Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νησί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νησί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Το ταψί του Ποσειδώνα

Μαμά! Μαμά, βρήκα ένα ταψί!” ακούστηκε από την παραλία. Στην ταβέρνα κανείς δεν έδωσε σημασία. Κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο, κάτω στην άμμο και στη θάλασσα έπαιζαν λεφούσι τα παιδιά και πάνω, στην ταβέρνα με τις καλαμιές δεν έβρισκες καρέκλα να καθίσεις.

Αμέσως μετά τον είδαμε να ανεβαίνει τα σκαλάκια ακολουθούμενος από άλλα πιτσιρίκια σαν κορυφαίος ενός λιλιπούτειου χορού. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από εννιά χρόνων, λεπτοκαμωμένος, κατάμαυρος κι αυτός όπως όλα τα άλλα. Με τα χέρια ανοιγμένα στην έκταση που επέβαλε το τεράστιο μέγεθος του “ταψιού” που κουβαλούσε και φάτσα που έλαμπε για το εύρημα. Χταπόδι να είχε βγάλει, τέτοια χαρά δεν θα ένοιωθε.

Άφησαν τα πιρούνια οι μεγάλοι και γύρισαν και τον κοίταξαν. Είχε σταθεί στη μέση της ταβέρνας εκεί όπου δεν υπήρχαν τραπέζια και τα βράδια γινόταν η πίστα για το χορό, κρατώντας το τρόπαιο που έσταζε θαλασσινό νερό και φύκια κι αναζητούσε με το βλέμμα τους δικούς του και το “μπράβο” τους. Τα άλλα στριμώχνονταν δίπλα του, κολλητά σχεδόν, σαν να διεκδικούσαν ένα μερίδιο της δόξας του.


Ακούστηκαν τότε, από γυναίκες κυρίως, κάποια σχόλια “Τί βρωμερό πράγμα είναι αυτό;” και “Μα τί πάνε και πετάνε στη θάλασσα!”. Κάποιοι άντρες που καθόταν κοντά στην πίστα εντόπισαν σκουριά στο αντικείμενο και μουρμούρισαν αδιάφορα: “Θα κοπεί έτσι όπως το κρατάει και άντε να τρέχουν μετά να βρουν τον αγροτικό γιατρό για αντιτετανικό”. Ωστόσο κανείς δε σηκώθηκε, κανείς δεν κινήθηκε προς το μέρος του μικρού και των παιδιών που τον πλαισίωναν, αλλά το έβλεπες στην έκφρασή τους ότι προσπαθούσαν μάταια να καταλάβουν τί ήταν.

Τότε ακούστηκε από το βάθος ένας τρομερός θόρυβος, σαν να αναποδογύρισε τραπέζι και είδαμε τον φίλο μας τον Αντώνη να ελίσσεται με τρομερή για τον όγκο του ταχύτητα ανάμεσα στα τραπέζια, με ένα βλέμμα αγωνίας σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου να φτάσει εγκαίρως στον προορισμό του, που γρήγορα καταλάβαμε ότι ήταν η πίστα και η παιδική ομήγυρη. Όταν πέρασε τους σκοπέλους των τραπεζιών, έκοψε ταχύτητα, άλλαξε ύφος, στάθηκε μπροστά στον μικρό, έσκυψε και του είπε σε απίστευτα γλυκό τόνο: “Αυτό το ταψί είναι από την κουζίνα του Ποσειδώνα. Μπράβο που το βρήκες! Το είχε χάσει και το έψαχνε σε όλη τη θάλασσα.”

Ο μικρός τον κοίταξε έκπληκτος και ο Αντώνης συνέχισε το ίδιο γλυκά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια: “Αν δεν το πάρει πίσω αμέσως, θα θυμώσει πολύ και θα σηκώσει μεγάλη φουρτούνα. Τί λες; Θα μού το δώσεις να τού το πάω;” Μετά από ελάχιστο δισταγμό ο μικρός πεπεισμένος πλέον ότι έπρεπε να αποχωριστεί το σπουδαίο του εύρημα μια που ανήκε σε κάποιον άλλον και μάλιστα στον ίδιο το Θεό της θάλασσας, σήκωσε τα χέρια του και έτεινε το ταψί του Ποσειδώνα στον Αντώνη που ήταν κάθιδρος. 

Εκείνος πρώτα έλυσε ταχύτατα το κορδόνι που είχε το μαγιό του περασμένο στη μέση και το τράβηξε από τη θέση του. Ύστερα το πέρασε πολλές φορές στον αριστερό καρπό του και το έδεσε πρόχειρα. Μετά έπιασε πολύ προσεκτικά από τα χέρια του μικρού το ταψί, σαν να μην ήταν από μέταλλο αλλά από την πιο φίνα πορσελάνη.

Τα παιδιά του έκαναν χώρο να περάσει και με πολύ αργά βήματα, σχεδόν ιεροτελεστικά, πήγε προς τα σκαλιά και κατέβηκε στην άμμο. Η σκηνή που προηγήθηκε κι η απίστευτη ιστορία που ξεστόμισε ο Αντώνης, μας κίνησε την περιέργεια κι έκανε και εμάς τους μεγάλους να σηκωθούμε επιτέλους από τα τραπέζια μας, να πλησιάσουμε και να σταθούμε μαζί με τους μικρούς, στην άκρη του τσιμέντου της ταβέρνας παρακολουθώντας τον από ψηλά.

Διέσχισε την άμμο κατευθυνόμενος αργά προς τη θάλασσα, με εξαιρετικά προσεκτικά βήματα κι εκείνος που ποτέ δεν έμπαινε παρά μόνο ίσα για να βραχεί, άρχισε να προχωράει στα βαθιά. Και λέω “προχωράει” γιατί δεν κολυμπούσε: είχε τα χέρια του απλωμένα μπροστά κρατώντας το ταψί, το κεφάλι φυσικά έξω από το νερό και τα πόδια του -το βλέπαμε κι ήταν αστείο- πήγαιναν σαν του βατράχου, προωθώντας τον αργά προς -το δίχως άλλο- την κουζίνα του Ποσειδώνα.

Μετά από ώρα, δυσανάλογη της απόστασης, έφτασε σε ένα ρεμέτζο κι εκεί στάθηκε αρκετά. Τον βλέπαμε όλοι συγκεντρωμένοι κάτι να προσπαθεί να κάνει. Κάτι με το κορδόνι που είχε τυλίξει στον αριστερό του καρπό. Να παιδεύεται, να βουλιάζει, να ξαναβγαίνει στη επιφάνεια, να ξαναβουλιάζει. Κάποια στιγμή, φαίνεται ότι τα κατάφερε κάπως να δέσει το ταψί στο ρεμέντζο και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Βγήκε στην άμμο κι ήταν εξουθενωμένος. Ανέβηκε με δυσκολία τα σκαλιά και σωριάστηκε στην πρώτη καρέκλα που βρήκε μπροστά του. Στις απανωτές ερωτήσεις που τού απευθύναμε, πρώτα ο μικρός, ο άμεσα ενδιαφερόμενος, για το αν θα το βρει το ταψί ο Ποσειδώνας κι έπειτα όλοι οι μεγάλοι για το είδος του αντικειμένου, δεν απάντησε. Το βλέπαμε ότι δεν μπορούσε. Προσπαθούσε να ρεγουλάρει την αναπνοή του και κάποια στιγμή κατάφερε με μισοσβησμένη φωνή να ζητήσει ρακή. Τού την έφεραν σε ξέχειλο ποτήρι του κρασιού, την κατέβασε μονοκοπανιά κι έμεινε για λίγο με κλειστά μάτια. Ήταν χλομός σαν πεθαμένος. Και αυτό το έβλεπες παρά το μαύρισμά του, παρά την τρομερή βιβλική γενειάδα του, που κατάφερνε από το κόντρα καθημερινό ξύρισμα να φουντώσει στον ένα μήνα άδειας από τη μονάδα του στην πολεμική αεροπορία.

