Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Leap second festival 2012

Εντός του πρόσθετου δευτερολέπτου (leap second) στις 30 Ιουνίου 2012 [23:59:60 UTC] θα παρουσιαστούν ταυτόχρονα στο διαδίκτυο όλα τα έργα που αποτελούν μέρος του πρώτου διεθνούς Φεστιβάλ “Δίσεκτου”Δευτερολέπτου για την τέχνη και την τεχνολογία, που διοργανώνεται με νορβηγική πρωτοβουλία. Από την Ελλάδα συμμετέχει ο Γιώργος Χουλιάρας με τις «Κλασικές περιλήψεις» του.





 Κλασικές περιλήψεις



 ΙΛΙΑΣ
 Έφυγαν.

 ΟΔΥΣΣΕΙΑ
 Γύρισε.


Γιώργος Χουλιάρας
Fast Food ClassicsΣτίχοι ταχυφαγείων, 1992

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Μήτσος 53


Καριόληδες βάλτε τη σειρήνα να φτάσουμε μια ώρα αρχίτερα πριν πεθάνω στο δρόμο” σκεφτόταν ξαπλωμένος στο φορείο καθώς ο πόνος είχε γίνει αβάσταχτος. Ήταν Τετάρτη, μέρα λαϊκής και η κίνηση σε όλους τους δρόμους της πόλης ήταν αυξημένη. Παρ` όλο που κάπως είχε ηρεμήσει, στο ασθενοφόρο από το κέντρο υγείας από όπου τον έδιωξαν άρον άρον -χωρίς όμως, οι αναίσθητοι, να κρύψουν τα πονηρά τους χαμόγελα- μέχρι το νοσοκομείο οι σφυγμοί του είχαν ξεπεράσει τους 140.

Είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα, είχε έντονη τάση για εμετό και έτσι όπως ζαλιζόταν, χωρίς να το καταλάβει, είχε γραπωθεί σφιχτά από το φορείο. Ούτε λόγος να βάλει τα χέρια του στην πονεμένη περιοχή. Φοβόταν ότι αν την ψηλαφούσε θα τρόμαζε ακόμα περισσότερο. Ένοιωθε ότι έκαιγε ολόκληρος από πυρετό και περισσότερο εκεί κάτω, “στην περιοχή του δήγματος” όπως την είχε πει ο γιατρός που τον εξέτασε στο κέντρο υγείας. Ένοιωθε ότι όχι απλώς είχε πρηστεί, αλλά ότι κόντευε να σπάσει το φερμουάρ πρώτα κι ύστερα, να σκιστεί η ραφή του παντελονιού. Του παντελονιού που ανέβασε τελευταία στιγμή πριν τον δουν όπως τον γέννησε η μάνα του, οι εργάτριες που έτρεξαν αμέσως μόλις έβαλε τις φωνές. Πρώτα από τον πόνο κι ύστερα από την τρομάρα του.

Είχαν σταματήσει όπως κάθε μέρα για το μεσημεριανό διάλειμμα. Είχαν καθίσει στη σκιά της τέντας στην καλύβα, στην άκρη του κτήματος για να φάνε όλοι μαζί. Και το αφεντικό μαζί τους για πρώτη φορά. Ο Μήτσος ήταν πρωινός τύπος: μετά τον καφέ και το δεύτερο τσιγάρο πήγαινε καρφί στην τουαλέτα, όμως σήμερα μόλις απόφαγε το μπριάμ που του είχε ετοιμάσει η μάνα του- ένα μπριάμ λουκούμι- ένοιωσε τα έντερά του να γουργουρίσουν με ένα πόνο σφάχτη που τον έκανε να σηκωθεί, να πάει γρήγορα -χωρίς καν να σκεφτεί να πάρει  χαρτί μαζί του ή έστω ένα χαρτομάντηλο- στην άλλη άκρη του κτήματος, εκεί που ήταν η μεγάλη καρυδιά τριγυρισμένη από αγριόχορτα στο μπόι του, να κατεβάσει τα παντελόνια και να καθίσει ανακούρκουδα για να κάνει την ανάγκη του. Για δεύτερη φορά σε μια μέρα.

