Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Tο δίκαννο



Τα λαγοπόδαρα φέρνουν τύχη. Το διαπίστωσα στην ώριμη ηλικία των επτά χρόνων κι έκτοτε ουδέποτε συνέβη κάτι που να κλονίσει αυτή τη πρώιμη πεποίθηση.

Η κυρία Ολυμπία, μια πολύ αυστηρή δασκάλα με εξαιρετικά βαρύ και ασυγκράτητο χέρι που μύριζε πάντα μοσχοσάπουνο, μαλάκωσε πολύ απέναντί μου και κυρίως έκανε τα στραβά μάτια στο κουσούρι να γράφω με το ζερβό, από την ημέρα που της πήγα δύο λαγοπόδαρα για να σβήνει το πίνακα. Λαγοπόδαρα που είχαν αφαιρεθεί προηγουμένως από το λαγό που μαγειρευόταν ήδη στο σπίτι. Ήταν- από ότι έλεγε και ξανάλεγε- πολύ καλύτερα από τα σφουγγάρια κι όλα τα παιδιά με πατεράδες κυνηγούς, στη πρώτη ευκαιρία της φέρνανε λαγοπόδαρα για να κερδίσουν τη συμπάθειά της.

Το μοναδικό ίσως βάσανο της παιδικής μου ηλικίας ήταν οι εβδομαδιαίες κυνηγητικές εξορμήσεις του πατέρα μου. Έφευγε αξημέρωτα Κυριακής πάνοπλος με τους φίλους του και η άφιξή του το μεσημέρι ήταν πάντα αιματοβαμμένη. Ήταν η ηλικία της υπέρμετρης ευαισθησίας: γινόμουν για ώρες προστάτης και άγρυπνος φρουρός στις μυρμηγκοφωλιές ώστε να μην πατήσει κανείς περαστικός τις ατέλειωτες σειρές των άοκνων αυτών εντόμων που κουβαλούσαν τις προμήθειες του χειμώνα οπότε μου ήταν αδύνατον να αντέξω τους νεκρούς λαγούς, τα κρεμασμένα στη ζώνη του πουλιά - κάποτε ανάμεσα τους ήταν κι ένας τσαλαπετεινός που βαλσαμώθηκε.

Δεν ξέρω αν τότε τα θηράματα ήταν άφθονα ή απλώς ήταν καλός κυνηγός, πάντως στο σπίτι υπήρχαν λαγοί συγχρόνως στην κατάψυξη, στη συντήρηση και στην κατσαρόλα με τα κρεμμυδάκια. Φυσικά ποτέ δε δοκίμασα στιφάδο στη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας. Κι όταν το έκανα πολύ αργότερα ξύπνησε μέσα μου ο ίδιος βαθύς και δυσβάστακτος πόνος που ένοιωθα κάθε φορά που επέστρεφε από το κυνήγι.

Θέλω να πιστεύω ότι το σταμάτησε εξ αιτίας μου, γιατί δεν άντεχε να βρίσκεται αντιμέτωπος με την σιωπηλή οδύνη και το επιτιμητικό μου βλέμμα κάθε Κυριακή μεσημέρι όταν έγδερνε τα θηράματα στην αυλή κι όχι γιατί «γέμισε ο τόπος κυνηγούς» ή γιατί τα αγρίμια λιγόστευαν με την πάροδο του χρόνου, όπως έλεγε κάθε φορά που προσπαθούσαν να τον ξεσηκώσουν και να τον παρασύρουν οι φίλοι του σε μια ακόμα εξόρμηση.

Ήμουνα δώδεκα όταν αποφάσισε να μου χαρίσει το δίκαννο, που του είχε χαρίσει ο δικός του πατέρας όταν ήταν εικοσιπέντε χρονών. Μου έμαθε να καθαρίζω σχολαστικά τις κάνες, να το λύνω και να το δένω. Του άρεσε να χρονομετρεί τις επιδόσεις μου. Για να τον ευχαριστήσω έμαθα όχι απλώς να κάνω αυτή τη διαδικασία γρήγορα και αποτελεσματικά αλλά και με κλειστά μάτια. Ουδέποτε όμως μου έδωσε φυσίγγια και όσο κι αν τον παρακάλεσα δεν με άφησε ποτέ να πυροβολήσω.