Μετά από λίγο όμως, φάνηκε ότι συνήλθε και με τη συνηθισμένη αγριοφωνάρα του μας είπε με ύφος διοικητή που δίνει διαταγή σε ψαρωμένους νεοσύλλεκτους, “Ειδοποιήστε αμέσως το λιμεναρχείο  να έρθουν να την πάρουν. Είναι νάρκη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.”


Ειδοποιήσαμε και όλη εκείνη αλλά και τις επόμενες μέρες, η νάρκη ήταν το κύριο θέμα στο Νησί. Ντόπιοι και παραθεριστές μόνο γι αυτή συζητούσαμε και κάναμε εικασίες. Εικασίες, γιατί τελικά δεν μάθαμε ποτέ τί ακριβώς έγινε. Πρέπει να ήρθαν πολύ αργά το βράδυ, να την έλυσαν από το ρεμέτζο που την είχε δέσει ο Αντώνης και να την ρυμούλκησαν στα ανοιχτά. Εκείνο το βράδυ, μερικοί ορκίζονταν ότι άκουσαν δυο- τρία "πολύ δυνατά μπαμ”, αλλά μπορεί να ήταν τα συνηθισμένα “μπαμ” που ακούγαμε κάθε βράδυ από ψάρεμα με δυναμίτη. 

Πάντως όλοι ήμασταν ανακουφισμένοι που δεν έσκασε στα χέρια του μικρού στην μέση της ταβέρνας με τα καλάμια, στην τσιμεντένια πίστα. Δεν θα είχε μείνει τίποτα όρθιο. Ίσως μάλιστα να ήταν τόσο δυνατή η έκρηξη που στο τέλος να εξαφανίζονταν κι ολόκληρο το Νησί· γιατί το έχω ξαναπεί: είναι μικρό το Νησί, μια σταλιά -σαν κουτσουλιά γλάρου που πέτρωσε στο Αιγαίο. 


θυμήθηκα αυτή την ιστορία με αφορμή τη βόμβα του Κορδελιού. 

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Η Layla


-“Ήτνα 'παθε αυτή ρε Μανώλη;” ρώτησα τον ιδιοκτήτη του καφέ και πριν προλάβω να συμπληρώσω “Λωλάθηκε;” στην τοπική διάλεκτο κι ενώ οι άλλοι γελούσαν, μού πέταξε στα μούτρα ένα οργισμένο “Σκάσε μαλάκα!” και έτρεξε να την προλάβει.

Μεγάλη Παρασκευή στο Νησί πριν από μερικά χρόνια, μεσημεράκι και στο καφέ του Μανώλη, λιγοστοί οι θαμώνες. Ανέφελος ουρανός, με τη θάλασσα πιάτο μπροστά μας να σαλεύει ανοιξιάτικα κύματα κι ιλαρό φως. Ράθυμοι γλάροι έκοβαν βόλτες, κρώζοντας χαρά κόντρα στην καμπάνα του Αη Γιώργη που σήμανε όλη μέρα πένθιμα τα θεία πάθη.

Εμείς -τέσσερις όλοι κι όλοι με τον Μανώλη που καθόταν κι αυτός μαζί μας- πίσω στην παγκάδα στη σκιά. Καφές, παξιμάδια και τσιγάρα. Εκείνη κάθονταν, όπως και τις άλλες φορές που την είχα δει τις προηγούμενες μέρες, στο μπροστινό τραπέζι, στη γωνία, μόνη της και μάζευε ήλιο. Ξένη σίγουρα. Από πού; Κύριος οίδε.

Ξαφνικά ακούσαμε ποδοβολητό κι ένα τσούρμο πιτσιρικάδες ξεχύθηκε στην παραλία. Δε δώσαμε σημασία αλλά λίγο μετά, είδαμε μια τρομερή λάμψη και ακούσαμε το εκκωφαντικό μπαμ της πρώτης κροτίδας. Ακολούθησε κι άλλες. Πέντε, δέκα, μπορεί και περισσότερες. Πόλεμος κανονικός. Ήταν προφανώς η γενική πρόβα των μικρών μπουρλοτιέρηδων για το επόμενο βράδυ της Ανάστασης.

Στην πρώτη κροτίδα -ή μήπως ήταν δυναμίτης;- τιναχτήκαμε όλοι έτσι που έσκασε αναπάντεχα σηκώνοντας σύννεφο άμμου. Μετά όμως, γελάσαμε με την τρομάρα μας. Τότε ήταν -μέσα στην ομοβροντία- που είδαμε την ξένη να τινάζεται, να πέφτουν από το τραπέζι φλυτζάνια, ποτήρια, τασάκια και εκείνη να φεύγει αλλοπαρμένη με μάτι που γυάλιζε, να πηδάει αγρίμι τη μάντρα και να τρέχει στο δρόμο μέχρι που χάθηκε. Πίσω της έτρεξε ο Μανώλης, μετά αυτό το “Σκάσε μαλάκα!” που μού πέταξε.

Γύρισε μόνος του μετά από ώρα. Στο παραξενεμένο βλέμμα μας, δεν απάντησε μόνο έπιασε τη σκούπα και το φαράσι. Μάζευε τα σπασμένα και μουρμούραγε μονότονα μέσα από τα δόντια του: “Μαλακισμένα, ε μαλακισμένα.” Τον ακούγαμε κι αναρωτιόμασταν αν αναφερόταν σε μας που γελάσαμε εις βάρος της ή στα παιδιά της παραλίας. Ύστερα κλείστηκε στην κουζίνα και βγήκε μόνο όταν τον φωνάξαμε για να τον πληρώσουμε· ήταν ακόμα μουτρωμένος.

Την ξένη, δεν την ξαναείδαμε τις επόμενες μέρες. Δυο χρόνια αργότερα, καλοκαίρι πια, έτυχε να τη γνωρίσω. Η Layla, με θυμόταν από εκείνη την επεισοδιακή Μεγάλη Παρασκευή στο καφέ του Μανώλη. Μού είπε ότι πέρασε όλες τις επόμενες μέρες κλεισμένη στο δωμάτιό της, με το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι κάθε φορά που ακούγονταν μπαμ. “Από τότε, δεν ξαναήρθα Πάσχα στο Νησί” μού είπε.

Εκείνη τη μέρα νόμιζε ότι θα πεθάνει. Με το που έσκασε η πρώτη κροτίδα, ένοιωσε ότι βρέθηκε πάλι στο Σεράγεβο, πίσω στην άνοιξη του `92 που άρχισε η πολιορκία. Ήταν σαν να ζούσε ξανά τους καθημερινούς ανελέητους βομβαρδισμούς. Βρίσκονταν στο Νησί, μίλια και χρόνια μακριά από το κακό και άκουγε εκρήξεις, σειρήνες και ουρλιαχτά πληγωμένων. Ήταν δίπλα στη θάλασσα και μύριζε μπαρούτι, καμμένη σάρκα και αίμα. Μύριζε τον ίδιο το φόβο του θανάτου πάνω της.

Πριν κλείσει χρόνος -η πολιορκία κράτησε μέχρι τον Οκτώβρη του 1995- κατάφερε να φύγει μόνη της, δεκάξι χρόνων, πρόσφυγας όπως χιλιάδες άλλοι. Κατέληξε στο Λονδίνο. Έφτιαξε εκεί της ζωή της και δεν επέστρεψε ποτέ στο Σεράγεβο. Μέχρι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της οριστικά τον εφιάλτη του πολέμου, αλλά αρκούσε μια γιορτινή ομοβροντία στην παραλία για να την κάνει να γυρίσει στην κόλαση.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα σκέφτομαι τη Layla. Θυμάμαι έντονα το τίναγμα και το φευγιό της από το καφέ του Μανώλη. Τον τρόμο στο βλέμμα της. Φέτος, εκτός από τη Layla, σκέφτομαι κι όλους αυτούς που βρίσκονται στα μέρη μας έχοντας μόλις ξεφύγει από άλλους πολέμους. 


Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Τα χειμωνικά

"Πάμε να βοσκηθούμε!" είπε ο χοντρο -Σταμάτης ξαφνικά, έδωσε σάλτο, πήδηξε σαν έφηβος τη μισογκρεμισμένη ξερολιθιά στην άκρη του μονοπατιού και βρέθηκε από την άλλη, σε ένα χωράφι που κατηφόριζε προς τη θάλασσα γεμάτο ξερά χόρτα και αγκάθια. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τί να πρωτοθαυμάσω: τη λέξη “βοσκηθούμε” που μόνο μια υποψία για την ερμηνεία της είχα, ή την ανέλπιστη ευλυγισία που επέδειξε ο υπέρβαρος φίλος μου.

Εξηντάρης ο Σταμάτης με κιλά, διπλά και βάλε τα χρόνια του, είχε ακούσει επιτέλους τις μισές συμβουλές του γιατρού και άρχισε με τα χίλια ζόρια το καθημερινό περπάτημα. Το φαϊ όμως δεν έλεγε να το ελαττώσει. Μεσημέρι -βράδυ καταβρόχθιζε μια ψαρούκλα ικανή να καταπιεί τον Ιωνά με τα απαραίτητα συνοδευτικά κι ενδιάμεσα, όλη μέρα, όλο και κάτι τσιμπολογούσε “για τη λιγούρα βρε αδελφέ” ή για να συνοδέψει τη ρακή του.

Τον συνόδευα πότε -πότε σ`αυτούς τους περιπάτους με συνταγή γιατρού κι έκρυβε καθένας από αυτούς μια έκπληξη καθώς κάθε φορά παίρναμε ένα άλλο μονοπάτι. Εκείνη τη χρονιά, Οκτώβρης όπως τώρα καλή ώρα, γυρίσαμε και γνώρισα το μισό Νησί, περπατώντας παλιά μονοπάτια που είχαν σχεδόν κλείσει από τις γκρεμισμένες ξερολιθιές ή από τους κέδρους που θέριευαν.

Θέριευε κι η κουβέντα καθώς τον κούρδιζα για να μού λέει παλιές ιστορίες για την εποχή που ήταν μικρός σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο που τώρα φιγουράρει σε όλους τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και που τότε, τρία νησιά παραπέρα να πήγαινες δεν ήξεραν καν την ύπαρξή του. Τα έλεγε λαχανιασμένος και όταν του κόβονταν η ανάσα από τον ανήφορο και την αφήγηση, σταματούσε τάχα για να θαυμάσει τη θέα, άνοιγε και τα δυο του χέρια και μού έλεγε ξεπνοϊσμένος: “Δες ομορφιά!”

Εκείνη τη μέρα όμως αν και λαχανιασμένος έδειξε κάπου απροσδιόριστα μέσα στο χωράφι, -δεν είδα τίποτα πέρα από τα ξερά χόρτα όπου δεν είχε βράχια- και είπε αυτό το μοναδικό: “Πάμε να βοσκηθούμε”. Μόνο όταν προχώρησε αρκετά, πρόσεξα μια αδύναμη μικρή συκιά -δέκα κλαδιά όλα κι όλα και λιγοστά φύλλα- και με έκπληξη παρατήρησα ότι είχε καρπό. Πήδηξα κι εγώ τη μάντρα και όταν πλησίασα είδα ότι τα σύκα ήταν γινομένα .

Λίγα είχε, μικρά, μια σταλιά αλλά γλυκά, σκέτο πετιμέζι. “Είναι χειμωνική” μού είπε μπουκωμένος. “Ωριμάζουν τέλη Σεπτέμβρη αρχές Οκτώβρη και τα μαζεύουν και τα ξεραίνουν”. Καθώς είχα αρχίσει κι εγώ τη βοσκή, τού είπα: “Έτσι όπως πάμε, από αυτή δε θα βρουν τίποτα να ξεράνουν”. Πραγματικά, λίγη ώρα αργότερα αφού τον συναγωνιζόμουν στον ρυθμό, κόβω σύκο, το βάζω στο στόμα με τα φλούδια και πριν το καταπιώ έχω ήδη αρπάξει το επόμενο, η μικρή συκιά, η χειμωνική, δεν είχε πάνω της ούτε ένα για δείγμα. Φαγωμένα όλα καθώς πρέπει: από το δέντρο*.


Ο Σταμάτης ούτε εκείνη τη χρονιά, ούτε την επόμενη κατάφερε να αδυνατίσει. Το αντίθετο μάλιστα: συνέχισε να παχαίνει παρά το περπάτημα κι έτσι κάποια στιγμή αναγκάστηκε να κάνει επέμβαση. Το δαχτυλίδι στο στομάχι μετά από καιρό έφερε καλά αποτελέσματα και έκοψε το περπάτημα που ούτως ή άλλως δεν του άρεσε και πολύ. Εγώ συνεχίζω εντατικά τους απογευματινούς περιπάτους καθώς από εκείνη τη μέρα, εντόπισα και χαρτογράφησα όλες τις χειμωνικές του Νησιού και πριν τα μαζέψουν να τα ξεράνουν, πάω να βοσκηθώ.

*Αυτά τα λίγα χειμωνικά, δεν καταναλώθηκαν στην πηγή  για τις ανάγκες εικονογράφησης του ποστ.


Αφιερώνεται, στον Thas που αγαπάει τα σύκα. 

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Η προηγούμενη έκλειψη




Πρέπει να ήταν Αύγουστος γιατί το Νησί ήταν γεμάτο και μεσημέρι γιατί είχαν ξυπνήσει όλοι, ακόμα και αυτοί που είχαν δει ξενυχτισμένοι την ανατολή. Από στόμα σε στόμα -μια που εφημερίδες δεν έφταναν τακτικά και τηλεόραση δεν βλέπαμε- η είδηση της επικείμενης έκλειψης είχε αρχίσει να διαδίδεται από την προηγούμενη, οπότε την ώρα που άρχισε να φαίνεται το πρώτο ίχνος σκιάς πάνω στον ήλιο, αρκετοί ήταν έτοιμοι για να την παρακολουθήσουν.


Μετά από λίγο, έβλεπες παντού παραθεριστές και ντόπιους όρθιους, στη σειρά, να παρατηρούν την εξέλιξη του φαινομένου, με τα χέρια ψηλά κρατώντας αυτοσχέδια μέσα. Ότι μπορεί να φανταστεί κανείς είχε επιστρατευτεί: κομμάτια από σπασμένα μπουκάλια μπύρας, καπνισμένα τζάμια, κομμάτια από φιλμ και σε μια περίπτωση μάσκα οξυγονοκόλλησης.



Με τρεις φίλους αποφασίσαμε να πάμε στο θρόνο που, ως παλιοί,  ξέραμε  ότι ήταν το  σημείο με την καλύτερη θέα  και κυρίως βρίσκονταν μακριά από το πλήθος των παραθεριστών. Το καλοκαιρινό φως είχε αρχίσει να χάνει την έντασή του, όταν φτάσαμε στην πιο πολυσύχναστη παραλία του Νησιού που με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι ήταν άδεια. Μόνο μερικά γλαροπούλια είχαν αράξει δίπλα στη θάλασσα.

Πηδήξαμε τη μάντρα κι ανηφορίσαμε ακολουθώντας το μονοπάτι που μόλις φαίνονταν. Φτάσαμε στο θρόνο κάθιδροι παρ` όλο που η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Θρόνο τον είχαμε βαφτίσαμε εμείς, όπως και άλλα σημεία του νησιού που στερούνταν τοπωνύμιου και τώρα τα βλέπουμε με αυτά, τα δικά μας ονόματα, σε τουριστικούς οδηγούς και ταξιδιωτικά αφιερώματα περιοδικών και γελάμε.

Δεν ήταν παρά ένας απλός τσιμεντένιος πάγκος με πλάτη, ακουμπισμένος πάνω στα βράχια, σε ένα σημείο που η κλίση του εδάφους ήταν ήπια και δημιουργούσε ένα μικρό πλάτωμα. Η θέα από κει ήταν μοναδική- εξ ου και η ονομασία- εφάμιλλη αυτής που απόλαυσε ο Ξέρξης το Σεπτέμβρη του 480 π.Χ από το όρος Αιγάλεω, τουλάχιστον πριν την τραγική για αυτόν κατάληξη της ναυμαχίας της Σαλαμίνας.


Καθίσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Η παράσταση ήδη είχε αρχίσει. Το φως ολοένα και λιγόστευε καθώς η σελήνη κάλυπτε σταδιακά τον ήλιο. Το τοπίο έγινε φθινοπωρινό και είχε αρχίσει  αισθητά να δροσίζει. Στην αρχή ανταλλάξαμε δύο -τρεις κουβέντες σχεδόν ψιθυριστά. Μετά νοιώθοντας την ησυχία που απλώνονταν στη σάλα του σύμπαντος κόσμου μείναμε αμίλητοι.

Όλοι οι συνήθεις ήχοι- ομιλίες, πουλιά, τζιτζίκια, μηχανές καϊκιών, μουσικές, ήχοι κυμάτων- είχαν χαθεί. Ακόμα κι οι ανεπαίσθητοι ήχοι, αυτοί από το σύρσιμο μιας σαύρας ή μιας οχιάς είχαν εξαφανιστεί. Εκκωφαντική σιωπή! Τίποτα. Πουθενά όσο μπορούσε να δει το βλέμμα, τίποτα δε σάλευε, τίποτα δεν προκαλούσε τον παραμικρό ήχο. Κι η θάλασσα μπροστά μας, αγνώριστη χωρίς ρυτίδες, σκοτεινή.

Τη μεγάλη στιγμή της κορύφωσης, όταν πλέον ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης περιβάλλονταν  από το φωτεινό δακτύλιο του ήλιου, εκείνη τη στιγμή, που χωρίς να το θέλουμε κρατούσαμε τις ανάσες μας, εναρμονισμένοι απόλυτα με το περιβάλλον, άρχισε να ακούγεται ένα τακ, τακ, τακ. Δυνατό, επίμονο, αφύσικο και εξαιρετικά ασεβές. Καθώς δεν έλεγε να σταματήσει, ο Α. ανέβηκε εκνευρισμένος στη πλάτη του θρόνου από όπου φαινόταν η ολόκληρη η παραλία.

Κοίταξε κάτω και αμέσως έβαλε τις παλάμες χωνί στο στόμα και άρχισε να ουρλιάζει με τόση ένταση που σίγουρα ακούστηκε στο μισό Αιγαίο:«Σταματήστε επιτέλους! Χαζογκόμενεες!». Ακούστηκαν άλλα δυο-τρία τακ τακ. Ύστερα σταμάτησαν κι επικράτησε πάλι απόλυτη ησυχία.  Ο Α κατέβηκε, πήρε  ανάσα και μας είπε εξοργισμένος, αλλά χαμηλόφωνα: «Έπαιζαν ρακέτες οι ηλίθιες!!!»





Ήταν 11 Αυγούστου του 1999. Είχε προηγηθεί -δύο βδομάδες πριν- έκλειψη σελήνης. Η σημερινή ολική έκλειψη ηλίου θα είναι μερικώς ορατή από την Ελλάδα. Η επόμενη, στις 2 Αυγούστου του 2027. 

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Venceremos Μιχάλη, venceremos



-Ρε Μιχάλη, πίσω από τα κάγκελα, σα φυλακισμένος είσαι, τού είπα κι εκείνος που είχε έρθει μέχρι εκεί, από το καφέ που τα λέγαμε για ώρες, για να μού κουνήσει μαντήλι μέσα Οκτώβρη του 06, πέρασε τη γροθιά μέσα από τα κάγκελα στο λιμάνι της Νάξου και φώναξε σοβαρός-και το εννοούσε: Venceremos!

Σε λιμάνι τον είχα πρωτοσυναντήσει. Πολλά χρόνια πριν. Στο Νησί. Τότε που πηγαίναμε όλοι στο μώλο, κάθε που ερχόταν καράβι, να δούμε ποιούς θα κατεβάσει. Βγήκε από τη μπουκαπόρτα φορτωμένος: ένα σακίδιο στον ώμο από όπου εξείχε το ψαροντούφεκο και στα χέρια κουβαλούσε αγκομαχώντας την εξωλέμβια. Η φίλη του, μπαταρισμένη από τη μια μεριά, έσερνε έναν τεράστιο σάκο από καραβόπανο. Από αυτόν, λίγο αργότερα στην παραλία έβγαζε ένα διπλωμένο πράμα στο χρώμα της καρμίνας που μετά από ώρες τρομπάρισμα, έγινε φουσκωτό. Μ` αυτό είχε σπεύσει με τέρμα τα ανύπαρκτα γκάζια της μικρής εξωλέμβιας μέχρι απέναντι, στη ξέρα, για να βγάλει στη στεριά ένα μισοπεθαμένο Ιταλό -συνάδελφο, ψαροντουφεκά- που λίγο έλειψε να τον χάσουμε από υποθερμία.

Στην Αθήνα, χειμώνα, σπάνια βρισκόμασταν και συνήθως τυχαία. Στο Νησί όμως σταθερά κάθε χρόνο. Κρασοκατανύξεις με κουβέντες παρά θιν αλός, γλέντια ολονύκτια με χορούς κάτω από έναστρους ουρανούς, καλές ψαριές που πάντα αγωνιούσε αν θα ψηνόταν σωστά και μπαινόβγαινε στην κουζίνα της ταβέρνας μέχρι να φτάσει στο τραπέζι μας η πιατέλα με όσα είχε πιάσει μετά από ώρες στο βυθό. Καλοκαίρια από αυτά μας έκαναν τότε να αντέχουμε τους ενδιάμεσους χειμώνες. Καλοκαίρια που μας θωράκισαν μια και καλή και σήμερα δεν τσακίζουμε.

Μαλάκα, ο γιατρός δε μ` αφήνει να πάρω το φουσκωτό, ήταν η πρώτη κουβέντα που μου είπε πριν δυο μήνες όταν τον συνάντησα στο Comicdom Con Athens που συμμετείχε ως εκδότης. Απρίλης στις αρχές του κι εκείνος και ήδη σκεφτόταν το καλοκαίρι στο Νησί. Στο ένα χέρι είχε τσιγάρο και στο άλλο κρατούσε ένα ποτηράκι ρακή. Με είδε που τα κοίταζα επιτιμητικά, χωρίς όμως να λέω κουβέντα και πέταξε ένα ”δε γαμιέται...” που εκείνη την ώρα το μετέφρασα, “όσο αντέξει αυτή η ρημάδα η καρδιά”

Δεν άντεξε, ούτε μέχρι το καλοκαίρι. Και τώρα που πρέπει να τον αποχαιρετίσω, θα βγάλω κι εγώ με τη σειρά μου γροθιά το χέρι μέσα από τα κάγκελα για να τού πω, εννοώντας το: Venceremos Μιχάλη, venceremos.







Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Μετά τη βροχή

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales 11. Επίλογος

 Στέκομαι σήμερα στο μώλο και προσπαθώ μάταια να υπολογίσω πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνη τη μέρα ενός Αυγούστου που φαντάζει πια αρχαίος. Τότε που νόμιζα ότι είχαν έρθει να με συλλάβουν ο Μανούσος, η Σαπφώ κι ο Νομάρχης, επειδή κολυμπούσα γυμνός. Σεπτέμβρης στο τέλος του κι η θάλασσα, λίμνη ακύμαντη να απλώνεται από δω ως το αντικρινό νησί κι ακόμα πιο πέρα. Ιλαρή γαλήνη, που σου επιτρέπει να ακούς και τον παραμικρό ήχο: τα τρελόπουλα που φτερουγίζουν τιτιβίζοντας πίσω στην πλαγιά και τους γλάρους που πετούν και κρώζουν από τη μεριά της θάλασσας.

