Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Τήρηση προεκλογικών υποσχέσεων


Ποιο είναι άραγε το βασικό κίνητρο που ωθεί κάποιον να θέσει υποψηφιότητα και να διεκδικήσει την ψήφο των συμπολιτών του; Αυτό που προτάσσουν στην πλειονότητά τους οι υποψήφιοι είναι ο διακαής πόθος να υπηρετήσουν το λαό και τα συμφέροντά του. Κανένας όμως δεν τολμά να ομολογήσει ότι υπάρχει κι άλλο ένα ανομολόγητο πλην όμως ισχυρότατο κίνητρο.

Κόντρα λοιπόν στο ρεύμα των υποψηφίων που αποκρύπτουν επιμελώς τα μύχια κίνητρά τους θα αναφερθώ στην δική μου υποψηφιότητα. Ομολογώ εντίμως και ευθύς εξ αρχής, ότι όταν διεκδίκησα την προεδρία εκείνο που με παρακίνησε περισσότερο από το να θέσω εαυτόν στην υπηρεσία του συνόλου ήταν η μέθη της εξουσίας που θα μου πρόσφερε αυτή η θέση.

Η προεκλογική μου εκστρατεία παρ` όλο που ήταν περιορισμένη σε χρονική διάρκεια- μόλις μιας εβδομάδας- περιελάμβανε όλα τα συνήθη μέσα πλην των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών: σύντομες ομιλίες επί της ουσίας της πολιτικής που θα ακολουθούσα σε περίπτωση εκλογής, ανάρτηση ενός και μόνο πανό με το βασικό σύνθημα της εκστρατείας- όχι τόσο από οικολογική συνείδηση, όσο από έλλειψη πόρων μια που δεν είχα καμία απολύτως χρηματοδότηση- και το κυριότερο, συνεχή, ουσιαστική και καθημερινή προσωπική επαφή με το σύνολο των εν δυνάμει ψηφοφόρων μου.

Η βασική προεκλογική μου υπόσχεση και σύνθημα της εκστρατείας ήταν ομολογουμένως κάπως αόριστη, αλλά κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας- δυο μόλις μέρες πριν την κάλπη- με περιορισμένο μεν αλλά ενθουσιώδες ακροατήριο, στριμώχτηκα από καίρια ερώτηση που δέχτηκα από ψηφοφόρο. Η παντελής έλλειψη πολιτικής πείρας και ο ενθουσιασμός που έδινε η πρόγευση της εξουσίας με οδήγησαν στο ατόπημα να συγκεκριμενοποιήσω κατ` απόλυτο τρόπο το αόριστο. Μέγα λάθος! Το ξέρουν όλοι οι συνάδελφοι. Στις δύσκολες ερωτήσεις ξεγλιστράμε πάση θυσία, δίνοντας ασαφείς απαντήσεις ή αλλάζοντας το θέμα.

«Τέσσερεις!» ήταν ο αριθμός που ασυλλόγιστα ξεστόμισα απαντώντας στην ερώτηση: «Όταν λες να ψηφίσουμε εσένα για περισσότερες εκδρομές, πόσες ακριβώς εκδρομές σε ένα μήνα εννοείς;» Με έλουσε κρύος ιδρώτας καθώς συλλογίστηκα το ανέφικτο της υπόσχεσης που έδωσα και μετάνιωσα πικρά για την υπερβολή.

Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή συνετέλεσε στο εκλογικό αποτέλεσμα που ήταν ένας θρίαμβος. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ήταν διπλάσιο του ποσοστού που θα συγκεντρώσει τη ερχόμενη Κυριακή το πρώτο κόμμα. Η χαρά για την εκλογική νίκη και η ανάληψη της προεδρίας της Γ` τάξης του Γυμνασίου όμως ήταν μισή από το βάρος της ευθύνης που μου δημιουργούσε η απερίσκεπτη εξαγγελία. Γιατί μπορεί όπως ήδη ομολόγησα τα κίνητρά μου να ήταν ποταπά, είχα όμως φιλότιμο και έπρεπε να κρατήσω το λόγο μου. Το «πώς» αναλογιζόμουνα την ώρα που κατέβαζα το χαρτόνι- πανό που είχα αναρτήσει στον τοίχο ακριβώς πίσω και πάνω από το θρανίο μου στην τελευταία σειρά. Έγραφε με μεγάλα γράμματα:



ΓΙΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ
ΨΗΦΙΣΤΕ
ΕΜΕΝΑ





και ακριβώς από κάτω από το σύνθημα είχα σχεδιάσει ένα βέλος που όταν καθόμουν έδειχνε το κεφάλι μου.


Οι μήνες περνούσαν και οι εκδρομές ερχόταν με τον συνηθισμένο τους ρυθμό. Η μόνη ελπίδα να κρατήσω το λόγο που έδωσα και θεωρούσα ότι αποτελούσε συμβόλαιο με τους συμμαθητές μου -ήταν ο Μάιος. Για τις δύο τελευταίες εβδομάδες του είχαν κανονιστεί η εκδρομή της τάξης στο Βόλο και η ημερήσια εκδρομή όλου του σχολείου. Έτσι τη πρώτη εβδομάδα του Μάιου μπήκα στο γραφείο του Γυμνασιάρχη- ένας καλοκάγαθος θεολόγος στα πρόθυρα της σύνταξης, εξαιρετικά αφηρημένος όπως είχαμε ήδη διαπιστώσει- και δε δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήταν μια ωραία μέρα γι εκδρομή. Το μεγάλο βήμα για την επίτευξη του στόχου είχε πραγματοποιηθεί. Δύο εκδρομές στο τέλος του μήνα, μια στην αρχή σύνολο τρεις. Μου χρειαζόταν μια ακόμα. Η πιο δύσκολη.

Όπως στο αρχαίο δράμα εμφανίζεται ο από μηχανής θεός για να δώσει λύση όταν η εξέλιξη έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, έτσι και στο δικό μου προσωπικό δράμα εμφανίστηκε από μηχανής θεός: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αυτοπροσώπως! Στις 8 η ώρα το πρωί κάποιας μέρας της δεύτερης εβδομάδας εκείνου του Μάιου σύσσωμη η μικρή μας πόλη υποδεχόταν στην κεντρική πλατεία τον Πρόεδρο. Τυμπανοκρουσίες, ανθοδέσμες, ομιλίες, όλα ωραία και καλά… αλλά πολύ σύντομα. Στις 8:20 είχε ήδη φύγει και εμείς επιστρέψαμε στο σχολείο.