Από τότε που σταμάτησε το κυνήγι το δίκαννο ήταν στο κτήμα κρεμασμένο στην αποθήκη που παρέμενε πάντα αμπαροκλειδωμένη. Το χρησιμοποίησε μόνο μια φορά κι αυτή μπροστά μου αλλά δεν διαμαρτυρήθηκα. Κάθε χρόνο έβαζε κότες. Την άνοιξη δεν αγόραζε κοτοπουλάκια όπως όλοι οι άλλοι στα γειτονικά κτήματα, αλλά είχε κατασκευάσει μια κλωσσομηχανή δικής του επινόησης. Περίμενα ανυπόμονα από την πρώτη μέρα που αραδιαζόταν προσεκτικά τα αυγά να δω τα πρώτα ραγίσματα. Αυτή η περίοδος της αναμονής ήταν δυσβάστακτη για ένα παιδί αλλά το αποτέλεσμα- να βλέπεις ύστερα από μέρες τα μικρά να σπάνε με το ράμφος τους το κέλυφος και να ξεμυτίζουν ένα –ένα άλλα ζωηρά και παιχνιδιάρικα κι άλλα σα μεθυσμένα -με αποζημίωνε απόλυτα.

Ένα απόγευμα καμαρώναμε τις μικρές πουλάδες που είχαν ξεπεταχτεί και τσιμπολογούσαν ελεύθερες στο κτήμα όταν ξαφνικά ένας αετός έφερε δύο στροφές στον αέρα, εφόρμησε αρπαχτικά, γράπωσε με τα νύχια του μια πεταχτή άσπρη που τη φωνάζαμε Χιονάτη κι απογειώθηκε μαζί της ενώ οι άλλες κακάριζαν τρομαγμένες.

Γύρισα προς το μέρος του με βλέμμα γεμάτο απελπισία που ωστόσο είχε μια μικρή ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να κάνει για να σώσει τη Χιονάτη μας. Τον είδα να σημαδεύει ψύχραιμα και να πυροβολεί. Δεν πρόλαβα να κλείσω τα αυτιά μου. Ο κρότος ήταν εκκωφαντικός και όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου η Χιονάτη προσγειωνόταν άτσαλα φτεροκοπώντας ενώ δίπλα της έπεφτε νεκρός ο αετός. Εκτός από τη λαχτάρα της απρόσμενης πτήσης η πουλάδα είχε τραυματιστεί από δύο σκάγια που την βρήκαν στο πόδι. Έγινε επιτόπου μια γρήγορη επέμβαση και το πόδι της μπήκε σε αυτοσχέδιο νάρθηκα με δύο ξυλάκια. Σύντομα έγινε καλά αλλά έμεινε κουτσή. Ωστόσο αυτή η περιπέτεια αλλά και το μοναδικό άσπρο της χρώμα που την ξεχώριζε την γλύτωσαν από το τέλος με αυγολέμονο των άλλων πουλάδων της γενιάς της και αναλήφθηκε κούτσα κούτσα στον Παράδεισο των πτηνών, πλήρης ημερών.

Η σκοποβολή μου άρεσε πολύ και μου αρέσει ακόμα. Με φίλους στήναμε κονσερβοκούτια για στόχους στο κτήμα και κάναμε διαγωνισμούς με αεροβόλα όπλα. Αργότερα περιορίστηκα στη σκοποβολή σε λούνα παρκ με έπαθλα φτηνιάρικα λούτρινα ζωάκια και κρασιά που μύριζαν ξύδι. Δεν ήταν τα δώρα το κίνητρο της σκοποβολής αλλά αυτή η μαγική στιγμή που ο υποκόπανος στηρίζεται στον ώμο η κάνη στη μία παλάμη- στην περίπτωση μου τη δεξιά -και ο δείκτης του άλλου του αριστερού χεριού μόλις θωπεύει τη σκανδάλη. Είναι η στιγμή της απόλυτης συγκέντρωσης στο στόχο, η στιγμή που προσπαθείς να εναρμονίσεις όλες τις αισθήσεις σου σε μια και μόνο βολή. Μια βολή που πολύ συχνά- όταν ειδικά το σκόπευτρο είναι «πειραγμένο» όπως γίνεται συνήθως στα λούνα παρκ, είναι απρόβλεπτη σαν την ίδια τη ζωή.