 Ζέστη και σήμερα όπως τότε. Το καλοκαίρι παίζει στην παράταση και για την ώρα κερδίζει κατά κράτος το φθινόπωρο. Κι εγώ είμαι πάλι (και ακόμα) εδώ: στο μώλο, χωρίς βιβλίο, μιας και το μόνο που θα ήθελα να ξαναδιάβαζα αυτές τις μέρες, δεν το έχω φέρει μαζί μου. Με ένα σημειωμάταριο όπου γράφω μέρες τώρα σκόρπιες φράσεις για τον επίλογο αυτής της ιστορίας που δεν ξέρει πώς να τελειώσει, μιας και τα καλοκαίρια που πέρασαν, μπερδεύονται γλυκά μεταξύ τους. Τα γεγονότα, οι μικρές ιστορίες, όλα, ένα κουβάρι μπλεγμένο. Μόνο ο τόπος ο ίδιος. Ή σχεδόν ίδιος.

 Ο μώλος δεν έγινε μαρίνα. Στέκει πάνω στα βράχια, φαγωμένος από κύμα και καιρό. Ακριβώς από κάτω, το θαλάμι του Βρασίδα με τα χρόνια έχει γίνει σωστή σπηλιά και έχει πια αλλάξει ενοίκους. Πίσω στην πλαγιά με τις βροχές που έφεραν οι τελευταίοι χειμώνες, έχουν φουντώσει μερικά πευκάκια. Τα βλέπω γερμένα προς το Νότο -φυτικές πυξίδες του τόπου, μα μόνο για εξασκημένα βλέμματα. Καμία τεράστια ξενοδοχειακή μονάδα δεν αλλοιώσε το τοπίο. Μόνο το χωριό γέμισε δωμάτια που γεμίζουν κάθε καλοκαίρι κάνοντας το Νησί να βουλιάζει και τους κατοίκους να τρέχουν πανικόβλητοι και να μην προλαβαίνουν.

 Η παραλία, η ωραιότερη του Νησιού, δε διαθέτει ούτε μπαράκι με μοχίτο και χιτάκια, ούτε ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες σε στρατιωτική στοίχιση. Από το μώλο βλέπω τους λιγοστούς όψιμους παραθεριστές να απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στην άμμο αυτές τις μέρες σαν ανέλπιστο δώρο, πριν επιστρέψουν, οι ξένοι στις χώρες τους κι οι Έλληνες στα ζόρικα που προσωρινά άφησαν πίσω τους.

 Όλοι σχεδόν είναι γυμνοί. Η Σαπφώ δεν τα κατάφερε τελικά, ούτε να μας διώξει, ούτε να μας ντύσει. Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, όπως μάθαμε, έγινε ευρεία σύσκεψη στο χωριό. Όσοι είχαν ταβέρνες και δωμάτια ανέκοψαν την ορμή του κοινοτάρχη, έχοντας πάρει σαφή μηνύματα από τους πελάτες τους. Τη χαριστική βολή ωστόσο έδωσε ο παπά Στάθης όταν μπροστά σε όλους, είπε έξαλλος στη Σαπφώ: “Δεν μπορείς να διαφημίζεις το Νησί σαν παράδεισο και τη ίδια στιγμή να προσπαθείς να εκδιώξεις τους πρωτόπλαστους από εδώ.”

 Η Σαπφώ στις επόμενες εκλογές δεν εκλέχτηκε κι επέστρεψε πικραμένος στο ψάρεμα. Τελευταία όποτε τον συναντώ, από μακριά σηκώνει το αριστερό του χέρι και με χαιρετάει. Μια- δυο φορές μάλιστα που βρεθήκαμε στο καφενείο του χωριού επέμενε να με κεράσει. Έχει γκριζάρει για τα καλά και όσο πάει μοιάζει περισσότερο με το μακαρίτη τον Ομάρ Σαρίφ. Δεν του κρατάμε κακία για τα παλιά, ούτε τον λέμε πια Σαπφώ. Ο χρόνος έσβησε τις εντάσεις. Αλλά ακόμα και τότε, κοινωνοί της ομορφιάς αυτού του τόπου, η ψυχή μας ούτε για μια στιγμή δεν έστρεξε να σκεφτεί κακό για αυτόν. Έτσι -άλλος λίγο, άλλος πολύ- όλοι στεναχωρηθήκαμε όταν μάθαμε ότι έχασε το δεξί του χέρι. Αυτό το χέρι που μας κουνούσε τότε απειλητικά φωνάζοντας: “Σόδομα και Γόμορα!”, στριφογύρισε αποκομμένο στον αέρα μέσα στη λάμψη ενός δυναμίτη που έσκασε πριν την ώρα του και ύστερα χάθηκε στη θάλασσα. Κι ο Ομάρ, το θηρίο, ίδιος ο προ πάππους του ο πειρατής, αιμορραγώντας ποτάμια κατάφερε σφίγγοντας τα δόντια να οδηγήσει το καΐκι με το ζερβό από τα ανοιχτά μέχρι το λιμάνι.

 Ο Μανούσος έμεινε μερικά χρόνια ακόμα κι ύστερα πήρε μετάθεση για τη Λεβεντογέννα. Το Νησί όμως δεν το ξεχνάει. Σχεδόν κάθε χρόνο, θα περάσει λίγες μέρες εδώ με την οικογένειά του. Η κυρά του μια όμορφη κρητικιά, έξω καρδιά, τσαούσα, έδεσε μια χαρά με τον μαζεμένο Μανούσο. Τα κοπέλια του όμως καθόλου δεν του μοιάζουν. “Ρε συ, δεν είναι δικά σου παιδιά αυτά!” του λέω κάθε φορά που τα βλέπουμε να ξανοίγονται δελφινάκια σωστά στη θάλασσα ενώ αυτός τα κοιτάζει με την αγωνία του γονιού και με το φόβο του ανθρώπου που συνεχίζει πηγαίνει μόνο μέχρι εκεί που πατώνει. “Κουζουλέ Ρασκόλνικοβ...” απαντάει σταθερά εκείνος όταν τον πειράζω από τότε που του χάρισα και διάβασε μονορούφι το “Έγκλημα και Τιμωρία” στη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου.

 Τις προάλλες, στις 17 του μήνα γιόρταζε η Σοφία. Αγόρασα από το φούρνο κουλουράκια βανίλιας που της αρέσουν κι πήρα το μονοπάτι για το κονάκι τους. Πριν μερικά χρόνια πήραν ένα μικρό κομμάτι γης έξω από το χωριό με ένα ρημάδι, ψηλά, στην πάνω του πλευρά. Παλιά στάνη πετρόκτιστη, ένα ερείπιο που αρνιόταν σθεναρά να καταρρεύσει. Το επισκεύασαν με μεράκι και το μετέτρεψαν σε μόνιμο σπιτικό “για τα γεράματά” τους. Τώρα πια δεν μού φαίνονται τόσο μεγάλοι όσο μού φαινόταν όταν τους πρωτογνώρισα. Κι ας έχουν ασπρίσει εντελώς κι οι δυο τους. Κι ας συνεχίζει, η Σοφία τουλάχιστον να με φωνάζει “Μικρέ!”.

 Ανηφορίζοντας το μονοπάτι που φτάνει στο κτήμα τους, καθώς πλησιάζω, χωρίς να το καταλάβω πάντα αρχίζω να σφυρίζω. Μάλλον το κάνω γιατί φοβάμαι ότι μπορεί και πάλι να βρεθώ σε δύσκολη θέση. Κατά βάθος είμαι βέβαιος: αυτοί οι δύο εφευρίσκοντας τρόπους κι ανακαλύπτοντας δρόμους, συνεχίζουν να σμίγουν ακάθεκτοι. Και το λέω έχοντας αδιάσιστα στοιχεία: δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασα και στο βλέμμα τους διέκρινα ξεκάθαρα εκείνη την παλιά μπουνάτσα που είχα προσέξει τη στιγμή που με βοηθούσαν να ανέβω τη σκάλα στο μικρό ταχύπλοο.