Η ανάγκη...” σκέφτηκε καθώς ανακουφιζόταν. Σοφός άνθρωπος πρέπει να ήταν αυτός που ονόμασε έτσι το χέσιμο. Όπως και να το κάνεις είναι άλλο πράμα να λες “πάω για χέσιμο” κι άλλο να λες “πάω να κάνω την ανάγκη μου”. Όχι μόνο ακούγεται καλύτερα μα είναι κυριολεκτικό. Τί άλλωστε εκτός από ανάγκη θα τον έκανε να τιναχτεί πάνω ζητώντας ένα βιαστικό συγνώμη από το αφεντικό και να φύγει τρέχοντας. Τη στιγμή μάλιστα που του έλεγε πόσο ευχαριστημένος ήταν και ότι ήθελε να αναλάβει εκείνος και πάλι να μαζέψει εργάτριες, να οργανώσει το συνεργείο και να επιβλέψει τη συγκομιδή των φασολιών.

Ενώ το ασθενοφόρο έπαιρνε τη μεγάλη στροφή -την τελευταία πριν το νοσοκομείο- ο καργιόλης οδηγός έβαλε επιτέλους τη σειρήνα. Θες γιατί την άκουσαν, θες γιατί τους είχαν ειδοποιήσει από το κέντρο υγείας για το επείγον του περιστατικού, τον κατέβασαν αμέσως δύο τραυματιοφορείς και τον μετέφεραν τρέχοντας σε θάλαμο εντατικής. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι επ` ουδενί δεν θα δεχόταν να τον εξετάσει γυναίκα μα τώρα που ένοιωθε ότι είχε αρχίσει να χάνει τον κόσμο από την αδυναμία, δεν τόλμησε να πει κουβέντα όταν μπήκε στο θάλαμο η γιατρός με τις δύο νοσοκόμες. Άμα έρχεσαι μούρη με μούρη με το θάνατο, ούτε τα χεσμένα σου σώβρακα σκέφτεσαι, ούτε...



Δυό μέρες μετά, ακόμα πρησμένος εκεί κάτω, πήρε εξιτήριο. Την τρίτη μέρα πήγε στη δουλειά, όχι από το πρωί αλλά γύρω στις έντεκα όπως του είχε πει το αφεντικό που, να είναι καλά ο άνθρωπος, τού τηλεφώνησε στο νοσοκομείο για να μάθει πώς πάει. Από μακριά μερικές από τις εργάτριες δεν κρατήθηκαν μόλις τον είδαν, χαμογέλασαν, αλλά μετά βλέποντας το άγριο ύφος του, γύρισαν και συνέχισαν να βάζουν καλάμια στα φασόλια. Μια μάλιστα σαν να είπε στις άλλες-δεν ήταν σίγουρος βέβαια, αλλά έτσι του φάνηκε διαβάζοντας τα χείλη της- “ήρθε ο φαρμακοψώλης”. “Άμα δεις από μένα άλλο μεροκάματο, γράψε μου” σκέφτηκε χολωμένος και προχώρησε προς την καλύβα που τον περίμενε το αφεντικό. Κι αυτός γελώντας.

Σηκώθηκε όμως, τον χτύπησε στην πλάτη, και του πέταξε ένα “Σιδερένιος βρε Μήτσο! Παλικάρι ε;”. Ύστερα του έδειξε την οχιά που την βρήκαν τελικά με δική του εντολή και της τσάκισαν το κεφάλι. Την είχαν κρεμασμένη μέσα στην καλύβα από ένα καρφί. Μέτρο και βάλε το θηρίο. Την είδε ο Μήτσος και τον έλουσε πάλι κρύος ιδρώτας, αλλά πριν αποστρέψει το βλέμμα πρόσεξε ότι ήταν λίγο χεσμένη η άκρη της ουράς της. 