Το δίκαννο του πατέρα μου παραμένει κλειδωμένο. Πότε –πότε ξεκλειδώνω, το λύνω και το ξαναδένω αργά. Δεν υπάρχει λόγος να βιάζομαι. Αυτή η διαδικασία ξαναφέρνει στα αυτιά μου τον εκκωφαντικό του ήχο εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα που έσωσε τη Χιονάτη μας από τα νύχια του αετού. Ήταν η τελευταία του βολή. Η άδεια κατοχής είναι πλέον στο όνομα μου και ξέρω ότι δεν πρόκειται να ξαναπυροβολήσει ποτέ, τουλάχιστον όσο μου ανήκει.



Μουσική: Ο Πέτρος και ο Λύκος του Sergei Prokofiev

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Sincerely yours, Jan

“Dear hoopoe”* άρχιζε το ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβα χθες και ομολογουμένως με αιφνιδίασε. Το διάβασα πολλές φορές αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω αν επρόκειτο απλώς για μια φάρσα ή ήταν όντως ο αποστολέας που έλεγε στο τέλος. ‘ Sincerely yours, Jan’. Το παραθέτω αυτούσιο μήπως με βοηθήσετε να βγάλω άκρη.

"Είμαι βαθειά απογοητευμένος! Ίσως δεν έχω δικαίωμα να νοιώθω έτσι, αλλά οι όλες μου οι ελπίδες μου διαψεύστηκαν και βέβαια δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ήταν αστήριχτες. Υποδέχτηκες την έλευση των βενιαμίν της οικογένειας μου με τυμπανοκρουσίες αφιερώνοντάς τους αναρτήσεις και στα σχόλια που ακολούθησαν εμμέσως πλην σαφώς άφησες να εννοηθεί ότι θα συνέχιζες. Θεώρησα αυτές τις αναρτήσεις προάγγελους εκείνης που θα αφιέρωνες σε μένα κι ήταν απολύτως λογικό να περιμένω. Περιττό να σου πω ότι είχα αρχίσει να τη φαντάζομαι: μια υπαινικτικά ερωτική ανάρτηση που θα συνοδευόταν από μια φωτογραφία που θα με κολάκευε...

Μερικοί λένε πώς είμαι κακομαθημένος σαν πρωτότοκος που νόμιζε ότι θα παραμείνει μοναχοπαίδι αλλά οι γεννήτορες του τον διαψεύσανε οικτρα αραδιάζοντας αλόγιαστα στη σειρά άλλα έντεκα παιδιά. Δεν είμαι κακομαθημένος. Αν ήμουνα θα σου είχα γράψει μέσα στις γιορτές. Δεν το έκανα περιμένοντας υπομονετικά τη σειρά μου και δε στο κρύβω είχα την ελπίδα ότι για να καθυστερείς κάτι καλό ετοίμαζες. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο μεγάλωνε η απογοήτευσή μου. Ύστερα άρχισα να δέχομαι καθημερινά πιέσεις από τον Feb, δευτερότοκο αδελφό μου που κι αυτός με τη σειρά του άρχισε να ανησυχεί και μου έλεγε επίμονα: «Τι περιμένεις; Πρέπει να του γράψεις, να τον πιέσεις, δεν μπορεί να κάνει τέτοιες διακρίσεις...»