 Μα κι αυτό να μην πρόσεχα, πρέπει να είσαι τυφλός για να μη δεις ότι σχεδόν δεν απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον. Σαν να πονάνε τα κορμιά τους όχι από τα χρόνια που τους βαραίνουν πια, αλλά από την απόσταση που μπορεί να τους χωρίσει, έστω και για μια στιγμή. Μπαίνει ο Γιάννης στο σπίτι να φέρει κι άλλα μεζεδάκια κι τον ακολουθεί αμέσως η Σοφία με κάποια αστεία δικαιολογία. Και κάποια στιγμή, αργά το βράδυ, όταν πια σταματάμε να μιλάμε και κοιτάζουμε πλήρεις το θαύμα άλλης μιας νύχτας χωρίς φεγγάρι που απλώνεται μπροστά μας, μ` αφήνουν μόνο στο τραπέζι και αράζουν δίπλα στην στενή πεζούλα. Κι ύστερα από λίγο θα δεις τη Σοφία να γέρνει στον ώμο του και το Γιάννη να ακουμπάει το ένα χέρι του στον μηρό της και με το άλλο να την αγκαλιάζει, τάχα γιατί έβαλε ψύχρα.


 Δυο σιαμαία γεροντάκια, μα πάντα με εφηβική διάθεση. Έτοιμοι να σου προσφέρουν και πάλι όχι μόνο εκείνο τον αρωματικό καφέ μα κι όλα τα καλά από το μικρό περιβόλι τους. Και το πιο σημαντικό: ατέλειωτες ιστορίες, παλιές μα και καινούριες, του φετινού καλοκαιριού που τελείωσε κι εμείς επιμένουμε εδώ να κρατάμε τα ξέφτια του. Τόσες πολλές, που με κάνουν να πιστεύω ότι επίλογος σε αυτήν εδώ την ιστορία με τίτλο summer`s tales είναι σχεδόν αδύνατον να γραφτεί. 



Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 10. Αν ζευγαρώσεις στο Νησί


 “Μην ανησυχείς! Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει. Αυτά τα ακούμε από τότε που πρωτοήρθαμε στο Νησί κι έχουν περάσει από τότε, κοντά τριάντα χρόνια”, διέκοψε τις σκέψεις μου η Σοφία και προσπαθώντας να με καθησυχάσει συνέχισε: “Το Νησί δεν προσφέρεται για τις επενδύσεις που ονειρεύεται ο Κοινοτάρχης. Η συγκοινωνία, άγονης γραμμής, με ένα καράβι τη βδομάδα, δε βοηθάει καθόλου. Η παραλία είναι πολύ μικρή για να σηκώσει μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα και τα περισσότερα κτήματα στην πλαγιά, ανήκουν σε οικογένεια που δεν πρόκειται να πουλήσει ούτε σπιθαμή. Όσο για τη μαρίνα που θέλει να φτιάξει επεκτείνοντας το μωλαράκι, τα νερά εδώ είναι τόσο αβαθή που είναι εντελώς ασύμφορο. Η Σαπφώ όμως, δεν τα καταλαβαίνει αυτά και νομίζει ότι τους επενδυτές τους διώχνουν οι γυμνιστές...”

 Τα επιχειρήματα της Σοφίας - που φαινόταν ότι ότι ενστερνίζονταν απόλυτα κι ο Γιάννης- ήταν ατράνταχτα, ωστόσο η προοπτική της “ανάπτυξης” που επεδίωκε η Σαπφώ, με ανησυχούσε πολύ. Είχα αποβιβαστεί τυχαία για πρώτη φορά μόλις πριν μερικά χρόνια - με λογάριαζαν ήδη στους “παλιούς”- κι αν όχι από την αρχή, σίγουρα όμως από το τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι και μετά, συνειδητοποίησα ότι αυτό το Νησί δεν ήταν απλώς ένας ιδανικός προορισμός διακοπών, αλλά η ίδια η Ιθάκη μου. Οπότε το ενδεχόμενο να ενσκήψουν μνηστήρες που θα άλλαζαν ριζικά το Νησί, μού φάνηκε εκείνη τη στιγμή αβάσταχτο. Ωστόσο ο Γιάννης και η Σοφία επέμεναν ότι δραματικές αλλαγές δε θα βλέπαμε. Ή τουλάχιστον αλλαγές που δεν θα αντέχαμε και θα μας ανάγκαζαν να βγούμε στο πηγαιμό για αναζήτηση άλλου προορισμού. Κι αν το πίστευαν εκείνοι, που σε σχέση με εμένα τον “παλιό” ήταν “αρχαίοι”, πραγματικά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

 “Μα αλήθεια έρχεστε τριάντα χρόνια;” τους ρώτησα και μού είπαν ότι εκείνη τη χρονιά συμπλήρωναν τα εικοσιοκτώ· καλοκαίρια στο Νησί αλλά και εικοσιοκτώ χρόνια κοινού βίου. 'Εφτασαν την προϊστορική εποχή. Tότε που το Νησί δεν είχε καν λιμάνι· άραζε στα ανοιχτά το πλοίο κι ερχόταν μια λάντζα για να μεταφέρει τους ελάχιστους επιβάτες και τα ζωντανά στη στεριά. Είδαν να κατεβάζουν γάιδαρο με βίντζι. Από το πλοίο μέχρι τη λάντζα, “πετούσε ο γάιδαρος ” πάνω από τη θάλασσα, κοίταζε από ψηλά τρομαγμένος και γκάριζε όλο παράπονο για το κακό που τον βρήκε.

 Δωμάτια υπήρχαν δυο- τρία όλα κι όλα· για κανέναν εμπορικό αντιπρόσωπο που ερχόταν μια στο τόσο, για τον δικαστικό επιμελητή που έφτανε στις εκλογές -που οι ντόπιοι τον αγγάρευαν μετά την κάλπη και πριν την αναχώρηση, να λύσει τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους- και ακόμα πιο σπάνια για κανένα “λωλό” ταξιδιώτη που αποβιβαζόταν στο Νησί. Όμως και περισσότερα δωμάτια να υπήρχαν τότε, εκείνοι θα προτιμούσαν να κοιμούνται “στο μοναδικό ξενοδοχείο των χιλιάδων αστέρων”: έξω, στην παραλία. Νερό έπαιρναν από το πηγάδι που υπάρχει ακόμα, μα έχει χρόνια τώρα στερέψει· έκαναν ντους πετώντας παγωμένα μπουγέλα ο ένας στον άλλον. 

 Γυμνοί όλοι μέρα, ντυνόταν μόνο όταν κρύωναν ή για να πάνε στο χωριό για φαγητό. Ταβέρνα δεν υπήρχε· στο μοναδικό μπακάλικο, σε ένα τραπέζι της αυλής, τους ετοίμαζαν αυγά, πατάτες, φάβα και πότε πότε κανένα ψάρι. Δεύτερο, γιατί τα πρώτα έφευγαν για άλλους προορισμούς. Όλα μαγειρεμένα σε πετρογκάζ. Έτρωγαν υπό το φως μιας λάμπας πετρελαίου γιατί ούτε ηλεκτρικό είχε τότε το Νησί. Μόνο μια -δυο γεννήτριες που τους έπαιρναν τα αυτιά από το θόρυβο που έκαναν όταν δούλευαν· στα πανηγύρια -κυρίως του Δεκαπεντάγουστου- και στους γάμους που ήταν όλοι, ντόπιοι και ξένοι καλεσμένοι στη χαρά.


Ο Γιάννης κι η Σοφία που τότε ήταν φοιτητές, έφτασαν στο Νησί χωριστά, με διαφορετικές παρέες. Υπολόγιζαν να μείνουν μια βδομάδα, μα όταν έφυγαν ζευγαρωμένοι, είχαν σαραντίσει. Θα είχαν μείνει σίγουρα περισσότερο -και θα έχαναν την εξεταστική του Σεπτεμβρίου- αν δεν είχαν πανικοβληθεί οι γονείς  με την πολυήμερη εξαφάνισή τους. Μια φορά τη βδομάδα, πήγαιναν στο τηλεφωνείο του χωριού και ξεστόμιζαν μέσα από παράσιτα, κάθε φορά κι άλλη δικαιολογία. Ήταν απίστευτο το τί τους είχαν πει για την παράταση της διαμονής τους: τα πάντα πλην της μιας και αληθινής αιτίας. Αλλά εκείνοι παρέμεναν έξαλλοι. Γιατί, άντε να καταλάβουν οι γονείς, πώς είναι να έχεις βρεθεί στον Παράδεισο και άντε να θυμηθούν πώς είναι να είσαι μέχρι τα μπούνια ερωτευμένος.