«Μη ζητήσεις εκδρομή! Πήγαμε την προηγούμενη βδομάδα…» μου το ξέκοψε ο γυμνασιάρχης με το που με είδε να μπαίνω στο γραφείο του. Δε με πτόησε ούτε μια στιγμή το αποφασιστικό του ύφος. Άρχισα να λέω με το επίσημο ύφος που ταίριαζε στην ημέρα, πόσο ξεσηκωμένοι ήμασταν όλοι από την τιμή που μας έκανε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Ανώτατος Άρχοντας στη Ακριτική μας πόλη, την ξεχασμένη κι από το Θεό, την πόλη που έδωσε το αίμα της στους αγώνες του Έθνους, συνέχισα με αποσπάσματα από την Αγωγή του πολίτη για τη Δημοκρατία, για τους θεσμούς, πρόσθεσα και κάτι που είχε πει κι ο Δήμαρχος στην προσφώνηση του πριν από λίγο κι ετοιμαζόμουνα να διανθίσω την αγόρευσή μου με κάτι από το μάθημά του, μια παραβολή, μια ρήση των Αποστόλων, κάτι…ώστε να κάμψω και την τελευταία του αντίσταση όταν τον άκουσα να λέει σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, ένα απελπισμένο «Εντάξει! Θα πάμε εκδρομή» προφανώς για να γλιτώσει από το παραλήρημα μου.



Θυμάμαι τις ενθουσιασμένες φωνές των παιδιών στην τάξη όταν τους ανακοίνωσα την απόφαση του γυμνασιάρχη. Τους έκανα νόημα να σταματήσουν και δήλωσα με- κατά το δυνατόν- συγκρατημένη περηφάνια ότι είχα εκπληρώσει την προεκλογική μου υπόσχεση για τέσσερεις εκδρομές σε ένα μήνα. Δεν πίστευα στα αυτιά μου όταν άκουσα τους περισσότερους να λένε: «Ποια υπόσχεση;». Το είχαν ξεχάσει- ή δεν με άκουγαν προσεκτικά – κι εμένα με είχε φάει η αγωνία όλη τη χρονιά πώς θα τα καταφέρω.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς ήταν – και παραμένει – πρωτοφανές. Ένας υποψήφιος τήρησε με θρησκευτική ευλάβεια την προεκλογική του υπόσχεση απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που δε θυμόταν καν τι του είχαν τάξει.


Η ανάρτηση αφιερώνεται στους συμμαθητές μου.

Η φωτογραφία είναι από εκδρομή της τάξης μας την επόμενη χρονιά.


Μουσική: After You've Gone, σύνθεση του Benny Goodman με την Swing Orchestra του Bernard Berkhout

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Σύγχρονοι Ημεροδρόμοι- Σπάρταθλο 2009



Ο John Foden, σμήναρχος της RAF, δρομέας μεγάλων αποστάσεων και λάτρης της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας, προφανώς πέρασε πολλά βράδια πάνω στην Ἱστοριῶν ἕκτη ἐπιγραφομένη Ἐρατώ του Ηροδότου, στο σημείο όπου ο ιστορικός αναφέρει : «…καὶ πρῶτα μὲν ἐόντες ἔτι ἐν τῷ ἄστεϊ οἱ στρατηγοὶ ἀποπέμπουσι ἐς Σπάρτην κήρυκα Φειδιππίδην Ἀθηναῖον μὲν ἄνδρα, ἄλλως δὲ ἡμεροδρόμην τε καὶ τοῦτο μελετῶντα·»

Το 492π.Χ. ο Μαρδόνιος είχε υποτάξει Θράκη και Μακεδονία ενώ την επόμενη χρονιά ο Δαρείος ζήτησε από τις Ελληνικές πόλεις «γη και ύδωρ». Οι κήρυκες που μετέφεραν την απαίτηση του μεγάλου Βασιλιά σε Αθήνα και Σπάρτη λέγεται ότι θανατώθηκαν. Το 490 π.Χ. η στρατιά των Περσών έφτανε δια θαλάσσης στο Μαραθώνα έχοντας καταλάβει τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου και ισοπεδώσει την Ερέτρια. Εκείνες τις κρίσιμες ώρες ως γνωστόν οι Αθηναίοι στρατηγοί έστειλαν τον Φειδιππίδη (Φιλιππίδη;) στη Σπάρτη ζητώντας ενισχύσεις.

Ο άθλος του περίφημου ημεροδρόμου* «ός χίλια πεντακόσια στάδια ήνυσε δια μιάς νυκτός και ἡμέρας, προς Λακεδαιμονίους ἀφικόμενος» - όπως αναφέρει το Λεξικό Σουίδα στο λήμμα Φειδιππίδης- αποτέλεσε πρόκληση για το Βρετανό σμήναρχο που το φθινόπωρο του 1982 μαζί με άλλους τέσσερεις συναδέλφους του, επίσης δρομείς απέδειξαν του λόγου το αληθές διανύοντας την διαδρομή του Φειδιππίδη όπως την σχεδίασαν βασισμένοι στην περιγραφή του Ηροδότου. Έφτασαν στην Σπάρτη μετά από 36 ώρες.

Όμως ο John Foden δε σταματάει στην επίτευξη του αρχικού του στόχου. Ονειρεύεται την καθιέρωση διεθνούς αγώνα στα χνάρια του αρχαίου ημεροδρόμου με δρομείς μεγάλων αποστάσεων από όλον τον κόσμο. Την επόμενη χρονιά το όνειρό του αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά με την πραγματοποίηση του πρώτου Διεθνούς Σπάρταθλου υπό την εποπτεία του ΣΕΓΑΣ με τη συμμετοχή 45 αθλητών από 11 χώρες.

Χρόνο με το χρόνο ο αριθμός των αθλητών μεγαλώνει: φέτος στην 27η διοργάνωση του αγώνα στην εκκίνηση -που όπως πάντα δόθηκε κάτω από το βράχο της Ακρόπολης την τελευταία Παρασκευή του Σεπτεμβρίου (25/9) στις 7 το πρωί –σημειώθηκε ρεκόρ συμμετοχής αφού βρισκόταν εκεί 350 δρομείς από 33 διαφορετικές χώρες, ηλικίας από 24 έως 70 χρόνων. Ανάμεσά τους 36 γυναίκες.

Το Σπάρταθλο είναι ίσως ο δυσκολότερος αγώνας παγκοσμίως -όπως και ο Μαραθώνιος της Σαχάρας (Marathon des sables)-όχι μόνο λόγω της απόστασης -246 χιλιόμετρα-που ισοδυναμεί με 6,2 Μαραθώνιους αλλά και λόγω του ότι οι αθλητές έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλες υψομετρικές διαφορές- από το επίπεδο της θάλασσας ανεβαίνουν στα 1200 μέτρα-εναλλασσόμενες καιρικές συνθήκες και ποικιλία των εδαφών που πρέπει να διανύσουν: από την άσφαλτο της εθνικής και τους επαρχιακούς χωματόδρομους, πρέπει, όχι απλώς να διασχίσουν δύσβατα μονοπάτια αλλά να σχεδόν να αναρριχηθούν μέσα στη νύχτα στο Παρθένο όρος. Εκεί που σύμφωνα πάντα με τον Ηρόδοτο, ο Φειδιππίδης συνάντησε τον θεό Πάνα που προέβλεψε την νίκη των Αθηναίων.