Είναι αλήθεια ότι δίσταζα να σου γράψω, κυρίως γιατί διαπίστωσα ότι τις τελευταίες μέρες δεν ανέβασες καμία νέα ανάρτηση. Ανησύχησα γιατί ξέρω ότι γενικά είσαι συνεπής. Ελπίζω να είσαι καλά και για την εξαφάνισή σου να μην ευθύνονται προβλήματα ή κανένα κρυολόγημα που προήλθε από το κρύο που έφερα. Αν παρ` ελπίδα συμβαίνει κάτι σε παρακαλώ αγνόησε αυτό το μήνυμα- του χρόνου να είμαστε καλά και γράφεις και για μένα. Ξέρεις άλλωστε ότι θα ξανάρθω.


Sincerely yours,

Jan



Υ.Γ. 1.Οι δυο μικρότεροι αδελφοί μου, ο
Χέρμαν και ο Mr. Dece όταν είδαν ότι σου γράφω, μου ζήτησαν να σε ευχαριστήσω για τις αναρτήσεις που έκανες γι αυτούς.
2. Στην περίπτωση που προλάβεις να ετοιμάσεις ανάρτηση για μένα σου στέλνω δύο πρόσφατες φωτογραφίες μου. "



*Hoopoe=τσαλαπετεινός

Μουσική: Winter, του
Joshua Radin από το άλμπουμ We Were Here

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Η Οπερα της Πεντάρας



Μερικές ‘κλεμμένες’ εικόνες

από την πρώτη παράσταση (14/1/2010) στο Παλλάς


της ‘Όπερας της Πεντάρας’
των Μπέρτολ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ


από το Μπερλίνερ Ανσαμπλ



σε σκηνοθεσία του Μπομπ Γουίλσον.



Για την παράσταση και τα παραλειπόμενα εδώ
με μια προσθήκη:τη διακριτική παρουσία
του προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια.



Μουσική: Mack The Knife, με τους Westlife


Bonus track, Mack The Knife με τον Louis Armstrong με την Ella Fitzgerald…. και μια ηχογράφηση με τη φωνή της Lotte Lenya







Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Δύσκολη υπόθεση...

...οι τίτλοι!


Μέσα σε λίγες λέξεις, πρέπει να δίνουν το περιεχόμενο και το ύφος ενός κειμένου, μιας ταινίας, ενός ‘έργου’ γενικότερα. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να σε κάνουν να πιστεύεις ότι κρύβουν κάτι περισσότερο από αυτό που την πρώτη στιγμή φαντάζεσαι. Πρέπει να είναι ελκυστικοί σα δόλωμα, να πέφτει το μάτι σου πάνω τους και να σε παρασύρουν να κοιτάξεις πίσω από τη βιτρίνα που αποτελούν, η μάλλον πιο κάτω στο κείμενο για να ανακαλύψεις τι ακολουθεί. Πετυχημένοι τίτλοι, πιστεύω πως είναι και οι προβοκατόρικοι- αρκεί να ισορροπούν χωρίς υπερβολές σε τεντωμένο σκοινί- αυτοί που αφήνουν στον αέρα μια υποψία, μια υπόνοια που τελικά ξεκαθαρίζει μόνο στην τελευταία φράση του κειμένου και κλείνουν με ένα μοναδικό τρόπο ένα νοητό κύκλο.

Δεν τα καταφέρνω με τους τίτλους. Πάντα καθώς γράφω, στο πίσω μέρος του μυαλού αιωρείται διαρκώς το ερώτημα: «Τι τίτλο βάζουμε;» αλλά οι απαντήσεις που έρχονται πότε δεν είναι ικανοποιητικές. Ίσως πάλι να συμβαίνει αυτό γιατί συνήθως για αλλού ξεκινάω κι αλλού καταλήγω περνώντας από τα πιο απίθανα μονοπάτια. Έτσι την τελευταία στιγμή, λίγα δευτερόλεπτα πριν πατήσω το ‘Δημοσίευση’ επιλέγω τον πιο αδιάφορο, τον πιο αυτονόητο, συνήθως χωρίς έμπνευση. Κοιτάζοντας τη λίστα υπό το λατινικό τίτλο scripta manent και γνωρίζοντας τα κείμενα, ελάχιστοι είναι οι τίτλοι των αναρτήσεων που ακόμα και σήμερα αν ανέβαζα δεν θα άλλαζα σε καμία περίπτωση. Όλοι οι άλλοι θα μπορούσαν κάλλιστα να αντικατασταθούν.