Ο Γιάννης έφερε την κανάτα με τον καφέ, αλλά αρνήθηκα συμπλήρωμα. Με την κουβέντα, είχα μείνει μαζί τους πάνω από δυο ώρες, κόντευε μεσημέρι και σκεφτόμουν ότι αν παρέμενα κι άλλο θα ήταν κατάχρηση της φιλοξενίας. Επι πλέον, από το σκάφος έβλεπα την παραλία που είχε γεμίσει πια. Όλοι οι φίλοι μου ήταν εκεί – μάλιστα η Λ, που με είχε δει στο σκάφος, λίγο πριν μπει στη θάλασσα, με χαιρέτισε από μακριά. 

Τους ευχαρίστησα  και πήγα να βουτήξω από την πλώρη. Τελευταία στιγμή, άλλαξα γνώμη και πήγα στην πρύμνη. Από εκεί θα έφτανα πιο γρήγορα τη Λ που είχε ξανοιχτεί. Η Σοφία το πρόσεξε, υποψιάστηκε το λόγο της αλλαγής και την ώρα που βουτούσα, την άκουσα να λέει γελώντας: “Πρόσεχε μικρέ! Αν ζευγαρώσεις στο Νησί, θα είναι για πάντα.”

(στο επόμενο ποστ, ο επίλογος)

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 9. On board


 Παραδόξως, η φράση μου δεν προκάλεσε ούτε ένα χαμόγελο στους αποδέκτες της -γεγονός που με έκανε να νιώσω ακόμα πιο άβολα. Το έλεγα σοβαρά, σχεδόν το πίστευα και για να αποδείξω του λόγου το αληθές, τους έκανα νόημα να κοιτάξουν στο μώλο. Ούτε καν γύρισαν. “Αυτό τρέμει σαν το ψάρι” είπε η καπετάνισσα στον σύντροφό της κι ύστερα, ανήσυχη σε μένα: “Εσύ έχεις μελανιάσει παιδί μου, έλα πάνω!” Έκανα μια προσπάθεια, αλλά έτσι όπως οι δυνάμεις μου είχαν εξαντληθεί φάνταζε σχεδόν ακατόρθωτο να ανέβω την κάθετη σκάλα της πρύμνης. Άπλωσαν χέρια και οι δύο, με τράβηξαν και βρέθηκα στο σκάφος. Ήμουν σε ασφαλές και σε στέρεο έδαφος· το μικρό σκαρί έστεκε πλέον ασάλευτο. Ασάλευτη ήταν κι η σκιά του κάτω, στον πυθμένα· ενδιάμεσα τα πράσινα νερά του Νησιού.

 Τί είναι Παράδεισος; Πολύ σχετικό. Εξαρτάται ποιόν θα ρωτήσεις και ποια δεδομένη στιγμή. Για μένα, εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή ο Παράδεισος είχε πολύ συγκεκριμένο στίγμα -ίδιο με αυτό του σκάφους- και τα βασικά συστατικά του ήταν μια μεγάλη πετσέτα, μια κούπα εξαίσια αρωματικός καφές και ένα πιάτο γεμάτο κουλουράκια βανίλιας που μού πρόσφεραν οι σωτήρες μου, ο Γιάννης και η Σοφία. Την αίσθηση του Παραδείσου, συμπλήρωνε η θαλπωρή που με έκαναν να νοιώθω με τις φροντίδες τους· θα τις χαρακτήριζα γονεϊκές, αν δεν ήταν τόσο διακριτικοί και οι δυο τους.

 Όταν συνήλθα κάπως κι αφού απαίτησαν επίμονα να μην τους μιλάω στον πληθυντικό, με ρώτησαν γιατί είχα μείνει τόσην ώρα στο νερό. Τους εξιστόρησα τί είχε συμβεί, δείχνοντας τους και πάλι το μώλο και την κουστωδία που εκείνη τη στιγμή επιτέλους έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής στο χωριό. Με άκουγαν προσεκτικά, χαμογελώντας αλλά όταν είπα: “...έφτασε στο σημείο να φέρει τον Νομάρχη από τη Σύρο...” δεν κρατήθηκαν κι έβαλαν τα γέλια. ”Ποιός Νομάρχης; Ένας γνωστός του Κοινοτάρχη είναι που τον έφερε για επενδύσεις στο Νησί ή έτσι τουλάχιστον διαδίδει η Σαπφώ.” ξεκαθάρισε ο Γιάννης και στη φωνή του, ειδικά όταν πρόφερε τη λέξη “επενδύσεις”, διέκρινα σαρκασμό που εντάθηκε στη συνέχεια καθώς πέρασε σε λεπτομέρειες που αγνοούσα.

 Το σενάριο που είχε πλάσει η φαντασία μου κατέρρευσε, αλλά αυτό που ξεπρόβαλε από τα λεγόμενα του Γιάννη, -το όραμα του Κοινοτάρχη για την “ανάπτυξη” του Νησιού και ειδικά αυτής της παραλίας- μού φάνηκε πολύ χειρότερο. Γύρισα και κοίταξα την θάλασσα. Μέσα από τα λαμπυρίσματα, κοντά στο σκάφος, ξεπήδησε δυο- τρεις φορές ένα κοπάδι αθερίνες τρομαγμένες από κάποιο περαστικό μεγάλο ψάρι κι ύστερα χάθηκαν. Στην επιφάνεια έμειναν για λίγο ίχνη από το πέρασμά τους ώσπου έσβησαν κι αυτά. 


Γύρισα και κοίταξα την παραλία, από το μώλο μέχρι τον ανατολικό κάβο. Ύστερα το μάτι μου τριγύρισε στην πλαγιά, στα δύο της αλμυρίκια, στο θυμάρι και στη ρίγανη που φύτρωνε στα βράχια. Στις φραγκοσυκιές που έβαιναν πάνω από την ξερολιθιά. Φαντάστηκα εκεί χτισμένο ένα μεγαθήριο με μπετονένιες καμάρες και πορτοπαράθυρα βαμμένα με το πιο κοινό μπλε του εμπορίου, στην παραλία -την πιο όμορφη του Νησιού- αυστηρά παρατεταγμένες ομοιόμορφες ομπρέλες και ξαπλώστρες, πίσω στη μάντρα, ένα beach bar να εκπέμπει δυνατά τα μπιτάκια της μιας σαιζόν· και  το μώλο μαρίνα με κότερα δεμένα στη σειρά. Εφιάλτης. 

Μην ανησυχείς! Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει. Αυτά τα ακούμε από τότε που...


 (συνεχίζεται)

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Summer`s tales- 8. Ο πελαγίσιος Σίσυφος


Τελικά η ντροπή υπερίσχυσε· μού λύγισε τα γόνατα, άνοιξε τα δάχτυλα που κρατούσαν τους ορθοστάτες της σκάλας και βρέθηκα πάλι στο παγωμένο νερό με φλεγόμενα όμως αυτή τη φορά μάγουλα. Ενώ το μόνο που θα ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να βγω, να σκουπιστώ, να πιω μια γουλιά από τον καφέ μου και να καπνίσω δυο τρία τσιγάρα το ένα μετά το άλλο κοιτάζοντας το βαρκάκι του όψιμου έρωτα που συνέχιζε να λικνίζεται, ξανοίχτηκα στη θάλασσα. Στο μώλο όπου βρισκόταν τα αντικείμενα του πόθου μου -ο καφές, τα τσιγάρα κι η πετσέτα- οι διώκτες μου παρέμεναν αμετακίνητοι.