Μα να μην προσέξεις βρε Μήτσο... Κι εσύ, πάνω στο φίδι κάθισες να κάνεις την ανάγκη σου;” συνέχισε το αφεντικό κι ο Μήτσος ζορισμένος κάτι μουρμούρισε κι ύστερα είπε ότι θα πήγαινε να ξεφορτώσει τα τελευταία καλάμια από το αγροτικό. “Καλά, πήγαινε...αλλά να προσέχεις!” είπε το αφεντικό πάλι γελώντας και τελευταία στιγμή πριν βγει ο Μήτσος από την καλύβα συμπλήρωσε με νόημα: “Να ξέρεις πάντως ότι είχε και τα καλά της αυτή η υπόθεση: νομίζω ότι αν σε δαγκώσει φίδι εκεί κάτω, αποκλείεται να χρειαστείς ποτέ βιάγκρα.”

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Ελένη, 37


Με τόσους μήνες ανεργίας στην πλάτη της ούτε το σκέφτηκε δεύτερη φορά: πήγε στα φασόλια και φορτώθηκε το δεμάτι με τα καλάμια στον αριστερό ώμο. Βήμα, στάση, παίρνει ένα καλάμι από το δεμάτι με το δεξί, το στηρίζει δίπλα στη ρίζα του φυτού, επόμενο βήμα, στάση, άλλο καλάμι και πάει λέγοντας. Από πίσω ακολουθεί άλλος. Δουλειά του είναι να χώνει τα στηρίγματα πιο βαθειά κι ύστερα να τα δένει ψηλά ανά τέσσερα. Μεγαλώνουν τα φασόλια και τυλίγονται μόνα τους. Όλα με την ίδια φορά. Των δεικτών του ρολογιού.


Όλη μέρα στις βραγιές. Κάθε μέρα. Και τα Σάββατα και τις Κυριακές. όσο έχει δουλειά. Με το δεμάτι στον ώμο. Στην αρχή φαίνεται ελαφρύ. Όσο περνάνε οι ώρες βαραίνει κι ας λιγοστεύουν τα καλάμια. Μόλις τελειώνει το δεμάτι, η Ελένη παίρνει το επόμενο από τη στίβα. Κι ύστερα το μεθεπόμενο. Οκτώ το πρωί με επτά τ` απόγευμα. Το πρωί ψύχρα και υγρασία από το ποτάμι. Άμα ανεβεί ο ήλιος ψηλά, κάμα. Βράζει ο κάμπος. Κάθε που σκύβει βλέπει τον ιδρώτα της να στάζει και να βρέχει το χώμα δίπλα στη ρίζα. Ζαλίζεται από τη ζέστη. Ζαλίζεται κάθε που πέφτει το βλέμμα της στις ατέλειωτες καλαμιές που αφήνει πίσω της.


Μια ώρα διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Στη σκιά. Όλοι μαζί οι εργάτες. Φαγητό από το σπίτι μαγειρεμένο αποβαδίς. Βγαίνουν τα τάπερ, ξεδιπλώνουν τα αλουμινόχαρτα, ανοίγουν οι νάιλον σακούλες με το ψωμί. Πριν δουν τον διπλανό να λιγουρεύεται το φαί τους, κερνάνε μεζεδάκι. Ένας κεφτές, μια πιπεριά ψημένη, ένα ντολμαδάκι. Όταν τελειώσουν ετοιμάζουν καφέ. Πάντα κρύο. Πού να κουβαλάνε και γκαζάκι για ελληνικό μαζί τους. Κουβέντες σκόρπιες. Για το πόσες μέρες ακόμα έχει δουλειά σε αυτό το χωράφι. Για το αν ζητάνε σε άλλο εργάτες. Καμιά φορά αστεία και πειράγματα. Και γέλια. Ύστερα, μέχρι τη στιγμή που ξαναρχίζουν δουλειά, σιωπηλοί, βγάζουν τις σκλήθρες από τα καλάμια, που πέρασαν τα γάντια και καρφώθηκαν στα χέρια τους.