Πολύ συχνά στην απελπισία μου να βρω ένα έξυπνο τίτλο, σκέφτομαι να αναρτήσω άτιτλο το κείμενο και να ζητήσω τη βοήθεια του κοινού, γράφοντας στο τέλος «Αγαπητοί μου φίλοι, σας παρακαλώ βοηθήστε με να βρω ένα τίτλο για αυτή την ανάρτηση.» Και θα το είχα κάνει αν δεν φοβόμουνα ότι αυτός ο τρόπος μπορεί να θεωρηθεί ένα φτηνό κόλπο που θα προκαλέσει μεγαλύτερη κίνηση.


Μερικές φορές όμως συμβαίνει και το αντίθετο. Έχεις ένα πολύ καλό τίτλο και δεν έχεις το κείμενο που θα τον συνοδέψει. Μην απορείτε: συμβαίνει κι αυτό! Περπατάς στο δρόμο και ακούς σκόρπιες φράσεις των περαστικών. Είσαι στο μετρό και φτάνουν στα αυτιά σου οι κουβέντες των συνεπιβατών στα κινητά τους τηλέφωνα. Κάποιος αναγνώστης αφήνει ένα σχόλιο και μέσα σε αυτό, διακρίνεις μια μικρή πρόταση που αποτελεί ένα τίτλο- διαμάντι μιας άγνωστης προς το παρόν ανάρτησης. Χωρίς να τον σημειώσεις, αποθηκεύεται στη μνήμη και επανέρχεται συχνά, απαιτητικά κι επίμονα ζητώντας τη συνδρομή σου ώστε από μια τυχαία φράση να μεταλλαχθεί σε τίτλο, όπως του αξίζει.

«Σα δυο ώρες να `βγουν τ` άστρα» είναι μια φράση που άκουσα πριν χρόνια και με ακολουθεί σα σκιά χωρίς να έχω καταφέρει ακόμα να βρω την ιστορία που θα κουμπώσει απόλυτα σε αυτή την άκρως ποιητική κουβέντα που ξεστόμισε ένας φίλος κάποιο καλοκαίρι, στην προσπάθειά του να περιγράψει ένα παλιό ξεβαμμένο μπλουζάκι.

«Εσείς νομίζετε ότι είναι όλα εύκολα» συνήθιζε να λέει ένας άλλος φίλος, σε κάθε φράση που του απευθύναμε. Η επικρατέστερη ήταν : «Άντε, φτάνει πια! Ώρα να πας σπίτι σου, ξημέρωσε!» Εκείνος μας κοίταζε σοβαρά κι αντιγύριζε πάντα αυτή την ατάκα στολίζοντας τη λέξη ‘όλα’ με πολλά -πολλά ‘ο’ που θαρρείς και τραμπάλιζαν μαζί με τα βήματά του στα κύματα της θάλασσας του αλκοόλ που είχε καταναλώσει.

Ο πιο πρόσφατος τίτλος ήρθε και με βρήκε, χθες βράδυ στο τηλέφωνο. Χωρίς να καταλάβω τον σημείωσα βιαστικά σε ένα κομμάτι χαρτί που βρέθηκε μπροστά μου και ήδη αρχίζουν να αχνοφαίνονται δύο- τρεις εκδοχές που μπορούν με αρκετό παίδεμα να βγάλουν κάτι καλό. Το θέμα είναι ποιός δρόμος- εκδοχή θα επικρατήσει τελικά. Θα είναι μια τρελή ιστορία για μεγάλα παιδιά…θα έχει την πρώτη ετικέτα ‘μαγειρική- ζαχαροπλαστική’ ή θα είναι…Δε μπορώ να ξέρω ακόμα. Πρέπει να ωριμάσουν, να μορφοποιηθούν κάπως οι εκδοχές και τότε θα αναδειχθεί η μοναδική, αυτή που θα συνοδέψει τον τίτλο: «Πόσο μπορεί να αντέξει μια κολοκύθα;»


Τελικά, είτε απόντες είτε παρόντες, οι τίτλοι είναι δύσκολη υπόθεση.