Με το πρώτο φως της μέρας οι δρομείς κατηφορίζουν προς την Σπάρτη όπου στον τερματισμό τους περιμένει το έπαθλο: μια κούπα νερό από τον Ευρώτα κι ένα στεφάνι ελιάς. Είναι αρκετά. Σε αυτό τον αγώνα κύριος στόχος δεν είναι ο συναγωνισμός, και οι καλές επιδόσεις**, αλλά η συμμετοχή και ο τερματισμός. Ο κάθε αθλητής δεν έχει να αναμετρηθεί με αντιπάλους αλλά με τα δικά του ανθρώπινα όρια που πρέπει να υπερβεί για να συνεχίσει. Κι αυτό είναι που γεννά μαγικές στιγμές στη διάρκεια της ατελείωτης διαδρομής. Στιγμές αλληλεγγύης ανάμεσα στους αθλητές που ο ένας παρακινεί τον άλλο να συνεχίσει, εκεί που οι δυνάμεις αρχίζουν να τους εγκαταλείπουν.

Δεν είναι λίγες οι φορές που στα τελευταία μέτρα πριν από τον τερματισμό οι συγκεντρωμένοι Σπαρτιάτες είδαν βουρκωμένοι, αθλητές διαφορετικών εθνικοτήτων, λίγο πριν την κατάρρευση, να προχωράνε αγκαλιασμένοι στηρίζοντας ο ένας τον άλλο και να ακουμπάνε συγχρόνως τα χέρια τους στη βάση του αγάλματος του Λεωνίδα- το νήμα αυτού του άθλου- ώστε να καταχωρηθεί ο ίδιος χρόνος σε όλους.

Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος στον τερματισμό

Είχα την τύχη να ζήσω από πολύ κοντά το Σπάρταθλο του 1997 . Ακολούθησα τους δρομείς με μηχανή, από την εκκίνηση μέχρι τον τερματισμό- εκτός βέβαια της διαδρομής στο Παρθένο όρος όπου φαντάζομαι ότι βρίσκονται αυτή τη στιγμή που γράφω -τρεις τα ξημερώματα του Σαββάτου- οι αθλητές της 27ης διοργάνωσης.

Συμμετείχε ένας καλός φίλος, ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος, ο ορειβάτης που κατέκτησε με την ελληνική ομάδα την κορυφή του Έβερεστ το Μάιο του 2004. Ήταν η πέμπτη φορά που επιχειρούσε το Σπάρταθλο- τις τέσσερεις προηγούμενες είχε εγκαταλείψει «στα 160 , στα 155, και 185 και στα 198 χιλιόμετρα» όπως έλεγε μέχρι τότε απογοητευμένος. Εκείνη τη φορά τερμάτισε το απόγευμα του Σαββάτου αρκετές ώρες μετά τον πρώτο αθλητή που ήταν ο Κώστας Ρέππος. Το βράδυ της ίδιας μέρας τον ρώτησα: «Πώς γίνεται

Ήταν εξαντλημένος από την υπερπροσπάθεια, κατάμαυρος από τον ήλιο και αδυνατισμένος, αλλά φανερά ικανοποιημένος. Θυμάμαι ακόμα, δώδεκα χρόνια αργότερα, κατά λέξη την απάντηση που μου έδωσε τότε: «Στην αρχή προχωράς με το σώμα. Κάποια στιγμή όμως κουράζεται, παραιτείται και σταματά. Για να συνεχίσεις, πρέπει να αναλάβει δράση η ψυχή, το πείσμα…το τσαγανό, που λέμε. Αλλά και αυτά εξαντλούνται κάποτε. Τότε έρχεται το πνεύμα για να συνεχίσει την προσπάθεια, οπότε δεν υπάρχουν πια όρια.»


* ο Λίβιος αναφέρει «Οι έλληνες ονομάζουν ημεροδρόμους αυτούς που μέσα σε μια μέρα καλύπτουν τρέχοντας τεράστιες αποστάσεις»

**Ο
Γιάννης Κούρος, που τερμάτισε πρώτος το 1983 κατέχει το ρεκόρ ανδρών με 20:25. Ο έλληνας υπερμαραθωνοδρόμος κέρδισε επίσης την πρώτη θέση το 1983, 1984, 1986 και το 1990. Οι επιδόσεις του είναι οι τέσσερις καλύτερες που έχουν επιτευχθεί ποτέ σε αγώνες Σπάρταθλου. Το 2005 αποφάσισε να επαναλάβει τον πλήρη άθλο του Φειδιππίδη τρέχοντας τη διαδρομή Αθήνα – Σπάρτη – Αθήνα σε 53 ώρες και 43 λεπτά.

Μια εξαιρετική γεύση : Spartathlon2007 !!!

οι τερματίσαντες του 2009 και το δελτίο τύπου


Ενημέρωση : Πρώτος τερμάτισε ο 42χρονος Γιαπωνέζος SEKIYA RYOICHI με χρόνο 23:48:24 . Πρώτη από τις γυναίκες η επίσης γιαπωνέζα INAGAKI SUMIE σε 27:39:49 , 14η στη γενική κατάταξη και αμέσως μετά 15ος ο Δημήτρης Πετρογιάλης – πρώτος από τους έλληνες αθλητές με χρόνο 28:01:33

@ Ο Πολωνός αθλητής Πιότρ Κουρίλιο που έχει πολλές συμμετοχές στο Σπάρταθλο- θα τον δείτε να τερματίζει δεύτερος στο ντοκιμαντέρ Spartathlon2007 - συνηθίζει να έρχεται από την χώρα του …με τα πόδια! Διανύει τα 3.000 χιλιόμετρα περίπου σε 3 βδομάδες.


Μουσική: Metamorphosis Two, σύνθεση του Philip Glass από το άλμπουμ Solo Piano του 1989



...και μερικές φωτογραφίες από το Σπάρταθλο του 1997


Λίγο πριν την εκκίνηση κάτω από την Ακρόπολη.


Ο κόσμος εμψυχώνει τους αθλητές στη εθνική οδό.

Αθλητής διασχίζει τον Ισμθό της Κορίνθου.



Ο εβδομηντάχρονος γάλλος πρωταθλητής υπεραποστάσεων,
Ζακ Κουρτιλόν σε στάση για φαγητό




Στις γραμμές του τραίνου.



Αθλητής τερματίζει στο άγαλμα του Λεωνίδα.




Ο Κώστα Ρέππος στην τελική ευθεία.






Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Gladiator(s)



Ολοκληρώθηκε η πολυσυζητημένη τηλεοπτική «μονομαχία» μεταξύ του πρωθυπουργού και προέδρου της ΝΔ Κώστα Καραμανλή και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου. Οι δύο αρχηγοί τοποθετήθηκαν στα κοινωνικά θέματα, τα ζητήματα του κράτους, του περιβάλλοντος, της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομίας.Οι κ.κ. Καραμανλής και Παπανδρέου μίλησαν όρθιοι, σε πόντιουμ, απέναντι ο ένας στον άλλο. Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Μαρία Χούκλη από την ΕΡΤ. (από το Βήμα)




Οι δύο αρχηγοί διασταύρωσαν τα ξίφη τους πάνω σε θέματα οικονομίας και ανάπτυξης, παιδείας και κοινωνικού ενδιαφέροντος, κράτους και δημόσιας διοίκησης, περιβάλλοντος και υποδομών και, τέλος, εξωτερικής πολιτικής. Έντονη ήταν η κόντρα των δύο ανδρών για τα κοινωνικά θέματα και κυρίως για το ασφαλιστικό. Στην ατζέντα της αντιπαράθεσης βρέθηκαν και πάλι τα σκάνδαλα, όταν η συζήτηση έφτασε στην ενότητα κράτος και δημόσια διοίκηση. Η τηλεμαχία Καραμανλή - Παπανδρέου κατέληξε με τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και η οξύτερη αντιπαράθεση σημειώθηκε για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, ζήτημα που επανέφερε ο πρωθυπουργός. (από το Mega)



Κοινή εκτίμηση είναι ότι σε επίπεδο εντυπώσεων και η σημερινή διαδικασία έληξε χωρίς αδιαμφισβήτητο νικητή, γεγονός που σημαίνει όμως και τη διάψευση των ελπίδων του κυβερνητικού στρατοπέδου για ανάκτηση του χαμένου εδάφους μέσα από τα ντιμπέιτ. Ύστερα από περίπου 75 λεπτά συζήτησης, οι δύο "μονομάχοι" κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα ότι υπάρχουν δύο δρόμοι στην πορεία της Ελλάδας προς το μέλλον. Καθένας ωστόσο επέμεινε ότι η κατεύθυνση που ο ίδιος προτείνει είναι εκείνη που οδηγεί στην έξοδο από την κρίση με τις λιγότερες απώλειες. Παρά το γεγονός ότι οι ασφυκτικοί όροι που έθεσαν τα κομματικά επιτελεία για τη διεξαγωγή της συζήτησης δεν ενθάρρυναν τον απευθείας διάλογο, οι πολιτικοί αρχηγοί επιχείρησαν να προσδώσουν στη διαδικασία έναν πιο ζωντανό χαρακτήρα, διανθίζοντας το λόγο τους με απευθείας αναφορές στον αντίπαλό τους. (από την Ελευθεροτυπία)



Η ‘πρώτη ύλη’ για την εικονογράφηση προήλθε από φωτογραφίες της ταινίας του Ridley Scott Gladiator, που πήρα από εδώ.

Μουσική: The Battle, της Lisa Gerrard και του Hans Zimmer από την ταινία Gladiator. Bonus Track: Now we are Free

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Κάτι θα βρω...


-Πού είναι;
-Τι;
-Η σημερινή ανάρτηση!
-Ε...δεν έχει.
- Δεν έγραψες;
-Όχι!
-Γιατί παρακαλώ;
-Δεν πρόλαβα...
-Τι έκανες χθες όλη μέρα;
-Η αλήθεια είναι ότι άρχισα το μεσημέρι να γράφω κάτι με θέμα τον καιρό που ήταν βροχερός δυο βδομάδες συνέχεια…
-Ανώδυνα πράγματα!
- Όχι! Υπήρχαν υπόγειες, πλην όμως σαφείς αναφορές την πολιτική επικαιρότητα.
-Μασκαρεμένη προεκλογική ανάρτηση δηλαδή.
- Με συγχωρείς, αλλά ήταν μια πολιτική ανάρτηση προορισμένη να προβληματίσει.
-Και τι έγινε;
- Είχα βρει μουσική που έδενε καταπληκτικά, μια καλή φωτογραφία, αλλά ευτυχώς με φρέναρε ένα απόσπασμα από ένα παλιό χρονογράφημα...
-Γιατί;
-Να έλεγε : «Γράφεις αποβραδίς για το θαυμάσιο ανοιξιάτικο καιρό. Το πρωί σε ρεζιλεύει ο άστατος αττικός ουρανός. Βρέχει με το τουλούμι. Παλεύεις να είναι ωραίο, δυνατό, νευρώδες κι εκείνο βγαίνει λειψό και αξιολύπητο…»* Κατάλαβες τώρα τι με φρέναρε;
- Όχι…
-Είδα πρόγνωση του καιρού...δε θα έχει βροχές αυτή τη βδομάδα. Δε μπορούσα να ανεβάσω τέτοιο θέμα κι έξω να είναι χαρά Θεού.
-Τέλος πάντων. Γιατί δεν έγραψες κάτι άλλο;
- Ξεκίνησα δύο. Ένα για περιστέρια- μια παλιά ιστορία ετικέτας logbook -και ένα ακόμα για πλυντήρια. Αυτό με τα πλυντήρια το προχώρησα αρκετά.
-Γιατί δεν το τελείωσες;
-Είχε πάει 7:30 κι άρχιζε ο ημιτελικός!
-Να, θα μπορούσες να γράψεις για την νίκη της Εθνικής.
-Αυτό ήθελα και κράτησα σημειώσεις. Δες εδώ!
-Δε βγάζω άκρη με αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα.
- Εγώ πάντως τα βγάζω. Κοίτα: πρώτο δεκάλεπτο 16-13, δεύτερο δεκάλεπτο… Πρίντεζης εκπληκτικό κάρφωμα και φάουλ… τρυφερή σκηνή με τους Σλοβένους τεχνικούς 31- 24… τρίτο δεκάλεπτο ασίστ του Καλάθη στο Φώτση και κάρφωμα, 42-37… τέταρτο δεκάλπτο..
-Ωραία! Γιατί δεν κάθισες μετά τον αγώνα να γράψεις;
-Άκου κι αυτό! Είναι καλό το έγραψα στο τέλος: «Ο Ζήσης παίρνει θέση για ελεύθερες βολές. Δεκαέξι δευτερόλεπτα και πέντε δέκατα πριν από το τέλος ενώ το σκορ είναι 55-53. Φαίνεται ψύχραιμος. Φιλάει τη μπάλα, λυγίζει τα γόνατα και σουτάρει. Η μπάλα φεύγει από τα χέρια του και περιστρεφόμενη γύρω από τον εαυτό της διαγράφει μια γλυκιά καμπύλη για να καταλήξει στο καλάθι…»
-Μπερδεύεις την ποίηση με το μπάσκετ!
-Μα το μπάσκετ είναι ποίηση.
-Εντάξει! Ξαναρωτάω, γιατί δεν έγραψες μετά τον αγώνα;
- Δεν ήξερα αν έπρεπε να γράψω για τον αγώνα ή μόνο για τον Σοφοκλή.
-Μπορούσες να γράψεις για τον αγώνα και να αφιερώσεις μια παράγραφο στο Σχορτσανίτη.
-Δεν έφτανε μια…έβαλε 23 πόντους. Ήταν ο καλύτερος αγώνας του.
-Ας ήταν δύο, ας ήταν τρεις, αλλά να έγραφες!
-Ξεκίνησα αλλά είχα το ένα αυτί στη συνέντευξη και δε μπορούσα να συγκεντρωθώ.
-Ωραία. Ας την έβλεπες κανονικά και ας έγραφες για συνέντευξη.
-Προσπάθησα να την παρακολουθήσω αλλά δεν τα κατάφερα. Άσε που σκέφτηκα ότι ακολουθεί το debate των έξι μετά των δύο…στο μεταξύ άρχισε κι ο τελικός Ισπανία- Σερβία και ήθελα να τον δω.
-Λοιπόν! Τα πολλά λόγια είναι φτώχια! Έχει πάει πέντε. Στρώσου και γράψε. Τώρα!
-Τι να γράψω;
-Δε με ενδιαφέρει. Ας είναι για περιστέρια, ας είναι για το χρυσό του 2005, ας είναι για τον Γκάλη, ας είναι για το γέρο Καραμανλή, για το Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη, για το Παρίσι -Τέξας…
-Δε με βοηθάς καθόλου έτσι.
-Ένα σου λέω: θα περάσω πάλι στις επτά. Αν δεν έχει ανάρτηση, απολύεσαι!
-…
-Τι σκέφτεσαι;
-Να γράψω την κουβέντα μας;
-Τη θυμάσαι;
-Μέσες άκρες.
- Δεν είναι άσχημη ιδέα. Μη βάλεις μόνο αυτό το τελευταίο- για την απόλυση…Για τίτλο, τί σκέφτεσαι;
-Κάτι θα βρω...







