφέρουν στους πρόσφυγες.» Για τις συλλήψεις όμως, για τους δεμένους πισθάγκωνα εθελοντές, για τις αδιανόητες κατηγορίες, ούτε κουβέντα.  

Εδώ και μήνες που μιλάμε για τους πρόσφυγες που φτάνουν στο νησί καθημερινά κατά εκατοντάδες,  τον έχω ακούσει εξαντλημένο από την κούραση «Κόλαση στη δουλειά αυτή τη βδομάδα και μετά σφαίρα για μαγείρεμα» , μερικές φορές πολύ ανήσυχο για τις ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης «Δευτέρα βράδυ έφτασαν εκατό πρόσφυγες και τα παιδιά ήταν όλα βρεγμένα», άλλες περήφανο «το φαγητό μαγειρεύεται και φεύγει σε μερίδες ζεστό και σε μισή ώρα το πολύ φτάνει εκεί που πρέπει, αφού οι καραγκιόζηδες του ΟΗΕ και των ΜΚΟ δίνουν μόνο energy biscuits» και κάποιες φορές ενθουσιασμένο «ήρθαν τα κορίτσια κι έφεραν ρούχα και δώρα, και χρήματα που μοιράστηκαν στις εθελοντικές ομάδες»

Χθες βράδυ ο φίλος στο τηλέφωνο ήταν εξοργισμένος. Ξαναείπε, «Πας να μαγειρέψεις σε βγάζουν παράνομο!» Τον άκουγα αμίλητος και ούτε για το ανήσυχο «Τί θα κάνουμε ρε γαμώτο;» στο τέλος, είχα απάντηση.  Όλη μέρα σήμερα, με τον αέρα να λυσσομανά, σκέφτομαι ότι τού οφείλω μια απάντηση. Πριν λίγο επιτέλους, κατάφερα να συντάξω μια πρόταση. «Στις κρίσιμες ώρες, στις γλιστερές στροφές της Ιστορίας, να επιλέγεις το ηθικό αντί του νόμιμου.» Την σβήνω, την ξαναγράφω κι έπειτα πάλι τη σβήνω. Τελικά, τού στέλνω ένα μήνυμα με τρεις  μόνο στίχους από την Αντιγόνη.


"οὐδὲ σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τὰ σὰ
κηρύγμαθ’ ὥστ’ ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν
νόμιμα δύνασθαι θνητὸν ὄνθ’ ὑπερδραμεῖν."*


η φωτογραφία από εδώ


*καὶ μήτε
πίστευα τόση δύναμη πὼς νάχουν
τὰ δικά σου κηρύγματα, ὢστ' ἐνῶ εἶσαι
θνητὸς νὰ μπορῆς τῶν θεῶν τοὺς νόμους
τοὺς ἄγραφτους κι ἀσάλευτους νὰ βιάζης•



*το κείμενο αναδημοσιεύτηκε στην Απλωταριά, στο iloveithaki και στον Θούριο Τύπο 

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Συγνώμη Γιάννη Μπεχράκη







Έβλεπα χθες για πολλή ώρα την πρόσφατη φωτογραφία του Γιάννη Μπεχράκη που εικονίζει τουρίστες ξαπλωμένους σε παραλία στην Κω ενώ στην ακτή πλησιάζει ένα μικρό φουσκωτό με πρόσφυγες από τη Συρία και την Αφρική. Παρ' όλο που δεν με εξέπληξε η στάση τους, μού φάνηκε αδιανόητη η αδιαφορία τους. Αφόρητη.

Έκλεισα την οθόνη, αλλά συνέχισα να σκέφτομαι αυτή την εικόνα όλη μέρα χθες αλλά και σήμερα. Πριν λίγο, την κατέβασα και την έκοψα στη μέση. Στο ένα τμήμα της, αυτό με τους πρόσφυγες, φαντάζομαι τώρα που το βλέπω, ότι στην ακτή που δε φαίνεται πλέον, υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να συνδράμουν, όπως ξέρω ότι συμβαίνει καθημερινά σε όλα τα νησιά που προσεγγίζουν οι κατατρεγμένοι. Στο δε άλλο τμήμα της φωτογραφίας, στη θάλασσα που δε φαίνεται, δεν υπάρχει τίποτα που να χαλάει τις διακοπές των τουριστών. Τίποτα που να τους κάνει ανάλγητα να στρέψουν το βλέμμα αλλού.


Μπορεί να είναι κάπως παρήγορο το αποτέλεσμα του crop και η αφελής ομολογουμένως σκέψη ότι αυτές οι δυο ομάδες ανθρώπων δεν συναντήθηκαν ποτέ, ωστόσο πρέπει να ζητήσω συγνώμη από τον Γιάννη Μπεχράκη που έκανα τέτοια επέμβαση στη φωτογραφία του.