Μουσική: My Little Suede Shoes, σύνθεση του Charlie Parker στην κατά Michel Camilo εκδοχή της από το Latin Jazz Trio.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Η γοργόνα του Κόλια



Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι. Θα πιω άλλο ένα, για χάρη της θάλασσας…Για χάρη της γοργόνας που έχω στο μπράτσο μου. Που σαλτάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν πιάνουμε στεριά για καιρό μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της…1



«Ο Καββαδίας μένει για λίγο αφηρημένος, λίγο απόμακρος και κοιτάει στο μπράτσο του ένα τατουάζ, μια γοργόνα.

-Αυτή δε θα με αφήσει ποτέ. Μ` αυτή θα πάω. Δε θα με προδώσει. Τώρα αυτή είναι σαράντα χρονών κορίτσι. Μου την έφτιαξαν στο Χονγκ Κονγκ – εκεί πέρα νομίζω, τόσα χρόνια πού να θυμάμαι. Μερικές φορές μερικές νύχτες που ξυπνάω, την κοιτάζω με αγωνία και μου φαίνεται πως εξαφανίζεται! Βιάζομαι να ξημερώσει να δω πως είναι ακόμα στο μπράτσο μου.
-Πονούσες όταν σου την έφτιαχναν;-Α τρομερά.
-Τώρα λένε πως βρήκανε τρόπους να μη πονάει.- Ότι τρόπο και να βρούνε πονάει.
-Έχεις και αλλού στάμπες;
-Μα δεν υπάρχει και μέρος που να μην έχω. Στην πλάτη, στο στήθος στην κοιλιά στις μασχάλες. Όπου κι αν πήγαινα… η σοφία μου μ` ακολουθούσε.
-Ήταν ειδικοί ασφαλώς αυτοί που σου τα έκαναν;
-Ειδικοί βέβαια. Αυτό εδώ μου το έκανε ένας λεπρός και δε μ` άφηναν οι άλλοι και μου λέγανε «Μην πηγαίνεις σε αυτόν» . κι εγώ για να του δείξω τα καλά μου αισθήματα- Ινδός ήταν κι είχε γεράσει ο φουκαράς- του είπα « έλα εδώ, καν` το»/ και μου το έκανε. Φόβος μετά…
-Και στην πλάτη σου;
-Και στην πλάτη μου. Έχω ένα μεγάλο ωροσκόπιο, τρεις μέρες, τρεις Γιαπωνέζοι πάλευαν να μου το φτιάξουν. Ήταν ανήσυχοι και νευρικοί. Απ` ότι καταλάβαινα, έβρισκαν πολλές φλεβίτσες κι αυτό τους δυσκόλευε…» 2


"Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μη σαπίσουν. Να γίνουν αμπαζούρ να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων." 3






1.από τη ΒΑΡΔΙΑ
2.από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα Νίκος Καββαδίας Γυναίκα –Θάλασσα –Ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, Εκδόσεις Καστανιώτη 2004
3. από συνέντευξη στον Ν. Σουρή.


Φωτογραφία: Ο Καββαδίας εν ώρα εργασίας, από το βιβλίο του Μ. Κασόλα.
Η ξυλογραφία του Γ. Βελισσαρίδη για το Πούσι, εκδόσεις Α. Καραβία 1947


Ευχαριστώ την Roadartist που μου θύμισε ότι σήμερα συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Ευτυχία είναι...