Μουσική : Rio Ancho, Paco de Lucía, από το δίσκο Entre Dos Aquas 1986 (αφιερωμένο στους Ισπανούς νικητές του Eurobasket 2009)

Η εικόνα του Σοφοκλή από εδώ


*Από το χρονογράφημα του Νίκου Παπαπερικλή (1908-1988) Ένας κόσμος

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

New York, New York




-Κορίτσια η Ευρώπη, τέρμα!
Την κοίταξαν έκπληκτες αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη, μασουλώντας το κουλουράκι της που μόλις είχε βουτήξει στον καφέ: «Φέτος θα πάμε στη Νέα Υόρκη! Την Ευρώπη πλέον την έχουμε εξαντλήσει».

Ήταν συμμαθήτριες και αχώριστες φίλες από το δημοτικό. «Εβδομήντα συναπτά έτη» συνήθισαν να λένε σε όποιον τις ρωτούσε, στρογγυλεύοντας το νούμερο- παραδόξως προς τα πάνω. Παντρεύτηκαν και οι τρεις σε διάστημα ενός χρόνου, λίγο μετά την αποφοίτησή τους από το σχολείο. Όπως οι γονείς τους, έτσι και οι σύζυγοι ήταν γνωστοί αλλά εξ αιτίας τους έγιναν στενοί φίλοι. Γεννοβόλησαν παράλληλα, μεγάλωσαν, σπούδασαν και πάντρεψαν τα παιδιά τους-δυστυχώς όχι μεταξύ τους όπως διακαώς επιθυμούσαν ώστε να αποκαλούν η μια την άλλη «συμπεθέρα». Ταυτόχρονα έγιναν και γιαγιάδες οπότε πηγαίνανε μετά τα παιδιά και τα εγγόνια τους βόλτες στον Εθνικό Κήπο. Οι αναλογίες στη ζωή τους συνεχίστηκαν με τους θανάτους των συζύγων τους που άφησαν το μάταιο τούτο κόσμο με διαφορά λίγων μηνών ο ένας από τον άλλο. Έτσι οι συμμαθήτριες βρέθηκαν μαυροφορεμένες χήρες να παρηγορεί η μια την άλλη. Όταν περάσανε από τα μαύρα στα γκρίζα και τα σκούρα μπλε με πιτσιλωτό ανθάκι, άρχισαν συστηματικά τα ταξίδια στην Ευρώπη. Στην αρχή ένα το χρόνο, αλλά σύντομα μια που δεν είχαν υποχρεώσεις - τα εγγόνια είχαν στο μεταξύ μεγαλώσει -τα ταξίδια έγιναν δύο. Ένα την άνοιξη και ένα το φθινόπωρο. Έτσι έχοντας εξαντλήσει όλους τους ευρωπαϊκούς προορισμούς, η ιδέα της Νέας Υόρκης βρήκε αμέσως πρόσφορο έδαφος.



Τα παιδιά τους- που όπως όλα τα παιδιά, από μια χρονική στιγμή και μετά είχαν αρχίσει να παίζουν το ρόλο του γονιού για τους ίδιους τους γονείς τους- μόλις πληροφορήθηκαν τις προθέσεις τους αντέδρασαν έντονα. Από καιρό είχαν αρχίσει να σκέφτονται ότι τα ταξίδια έπρεπε να σταματήσουν, γιατί ναι μεν τα ‘κορίτσια’ ήταν υγιέστατα, πλησίαζαν όμως πλέον τα ογδόντα. Έτσι η προοπτική της υπερατλαντικής εξόρμησης τους έκανε να επιστρατεύσουν κάθε μέσον για να τις μεταπείσουν. Μάταια όμως γιατί εκείνες είχαν ξεσηκωθεί για τα καλά. Έτσι με μισή καρδιά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν διατυπώνοντας όμως αυστηρότατους όρους και συστάσεις, όπως να επιστρέφουν στο ξενοδοχείο το αργότερο στις έξι το απόγευμα, να μην φοράνε καθόλου κοσμήματα στις εξόδους τους, να μην κουβαλάνε πολλά μετρητά μαζί τους και να μην τολμήσουν επ` ουδενί να χρησιμοποιήσουν τον υπόγειο. «Κι αν σας επιτεθεί κανένας, να του δώσετε αμέσως ότι χρήματα έχετε πάνω σας για να γλυτώσετε τη ζωής σας!» ήταν η τελευταία κουβέντα- ύστατη, γι αυτό και ακραία προσπάθεια να ματαιώσουν το ταξίδι- που ακούσανε από τα παιδιά τους στο αεροδρόμιο την ημέρα της αναχώρησης.

Το Μεγάλο Μήλο τις εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισαν καθώς πλησίαζαν στο Manhattan από το JFK. Ήταν σούρουπο, μόλις είχαν αρχίσει να ανάβουν τα φώτα της πόλης ενώ ο ουρανός ήταν ακόμα φωτεινός. Παρ` όλη την ταλαιπωρία του πολύωρου ταξιδιού η εικόνα των πανύψηλων κτιρίων, τις ξεσήκωσε και τους θύμισε όλες τις σκηνές από τις ασπρόμαυρες κι έγχρωμες ταινίες που είχαν δει και στις οποίες η πόλη πρωταγωνιστούσε με τον τρόπο της. Καμία σκηνή όμως δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την πραγματικότητα που είχαν εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια τους. Διασχίζοντας τη γέφυρα του Brooklyn ξεχνώντας το αυχενικό που τις ταλαιπωρούσε, κοιτάζανε ψηλά σα μικρά παιδιά από τα παράθυρα του ταξί και παρακαλούσαν να μην τελειώσει αυτή η διαδρομή, πάνω από τα νερά του East River.