 Η Σαπφώ κι ο Νομάρχης στεκόταν όρθιοι στο τελείωμα του μώλου. Ο πρώτος κρατούσε ένα χαρτί -ή μήπως ήταν χάρτης;- κι ο άλλος κάτι του έλεγε και παράλληλα τού έδειχνε μια πάνω στο χάρτη με το δάχτυλο και μια με το χέρι προς την πλαγιά. Η Σαπφώ φαινόταν να μην καταλαβαίνει· έστριβε αμήχανα το θηριώδες μουστάκι του και κοίταζε την πλαγιά, το χάρτη, ύστερα κοίταζε την παραλία και μετά πάλι το χάρτη. “Τώρα μάλιστα!” σκέφτηκα. “Καταστρώνουν σχέδια επί χάρτου για να μας συλλάβουν όλους!” Κινήθηκα πάλι προς τον κάβο. Τότε είδα και τον Μανούσο που έκρυβαν οι άλλοι δύο. Ήταν πίσω τους καθισμένος στην τσιμεντένια μπίντα* του μώλου, είχε στα χέρια ανοιγμένο το βιβλίο μου και κοίταζε ανήσυχος τη θάλασσα. Όταν με είδε κι εκείνος -πάλι χωρίς να τον πάρουν είδηση οι άλλοι που ήταν προσηλωμένοι στο χάρτη- έκανε μια κίνηση που μετέφρασα: “Αμάν ρε, πού ήσουν και με κοψοχόλιασες;”

 Στην κατάσταση που ήμουν, αν και μού φάνηκε συγκινητικό το γεγονός ότι ο Μανούσος είχε ανησυχήσει για μένα, μού ήρθε να γελάσω. Ο φοβιτσιάρης νόμιζε ότι είχα πνιγεί γιατί δεν με έβλεπε πουθενά όση ώρα στεκόμουν στη σκάλα του ταχύπλοου. Μού ήταν όμως αδύνατον: οι μυς του προσώπου μου παγωμένοι καθώς ήταν, δεν υπάκουσαν ώστε να σχηματιστεί έστω κι ένα μικρό χαμόγελο. Έτσι περιορίστηκα να κουνήσω το κεφάλι θέλοντας να τού πω: “άστα να πάνε φίλε μου...”. Δεν ξέρω τί κατάλαβε πάντως αντί άλλης απάντησης μού έδειξε το βιβλίο αρκετά περήφανος κι ύστερα έσκυψε και συνέχισε να διαβάζει. Και λέω συνέχισε, γιατί πρόσεξα ότι κοίταζε αριστερή σελίδα. Υπέθεσα ότι το πολύ να είχε φτάσει στη δεύτερη, εκεί που ο Γκογκολ έγραφε: ”...το διαμέρισμα ήταν της κακιάς ώρας, όπως και το πανδοχείο, που έμοιαζε με όλα τα επαρχιακά πανδοχεία, όπου με δυο ρούβλια την ημέρα, οι ταξιδιώτες νοικιάζουν μια ήσυχη κάμαρα. Κατσαρίδες, χοντρές σα δαμάσκηνα, τρέχουν στις γωνιές αυτής της κάμαρας...”

 Έβαλα και πάλι ρότα για τον κάβο προσπαθώντας να εκτιμήσω την κατάσταση. Κολυμπούσα αργά, πιο αργά από κάθε άλλη φορά και σκεφτόμουν ότι οι εραστές θα συνέχιζαν επ` άπειρο τις ιδανικές ερωτοπραξίες τους δίνοντας ενέργεια στο λίκνισμα του ταχύπλοου, οι στρατηγοί του μώλου θα κατέστρωναν επιτελικά σχέδια για να διεξάγουν νικηφόρα τον πόλεμο εναντίων των γυμνιστών, το όργανο της τάξης θα διάβαινε για πρώτη φορά το κατώφλι της ρώσικης λογοτεχνίας μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει κι εγώ... Εγώ, ο ταλαίπωρος θα συνέχιζα το πήγαινε -έλα αναγκαστικά ως την αιωνιότητα. Αυτά τα διακόσια πενήντα μέτρα από το μώλο μέχρι τον κάβο, θα γινόταν ο δικός μου Ελλήσποντος αλλά χωρίς το έπαθλο που περίμενε τον Λέανδρο** στο τέλος της διαδρομής του. Ή μάλλον όχι Λέανδρος· δεν ήμουν παρά ένας πελαγίσιος Σίσυφος που κουβαλούσε έγια μόλα, πέτρα το σώμα του αντί στην κορυφή του βουνού της τιμωρίας, κόστα κόστα: το ποστάλι της καταδίκης του επίμονου γυμνιστή.


 Αποδεχόμενος το ρόλο του Σίσυφου, όταν έφτασα στο κάβο, πήρα αμέσως το δρόμο της επιστροφής. Ακόμα πιο αργά. Ακόμα πιο ράθυμα. Δεν ήμουν ούτε στα μισά, όταν έπιασα στον αέρα μια μυρωδιά φρέσκου καφέ. Σταμάτησα να κολυμπάω και προσπάθησα να καταλάβω από που ερχόταν. Στην παραλία είχαν μισοανοίξει οι σκηνές, έβλεπα κεφάλια να προβάλουν κι αμέσως μετά να κρύβονται κατεβάζοντας τα φερμουάρ μόλις αντιλαμβανόταν την απειλητική παρουσία των αρχών του Νησιού. Οι σκηνίτες όμως έκαναν συνήθως στιγμιαίο καφέ κι αυτός που μύριζε ήταν φίλτρου και μάλιστα εξαιρετικά αρωματικός. Γύρισα προς το σκάφος και είδα το ζευγάρι. Είχαν βγει από την καμπίνα και καθόταν στο κατάστρωμα. Κρατούσαν δυο μεγάλες κούπες καφέ. Από το σημείο που ήμουν διέκρινα ότι άχνιζαν · μαζί με τα πρωινά τσιγάρα τους.

 Με τη λαχτάρα του ναυαγού που μετά από ατέλειωτες ώρες στον ωκεανό είδε νησί στον ορίζοντα, κολύμπησα και πάλι προς το σκάφος. Έφτασα στην πρύμνη και πιάστηκα από τη σκάλα. Τους άκουσα που κουβέντιαζαν. Έλεγαν κάτι για τη μπουνάτσα. “Γαλήνη” την έλεγε η καπετάνισσα. Έβαλα το πόδι μου στο πρώτο σκαλί αλλά σταμάτησα. Αντί να εμφανιστώ ξαφνικά και πιθανόν να τους τρομάξω, θεώρησα ότι θα ήταν πιο σωστό να τους προειδοποιήσω για την άφιξή μου. Χτύπησα λοιπόν μαλακά το σκαρί -σαν να ήταν πόρτα- και περίμενα. Η κουβέντα τους σταμάτησε. Ξαναχτύπησα λίγο πιο δυνατά για να καταλάβουν από πού ερχόταν αυτός ο αναπάντεχος ήχος. Τους άκουσα να αφήνουν τις κούπες τους, να σηκώνονται και να έρχονται προς την πρύμνη.

 Αμέσως μετά, τους είδα έκπληκτους να στέκουν και να με κοιτάζουν από ψηλά. Αν δεν τους είχα παρακολουθήσει πριν από λίγη ώρα από τη μισάνοιχτη πόρτα της καμπίνας, δεν ξέρω αν θα πρόσεχα αυτό που έβλεπα ξεκάθαρα εκείνη τη στιγμή  στα πρόσωπά τους και ήταν πιο έντονο ακόμα κι από την δικαιολογημένη έκπληξη στα βλέμματά τους: εκείνη τη μοναδική, την υπέρτατη γαλήνη που βγήκε στην επιφάνεια, μόλις καταλάγιασε η φλογισμένη φουρτούνα εντός τους.  Τη μπουνάτσα που απλωνόταν πάνω στο ηλιοκαμένο δέρμα τους, αδιάψευστη απόδειξη της ερωτικής πράξης που προηγήθηκε. 

Κοκκίνισα πάλι, ξέχασα τα λόγια που είχα σχεδιάσει να τους πω πριν την πρώτη απόπειρα επιβίβασης και ξεστόμισα χωρίς να προηγηθεί ούτε μια “καλημέρα” το ανεκδιήγητο: “Αν σας πω ότι με κυνηγάει η αστυνομία θα με πιστέψετε;”  (συνεχίζεται...) 


μπίντα: δέστρα σκάφους.