…να φτάνεις εγκαίρως στο σινεμά



…να περιμένεις στην ουρά για εισιτήρια
με καλή διάθεση


…να βουλιάζεις στα καθίσματα
ενώ στην οθόνη παίζουν τα προσεχώς




…να απολαμβάνεις τη μαγική στιγμή που αρχίζουν
να χαμηλώνουν τα φώτα.




(Κι όλα αυτά ανεξάρτητα από την
ταινία που θα δεις.)


~ * ~

Μουσική: Sweet Lorraine, σύνθεση του Cliff Burwell
με τους Oscar Peterson και Count Basie

Και
bonus track…συνονόματο της ταινίας

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Βουτιά για το Σταυρό

- Παναγιά μου το παιδί! ακούστηκε μια γυναίκα να τσιρίζει τη στιγμή που ο σταυρός στολισμένος με άσπρη κορδέλα φιόγκο, έφτανε ελεύθερος στα αφρισμένα νερά. Η φωνή της ξεχώρισε, έτσι όπως ακούστηκε παράταιρη να καβαλάει το απολυτίκιο που έψαλε ο Σαμιώτης παπά Λεβέντης και είχε φτάσει ήδη στο «…του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι…» συνοδευόμενος από τους ψαλτάδες και από το συγκεντρωμένο πλήθος.

Η γέφυρα- τίποτα σπουδαίο ένα άνοιγμα όλο κι όλο- μικρή, χωρίς τόξα ένωνε σεμνά τις όχθες του ποταμού. Η μια ψηλή κι απότομη με οργιώδη βλάστηση τα καλοκαίρια. Στην κορυφή της μόλις ξεχώριζαν οι καπνοδόχοι από τα τελευταία σπίτια της μικρής μας πόλης. Κι η άλλη, ήπια στη στάθμη του νερού, πότε να την καταπίνει με την ορμή του και πότε να την αφήνει ανέγγιχτη. Από κει και πέρα άρχιζαν τα χωράφια, γλυκιά ανηφόρα ανεπαίσθητη μέχρι που η γη ανασηκωνόταν για να φτιάξει ένα έξαρμα, τη βάση για το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου.

Των Θεοφανείων, τη μέρα που φωτίζονται τα νερά και φεύγουν οι Καλικάτζαροι, το τοπίο ήταν πάντα ασπρόμαυρο όχι από τα παιχνίδια της μνήμης, αλλά από το χιόνι, τις γυμνές λεύκες που σάλευαν, τα λασπωμένα νερά του ποταμού που κατέβαιναν με τρελή ορμή λες και βιαζόταν να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στο Θερμαϊκό και κυρίως την ομίχλη που τύλιγε τα πάντα. Τα μόνα χρώματα, κουκίδες σε αυτή τη σκηνή τα βαριά παλτά, οι σκούφοι, τα μαντήλια στις όχθες και πάνω στη γέφυρα, στο κέντρο της, το πορφυρό πετραχήλι του παπά Λεβέντη με τη βαθειά αγγελική– σα σαμιώτικο γλυκό κρασί- φωνή.

Όλοι τριγύρω πιστέψανε ότι το παιδί που έπεσε στο νερό, γλίστρησε στον πάγο της όχθης στην προσπάθεια να δει καλύτερα το σταυρό να εκτοξεύεται με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Αυτή την γενναιόδωρη καμπύλη που διέγραφε από τη γέφυρα μέχρι τα νερά του ποταμού με τόσες περιστροφές που έκαναν το φιόγκο της λευκής κορδέλας όμοιο με «το Πνεύμα εν είδει περιστεράς». Νόμιζαν ότι ήθελε να δει από κοντά τους νέους άντρες που συνωστίζονταν στις δύο όχθες, άλλοι με μαγιό κι άλλοι με λευκά σώβρακα χωρίς να τουρτουρίζουν, ξυπόλυτοι πάνω στα χιόνια, να σταυροκοπιούνται περιμένοντας τη στιγμή να ξεχυθούν στα νερά που κατέβαζαν κομμάτια πάγου από την Πίνδο, να τα αναταράξουν ακόμα περισσότερο κολυμπώντας προς το κέντρο και εκεί να βουτήξουν για να αναζητήσουν στα ανταριασμένα βάθη το σταυρό.