Τις πρώτες μέρες ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες. Γρήγορα όμως ξεθάρρεψαν αφού διαπίστωσαν ότι η πόλη δεν ήταν δα και τόσο επικίνδυνη. Έτσι το αρχικό «έξι το απόγευμα επιστροφή στο ξενοδοχείο», έγινε οκτώ και όταν βρήκαν εισιτήρια για ένα μιούζικαλ που είχαν καημό να δούνε, μπήκαν στο δωμάτιό τους σαν Σταχτοπούτες, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Μετά από μια βδομάδα έχοντας ήδη επισκεφτεί το Metropolitan, το Guggenheim και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας έχοντας κάνει ατελείωτες βόλτες κι έχοντας ταΐσει όλες τις πάπιες στο Central Park, έχοντας δει όλη την πόλη από την κορυφή του Empire State Building αποφασίσανε την επόμενη να βγούνε και για ψώνια.

Σηκώθηκαν νωρίς, στολίστηκαν πήραν μαζί τους αρκετά μετρητά και μπήκανε στο ανσασέρ πολύ χαρούμενες. Πάτησαν το κουμπί για τον πρώτο όροφο- όπου ήταν η τραπεζαρία για να πάρουν το πρωινό τους- αλλά δευτερόλεπτα πριν κλείσει η πόρτα, ένα τεράστιο μαύρο χέρι εμφανίστηκε στο ύψος που ήταν το φωτοκύτταρο. Η πόρτα άνοιξε αμέσως διάπλατα και ένας πανύψηλος μαύρος μπήκε βιαστικός. Η εισβολή του τις τρόμαξε και τις έκανε να μαζευτούν σε μια γωνιά καλύπτοντας τον πίνακα με τα κουμπιά του ανσασέρ. Εκείνος βλέποντάς τις έτσι αλαφιασμένες, δε θέλησε να απλώσει το χέρι του για να πατήσει το κουμπί και με ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα κάτασπρα δόντια του- απειλητικά παρά το χαμόγελο, είπε: «Ground floor, please!» περιμένοντας ότι μια από τις τρεις θα πατούσε το κουμπί του ισογείου. Εκείνες όμως λόγω πανικού που τις είχε ήδη καταλάβει αλλά ασφαλώς και λόγω ηλικίας παράκουσαν: «Down on the floor, please!» Μετά από μια στιγμή δισταγμού στη διάρκεια της οποίας θυμήθηκαν τις τελευταίες οδηγίες, πέσανε ταυτόχρονα στο δάπεδο. Χωρίς να τον κοιτάζουν άρχισαν να βγάζουν και να πετάνε προς το μέρος του πρώτα τα δολάρια που είχαν στις τσάντες τους και στη συνέχεια τα δαχτυλίδια που φορούσαν, τα κολιέ τους και τα σκουλαρίκια.





Μετά από μερικά δευτερόλεπτα που φυσικά τους φάνηκαν αιώνας ο ανελκυστήρας σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε, ο μαύρος βγήκε βιαστικά όπως είχε μπει χωρίς όμως να πάρει απολύτως τίποτα. Η πόρτα ξανάκλεισε, ο θάλαμος άρχισε πάλι να κινείται κι αυτές μάζεψαν γρήγορα τα σκορπισμένα τους τιμαλφή, σηκώθηκαν με δυσκολία και τακτοποίησαν όπως – όπως τα ρούχα και τα μαλλιά τους. Τους πήρε πολλή ώρα να συνέλθουν από το σοκ αλλά κι από την ντροπή για το πάθημά τους. Αποφάσισαν μάλιστα να μη μιλήσουν γι αυτό ποτέ και σε κανένα*.

Πάντως το απόγευμα της ίδιας μέρας ενώ επέστρεφαν στο ξενοδοχείο εξουθενωμένες από ψώνια, συζητώντας και πάλι για το περιστατικό ξεκαρδίστηκαν στα γέλια στη σκέψη ότι βρέθηκαν ξαπλωμένες στο δάπεδο, αναμαλλιασμένες με σηκωμένα τα φουστάνια τους, να πετάνε δολάρια και κοσμήματα στον άγνωστο μαύρο που όπως τελικά αποδείχτηκε δεν είχε καμία απολύτως πρόθεση να τις ληστέψει.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο τους περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Δεν είχαν προλάβει να αφήσουν τις σακούλες με τα ψώνια, όταν είδαν στο τραπέζι του μικρού καθιστικού ένα εντυπωσιακό καλάθι με λουλούδια που έκαναν όλο το δωμάτιο να μοσχοβολάει. Αντάλλαξαν αμέσως βλέμματα γεμάτα απορία -με μια μικρή λάμψη όψιμης φιλαρέσκειας- για τον εμπνευστή αυτής της υπέροχη χειρονομίας.


Άνοιξαν τον φάκελο που υπήρχε πάνω στη κορδέλα και σε μια μικρή κάρτα διάβασαν:



Αγαπητές μου κυρίες

Ποτέ στη ζωή μου δεν γέλασα τόσο πολύ
όσο σήμερα το πρωί στο ανσασέρ!

Να είσαστε πάντα καλά!

Eddie Murphy






* Τελικά ένα από τα τρία ‘κορίτσια’ ένα χρόνο πριν πεθάνει εκμυστηρεύτηκε το μυστικό τους στον αγαπημένο της εγγονό και του έδειξε τη καρτούλα «του Eddie» που είχε φυλάξει. Εκείνος μου διηγήθηκε την ιστορία και τον ευχαριστώ.

Η φωτογραφία των γιαγιάδων από εδώ και του Eddie από εκεί.

Μουσική: Fickle Fay Creep, από τον συνθέτη Jelly-Roll Morton & His Red Hot Peppers, άλμπουμ Jelly Roll Morton - Vol. III

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Carte-Postale



Δευτέρα, πρώτο δίωρο Έκθεση, πρώτη Λυκείου. Άνετο ξεκίνημα της βδομάδας αφού τουλάχιστον αυτό το μάθημα όπως και η γυμναστική δεν απαιτούσε καμία προετοιμασία. Η φιλόλογός μας, έγραφε το θέμα στον πίνακα, μερικές φορές έδινε κάποιες διευκρινήσεις, έπεφταν δυο- τρεις ερωτήσεις και μετά ησυχία μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι. Ο καθένας μπροστά του. Λίγη αμηχανία στην αρχή δαγκώνοντας το στυλό, οργάνωση της σκέψης, ο σκελετός στα γρήγορα στο πρόχειρο, πρόλογος, ιστορική αναδρομή, ανάλυση, σύνθεση, επίλογος. Λίγες σημειώσεις και μετά γράψιμο. Απλά πράγματα.

Εκείνη τη μέρα όμως που είδαμε να γράφει στον πίνακα: « Τα ταξίδια καταστρέφουν τις προλήψεις» πριν καλά- καλά κλείσει τα εισαγωγικά είχαν αρχίσει να πέφτουν βροχή οι απορίες. Δε θυμάμαι πια ούτε τις ερωτήσεις μας ούτε τις απαντήσεις της. Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι πέρασα όλη την πρώτη ώρα κοιτάζοντας μια τον πίνακα και μια τη λευκή σελίδα.

