Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Just for fun

Από μακριά είδε τα χαρτόκουτα στημένα και κατάλαβε ότι είχε αργήσει. Κοντοστάθηκε για λίγο χωρίς να ξέρει πού να πάει. Ύστερα γύρισε και περπάτησε προς στην βορινή πλευρά του σταθμού. Βρήκε άδεια την εσοχή στη πλαϊνή είσοδο που ήταν πάντα κλειστή. Οι άστεγοι που διανυκτέρευαν στο σιδηροδρομικό σταθμό του Nettuno απέφευγαν αυτή τη γωνιά γιατί την έπιανε ο αέρας και ήταν απομονωμένη. Απόψε όμως δεν έκανε πολύ κρύο και ήταν μια ήσυχη βραδιά. Το τελευταίο τραίνο για Ρώμη είχε αναχωρήσει εδώ και αρκετή ώρα.


Ευτυχώς είχε φάει.Με το δάχτυλο τεντωμένο έδειξε ένα τριώροφο ζουμερό χάμπουργκερ στη μαρκίζα πάνω από τα ταμεία. Η κοπέλα πίσω από τον πάγκο, κοίταξε επίμονα τα κατάμαυρα νύχια του με μια έκφραση αποστροφής για το ρακένδυτο άντρα. Κατέβασε βιαστικά το χέρι του κι έσκυψε το κεφάλι. Χωρίς να δει τι ήθελε ο πελάτης, η κοπέλα φώναξε στο μικρόφωνο άσχετη παραγγελία και χτύπησε το αντίτιμο στην ταμειακή μηχανή. Εκείνος έβγαλε από τη τσέπη του μια χούφτα κέρματα, τα ακούμπησε στον πάγκο και της χαμογέλασε δειλά.

Έφαγε καθισμένος σε ένα παγκάκι απέναντι από τη θάλασσα χαζεύοντας τα λιγοστά ιστιοφόρα που ήταν δεμένα στη μαρίνα. Άναψε το τσιγάρο που είχε ζητήσει το απόγευμα από ένα περαστικό, το κάπνισε και σηκώθηκε . Βάδισε ανατολικά ακολουθώντας τη Via Cristoforo Colombo που οδηγεί από το λιμάνι στην Plazza 9 Settembre 1943 που βρίσκεται ο σιδηροδρομικός σταθμός. Είχε κίνηση όπως κάθε Κυριακή βράδυ.

Βολεύτηκε μόνος στη σκοτεινή γωνιά και σκεπάστηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Όπως κάθε βράδυ με ανοιχτά τα μάτια ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν στο Varanasi καθισμένος στα σκαλοπάτια της όχθης και μπροστά του απλωνόταν σκοτεινός ο Γάγγης. Έβγαλε τα ρούχα του και μόνο με το εσώρουχο μπήκε αργά στο ποτάμι. Πήρε νερό με τις χούφτες και έπλυνε το πρόσωπό του. Γύρω του υπήρχε πολύ κόσμος αλλά δεν άκουγε φωνές.
Ο ήλιος ανέτειλε πάνω στα νερά. Το φως τον τύφλωσε και γύρισε προς την άλλη μεριά. Μια νεκρική πυρά φούντωνε αφήνοντας ένα σύννεφο καπνού και τη γλυκιά μυρωδιά του σανταλόξυλου. Ανέπνευσε βαθειά θέλοντας να τη γευτεί, όσο μπορούσε περισσότερο. Μετά από λίγο η μυρωδιά μπερδεύτηκε με κάτι άλλο, το σανταλόξυλο χάθηκε και άρχισε να μυρίζει βενζίνη. Μια λάμψη, ήχος ανάφλεξης και πόνος.



Εικόνες: Επαίτης στη Τζαϊπούρ και Πρωινό στο Γάγγη

4 σχόλια:

Prokopis Doukas είπε...

Πολύ καλό! Σου συνιστώ να εντάξεις το link σου μέσα στο κείμενο...
Μπορείς να το κάνεις μαυρίζοντας το κείμενο και πατώντας ένα "βατραχάκι" που έχει πάνω από το template... ;-)

Καλή συνέχεια!

Prokopis Doukas είπε...

Δεν το τύπωσα "από κεί" το μήνυμα, γιατί δεν θα καταλάβαινε κανείς.

Μια χαρά είναι η φωτό! Όσο για το βατραχάκι, τι έχεις να χάσεις; ;-)

Freedom είπε...

Υπέροχο...όπως πάντα... :'(

Τσαλαπετεινός είπε...

Freedom : Βρε! Κατέβηκες στο υπόγειο του μπλογκ κι είναι όλα άνω κάτω όλα εδώ. Μέσα στις αράχνες και στην υγρασία. Άσε που είναι καμένες και οι λάμπες!


Σε ευχαριστώ, φιλάκια