Όλοι τους ήταν παλικάρια, έτσι έλεγε ο κόσμος, αλλά περισσότερο ο ένας, εκείνος που θα κατάφερνε να κρατήσει την ανάσα του- στα παγωμένα νερά που έκοβαν την ανάσα- ψάχνοντας στα τυφλά ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες της κοίτης, στα κλαδιά και στη λάσπη για να ανασύρει το σταυρό που άγιαζε τα νερά κι έστελνε και πάλι στο Κάτω Κόσμο τους Καλικάντζαρους. «Εκεί κάτω στα τάρταρα, βρυάζουν μαντρακωμένοι χρόνον-καιρό και ξεχύνονται στο Δέντρο της Γης που ο στοιχειωμένος κορμός του ανεβαίνει όρθιος και κρατά ψηλά στα κλωνιά του, καρπό μοναδικό, τούτη τη Γης που κατοικούμε και άλλο δεν κάνουν ολοχρονίς παρά να το ροκανίζουν ένα γύρω με τα σκυλόδοντά τους.» *


Αυτός που τα κατάφερνε, ο ευλογημένος για ένα χρόνο, αναδυόταν με την ορμή της νίκης και τη λαχτάρα της ανάσας, φίλαγε το σταυρό κι ύστερα τον σήκωνε θριαμβευτικά ψηλά με το δεξί του χέρι να τον δουν όλοι από τη γέφυρα και από τις όχθες. Οι άλλοι βουτηχτάδες αποτραβιόταν αποδεχόμενοι την υπεροχή του. Έμενε μόνος, στο κέντρο του κύκλου κορυφαίος στο Χορό να τον θαυμάζει το πλήθος. Ύστερα, όλη τη μέρα των Φώτων και την επόμενη του Αγιαννιού γύριζε σπίτι- σπίτι τη μικρή μας πόλη με το σταυρό πάνω σε κόκκινο βελούδινο μαξιλάρι με χρυσές φούντες στις τέσσερεις άκρες, να τον προσκυνήσουν οι κάτοικοι, ψάλλοντας παράφωνα τις περισσότερες φορές, το απολυτίκιο των Θεοφανείων. Εκτός του θαυμασμού, των ‘Μπράβο’ και των κερασμάτων εισέπραττε με το «τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι» και γενναία φιλοδωρήματα.

Με τράβηξαν πολλά χέρια άρον- άρον από το νερό και μέχρι το σπίτι είχα ανεβάσει ψηλό πυρετό. Μου βγάλανε τα μουσκεμένα ρούχα με τρίψανε με οινόπνευμα και με κουκούλωσαν στο κρεβάτι με τις συνηθισμένες γκρίνιες που συνόδευαν όλες τις απροσεξίες και τις σκανταλιές μου. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και ομολόγησα κλαίγοντας ότι δεν γλίστρησα, έφυγα επίτηδες από τα χέρια τους για να βουτήξω και εγώ για το σταυρό. «Μα τα μικρά παιδιά, δε μπορούν» είπε η μητέρα μου κοιτάζοντας ανήσυχη τον υδράργυρο στο θερμόμετρο που δεν έλεγε να κατέβει. Σκούπισα τα μάτια μου, την κοίταξα σοβαρά και την αποστόμωσα λέγοντας: «Αν τα κατάφερε η Μανταλένα (51:40) που ήταν κοπέλα, γιατί να μη μπορεί ένα μικρό παιδί; Στο κάτω -κάτω είμαι πια έξι χρονών! »


* Απόσπασμα από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη, Τα παγανά , εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2006 με ξυλογραφίες του Μόραλη.


Μουσική: Της Ελένης Καραϊνδρου από το soundtrack της ταινίας Το βλέμμα του Οδυσσέα

Φωτογραφία από εδώ σε ασπρόμαυρη εκδοχή.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Ευχές



Μουσική: Ciaccona, σύνθεση του Maurizio Cazzati