Χρειάστηκε να μαζέψω βίζες στο διαβατήριο, να διανύσω χιλιάδες μίλια, να περάσω από αεροδρόμια, λιμάνια, να κοιμηθώ σε σταθμούς τραίνων, να περπατήσω σε άγνωστες πόλεις με οδηγό ένα χάρτη, να χάσω το δρόμο μου, να τον ξαναβρώ, να κρυώσω, να εξαντληθώ, να ρισκάρω, αλλά κυρίως να γνωρίσω ανθρώπους που ίσως δε θα ξαναδώ ποτέ, να συνεννοηθώ μαζί τους μερικές φορές με νοήματα ή ακόμα με σκίτσα -πολύτροπος γαρ- όπως ο άλλος που «πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω, πολλὰ δ’ ὅ γ’ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα»* …κι όλα αυτά για να καταλάβω ακριβώς τι έπρεπε να είχα γράψει στην Έκθεση εκείνης της μακρινής πλέον Δευτέρας.

Από όλα τα ταξίδια στέλνω μια κάρτα στη φιλόλογο που είχαμε στην πρώτη Λυκείου. Ψάχνω αρκετά για κάποια αντιπροσωπευτική, όχι πολύ τουριστική- αποφεύγω μνημεία ή γνωστά κτίρια-μια κάρτα οπωσδήποτε με κόσμο και με έντονα χρώματα. Ει δυνατόν σύγχρονη. Στην πίσω πλευρά γράφω μόνο και πάντα μέσα σε εισαγωγικά, "τα ταξίδια καταστρέφουν τις προλήψεις". Τίποτα άλλο, ούτε καν το όνομα μου. Αν τις μαζεύει σίγουρα θα έχει μια μεγάλη συλλογή, ομοιόμορφη -πλην των γραμματοσήμων- από τη λευκή πλευρά, αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα από την άλλη.


στη Μ. Σ.

Μουσική: Mazad, σύνθεση του Τυνήσιου Anouar Brahem από το άλμπουμ Thimar, 1998 (bonus track, για καλή βδομάδα Bahia)


Στην κάρτα, η οδός Heredia στο Santiago de Cuba, από φωτογραφία του Giuseppe Lo Bartolo. Μου την έστειλαν ο Θ και η Π, το 2007

*Ομήρου Οδύσσεια, 3 και 4 στίχος της πρώτης Ραψωδίας.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ένα βλέμμα




Μουσική: Love me or Leave me, σύνθεση του Walter Donaldson σε στίχους του Gus Kahn από το μιούζικαλ Whoopee! που παρουσιάστηκε στο Broadway το 1928. Το ακούμε από την Nina Simone - άλμπουμ jazz masters 17


(Αν δεν είναι αρκετό, υπάρχει και δεύτερο)

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Μοιρασμένοι Ρόλοι


Ο Αρχηγός στο βήμα. Οι οπαδοί από κάτω.

Μόνο από το φόντο-την αισθητική του- από τις λήψεις της κάμερας και το γρήγορο μοντάζ του ρεπορτάζ για το κεντρικό δελτίο μπορείς να υπολογίσεις τη δεκαετία που διανύουμε. Όλα τα άλλα, ίδια. Κενός προεκλογικός λόγος, τάχα εύγλωττες στακάτες χειρονομίες που τον υπογραμμίζουν- από πάνω. Από κάτω, ως απάντηση, με προσποίηση πάθους, ξύλινα συνθήματα, σημαίες κινούμενες νωχελικά που ζωηρεύουν έντονα μόλις οι φέροντες, αντιληφθούν τον τηλεοπτικό φακό να τους σημαδεύει.


Δεν τους ακούει. Δεν τον ακούνε. Αν τους άκουγε και είχε κάτι να πει θα απαιτούσε να σταματήσουν οι καραμούζες των γηπέδων, τα ανούσια συνθήματα, τα μεταξύ τους πηγαδάκια. Χειρονομεί και ιδρώνει απαγγέλλοντας μια έτοιμη ομιλία. Προ-γραμμένη από συμβούλους, προβαρισμένη πολλές φορές μπροστά σε συμβούλους γι άρτιο αποτέλεσμα. Οι ατάκες εκτοξεύονται από το στόμα του Αρχηγού και προκαλούν προκάτ χειροκρότημα των οπαδών . Ξεσηκώνουν αυτόματα νέο κύμα συνθημάτων - γέλια κονσέρβας αμερικάνικης τηλεοπτικής σειράς. Χειροκροτητές της επανάληψης. Μέρος του εκλογικού σώματος κι αυτοί. Απολύτως αποφασισμένοι. Κάθε κεφάλι και μια ψήφος στην κάλπη της πρώτης Κυριακής του Οκτώβρη. Δεν τον ακούνε. Αν τον άκουγαν ίσως να θυμόταν ότι όλα αυτά τα έχουν ξανακούσει, ίσως να ζητούσαν... Αν τον ακούγανε θα απαιτούσαν να σωπάσει. Η παράσταση όμως συνεχίζεται κανονικά. Οι ρόλοι μοιρασμένοι. Τέλεια προβαρισμένοι στην επανάληψη.

Αν σιγούσαν για ένα λεπτό ο Αρχηγός και οι οπαδοί- για ένα μόλις λεπτό -ίσως να αφουγκραζόταν τη βουβή αγωνία αυτού του τόπου.


Εικόνα: Έργο του Γιάννη Γαΐτη, Ο Αρχηγός του 1977

Μουσική: The Well Tuned Piano, σύνθεση του La Monte Young

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Οι αστραπές της Κυριακής

"Αν δεν αστράψει δεν βροντά
κι αν δεν βροντά δεν βρέχει,
κι αν δεν συνδέσει το νερό
ο ποταμός δεν τρέχει"



ευχαριστώ
τον Κώστα Δημητρέλη
για τη φωτογραφία


Μουσική: Adagio for Strings, του Samuel Barber στη διασκευή του
Willliam Orbit από το άλμπουμ Pieces in a Modern Style


Ακούστε όμως και αυτή την εκδοχή…

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Αναποφάσιστος*


Αν δεν είχα μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή αυτό το ζεστό μεσημέρι που κατηφόριζα την Ερμού, θα γύριζα και κάτι θα έγραφα με αφορμή αυτή την σκηνή του δρόμου που παρακολούθησα. Δεν ξέρω όμως αν θα καταπιανόμουνα με το μπόμπιρα που πρώτος, πριν τη μουσική- να το ομολογήσω- τράβηξε τη προσοχή μου καθώς εκστασιάστηκε από ήχο και θέαμα, απαίτησε έντονα να κατέβει από την αγκαλιά και μόλις πάτησε στον πεζόδρομο άρχισε να χορεύει στους περσικούς ρυθμούς μπροστά στο σαντούρι του Omed, χωρίς ούτε στιγμή να αποστρέψει τα μάτια του από τις μπακέτες που πηγαινοερχόταν πάνω στις χορδές με τέτοια ταχύτητα που λίγο να μισόκλεινες τα μάτια μπορούσες να δεις φτερά πεταλούδας να πάλλονται.


Ίσως να έκανα αυθαίρετες προβλέψεις για το μικρό, να σκαρφιζόμουνα μια ιστορία που θα άρχιζε ένα βράδυ του 2025, στο Μέγαρο Μουσικής, τη στιγμή ακριβώς που ένας δεκαεπτάχρονος νεαρός θα υποκλινόταν αμήχανα στο κοινό που θα τον αποθέωνε όρθιο με παρατεταμένα χειροκροτήματα μετά από ρεσιτάλ και την επόμενη μέρα η εικόνα του- αυτή η εικόνα της παρθενικής του υπόκλισης - θα ήταν πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες με διθυραμβικές κριτικές για το «αστέρι που γεννήθηκε». Θα ακολουθούσε παγκόσμια τουρνέ κι άλλα δημοσιεύματα στο διεθνή τύπο που θα μιλούσαν για τον Έλληνα σολίστα, «ένα παιδί θαύμα», ηχογραφήσεις με τις καλύτερες ορχήστρες στον κόσμο, συνεντεύξεις, συναυλίες για φιλανθρωπικούς σκοπούς κι ίσως –για να γίνει η ιστορία πιπεράτη- να πρόσθετα και έναν μεγάλο έρωτα με μια αγέννητη ακόμα σταρ του αμερικάνικου κινηματογράφου. Θα έκλεινα σίγουρα με τη μητέρα του σολίστα που θα έλεγε στη διάρκεια ενός αφιερώματος της κρατικής τηλεόρασης, ότι πρώτη φορά πέρασε φευγαλέα η σκέψη ότι ο γιός της μπορεί να γίνει μουσικός, ένα ζεστό μεσημέρι του 2009 στην Ερμού τότε που 15 μηνών στάθηκε εκστασιασμένος μπροστά στο σαντούρι του Οmed.

سنتور

Ίσως πάλι το ενδιαφέρον μου να είχε στραφεί στο ίδιο το όργανο: να αναζητούσα τις ρίζες του, να προσπαθούσα να καταλάβω αν η ονομασία του προέρχεται από τις περσικές λέξεις σαν ταρ που σημαίνουν εκατό χορδές ή από το ελληνικό ψαλτήριο. Θα χανόμουνα στις περιγραφές του, στο τρόπο που κρατάει ο μουσικός τις μπακέτες, στην κατασκευή και στις οκτάβες του, στις διαφορές ανάμεσα στο περσικό και το ελληνικό, σε ζωγραφιές του 1669 από παλάτια του μυθικού Isfahan που εικονίζουν γυναίκες να παίζουν σαντούρι ή σε φωτογραφίες που εστιάζουν στο όργανο αποκαλύπτοντας τις λεπτομέρειες του. Σίγουρα στην αναζήτηση θα στεκόμουνα αρκετά στα Καφέ Αμάν των αστικών κέντρων της Μικράς Ασίας του 18ου και 19ου αιώνα, όπου εμφανιζόταν ελληνικές κομπανίες με το σαντούρι βασικό όργανο κι ύστερα στο πέρασμά του μετά το `22 στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στην συνέχεια στη καθιέρωσή του και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θα άκουγα με τις ώρες και ταλαντευόμουνα ανάμεσα στο δάσκαλο Αριστείδη Μόσχο κι στη μαθήτρια την Αρετή Κετιμέ στη μεγάλη της στιγμή το 2004. Τέλος θα κατέβαζα τον σκονισμένο Αλέξη Ζορμπά εξορισμένο στο ράφι, εκεί ψηλά με τα εφηβικά αναγνώσματα, θα έβρισκα την ξεχασμένη σκηνή που παίζει σαντούρι και θα την αντέγραφα για ένα φινάλε με Καζαντζάκη.

سنتور

Μπορεί όμως να ακολουθούσα ένα τρίτο δρόμο, ξεκινώντας από την Amol του Māzandarān στο Βόριο Ιράν δίπλα στην Κασπία θάλασσα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Omed Tahmasepbur που συνάντησα καθισμένο σταυροπόδι, με την άνεση του Ανατολίτη- να παίζει σαντούρι στον πεζόδρομο της Ερμού. Μάλλον θα ανέφερα βιαστικά για την οικογένεια του και τη σχέση της με τη μουσική καθώς και τις σπουδές του που ολοκληρώθηκαν στο ωδείο της Τεχεράνης και περιλάμβαναν και την εκμάθηση της κατασκευής του οργάνου. Θα στεκόμουνα περισσότερο, στην γοητευτική πορεία του από τις συναυλίες με το συγκρότημά Τανίν που ίδρυσε, στο Ιράν και σε ευρωπαϊκές χώρες, στα δύο χρόνια που έμεινε στην Τουρκία και στο συγκρότημά του με Τούρκους και Ιρανούς μουσικούς μέχρι την εγκατάστασή του τελικά στην Ελλάδα το 2000. Δε θα αναρωτιόμουνα καθόλου γιατί ένας τόσο καλός μουσικός που έχει διδάξει στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης , που έχει πραγματοποιήσει τόσες πολλές εμφανίσεις σόλο ή με το συγκρότημά του Περσέπολις, επιμένει να παίζει στο δρόμο: ο ίδιος δίνει την αφοπλιστικά απλή απάντηση: «Είτε παίζεις σε μια συναυλία, είτε στο δρόμο, τα πρόσωπα του κόσμου φωτίζονται παντού το ίδιο όταν ακούν μουσική».

سنتور

Όμως είχα τη μηχανή μαζί μου αυτό το ζεστό μεσημέρι που κατηφόριζα την Ερμού. Προσπάθησα και πάλι να επιλέξω* ανάμεσα στις τρείς εκδοχές, δεν τα κατάφερα κι έτσι βολεύτηκα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και δεν έγραψα ούτε την ιστορία του μικρού που άκουσε τον Omed κι αργότερα έγινε διάσημος μουσικός, ούτε μια σοβαρή ανάρτηση για το σαντούρι, ούτε ένα αξιοπρεπές βιογραφικό σημείωμα του πλάνητα Ιρανού που σκορπάει τόσο απλόχερα τη μουσική του.


Αφού τελικά όμως δεν έγραψα για όλα αυτά, τι είναι αυτές οι 751 λέξεις πιο πάνω;




Μουσική: Sangria, σύνθεση της Mariah Parker που παίζει σαντούρι με το συγκρότημά της Indo Latin Jazz Ensemble, από συναυλία στο Berkeley στις 26.7.09


Τώρα αν έχει τελειώσει το Sangria θα πρέπει να κλείσετε τον Sam το ραδιοφωνάκι της πορτοκαλί στήλης στα δεξιά και από εδώ να ακούσετε τον Omid Tahmasebpur στο Taqsim, το πρώτο κομμάτι από το προσωπικό του CD, με τίτλο Περσικό Σαντούρι, 2006


* Μην μου πείτε ότι όταν διαβάσατε τον τίτλο, δεν σκεφτήκατε ότι η ανάρτηση θα είχε σχέση με τις εκλογές;

Σας εύχομαι...


Καλές Εκλογές !!!


Μουσική : Bruca Manigua (για λίγο ρυθμό και αρκετό πάθος στην προεκλογική περίοδο) του Κουβανού Arsenio Podriguez, σύνθεση της δεκαετίας του `30 από το άλμπουμ Quindembo .


Το σκίτσο αφιερώνεται στον αγαπητό Συκοφάγο για ευνόητους λόγους.