Τριάντα ευρώ τη μέρα. Τα μισά λεφτά τώρα, τα άλλα μισά κατά τον Οκτώβρη. Μετά τη σοδειά. Τα βράδυα η Ελένη δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους πόνους στην πλάτη, στους ώμους, στα χέρια. “Δυο λοναρίντ και πάλι δεν κλείνω μάτι.” Μα δεν παραπονιέται "όσο έχει δουλειά"



στον Thas 
που βοήθησε με τον τρόπο του


Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Β, 26


Μικρός ήταν ήσυχο παιδί. Λιανό κι αμίλητο. Πάντα αγέλστο. Χωρίς πολλές παρέες και φίλους. Κακός μαθητής. Για φροντιστήρια ούτε λόγος. Δεν περίσσευε τίποτα. Έβγαλε με τα χίλια ζόρια το Λύκειο. Μετά ξυπνούσε αργά, έπρηζε  τη μάνα του για 10 ευρώ, για καφέ και τσιγάρα, εκείνη τα είχε για ψώνια, τελικά τού τα έδινε και μέχρι αργά το μεσημέρι την έβγαζε στις καφετέριες. Στο στρατό, του έστελναν ότι μπορούσαν. Απολύθηκε κι επέστρεψε διπλός. Ντουλάπα δίφυλλη κανονική.

Πάλι τα ίδια. Χαρτζιλίκι από το υστέρημα για καφέδες και τσιγάρα. Για δουλειά έψαχνε, αλλά μόνο γραφείου. Κλαιγόταν η μάνα, "κάτι να βρεθεί, να βολευτεί το παιδί". Τη λυπόταν μερικοί, του έδιναν δουλειές του ποδαριού, τις μισοέκανε κι ύστερα τις παρατούσε. Ή δεν τις έκανε καθόλου γιατί ήταν κακοπληρωμένες. Έτσι τουλάχιστον έλεγε η μάνα για να τον δικαιολογήσει. Και πάλι στις καφετέριες με φίλους ντουλάπες με μαύρα ρούχα. Αυτός πάντα αμίλητος κι αγέλαστος. Στο στόμα, μια το τσιγάρο, μια το χιλιοδαγκωμένο καλαμάκι του φραπέ.

Πέρυσι για πρώτη φορά μού μίλησε. Δε θυμόμουν τη φωνή του. Μού έκανε παρατήρηση γιατί χαιρετούσα λέει τους αλβανούς της γειτονιάς. “Βρωμίζουν...μας παίρνουν τις δουλειές” κατέληξε. Φέτος έχει ξυρίσει το κεφάλι και φοράει κι αυτός μαύρα ρούχα. Έτσι κεκαρμένοι είναι και άλλοι δυο -τρεις που έρχονται  στο σπίτι στο τέλος του δρόμου κι ύστερα βγαίνουν και σουλατσάρουν όλοι μαζί περιφέροντας μούσκουλα. 

Την περασμένη Τρίτη, τον είδα από μακριά στημένο να τους χαιρετάει με τεντωμένο χέρι μπροστά, με τεντωμένη παλάμη. Και μού φάνηκε ότι τον είδα   να γελάει. Για πρώτη φορά. 

Αυτός που ήταν ένα αγέλαστο, λιανό παιδί. 

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Ραφαέλα, 6


Η Ραφαέλα δεν τρώει πια μερέντα τα απογεύματα. Η φέτα ζυμωτό ψωμί που μασουλάει είναι αλειμμένη με κόκκινη μαρμελάδα. Κεράσι, φράουλα θα σας γελάσω. Ντυμένη στα ροζ, πατόκορφα. Μεγάλωσε, ξεθάρρεψε κι η γλώσσα της πάει ροδάνι. Ελληνικά πια. Τα έμαθε στη γειτονιά από τα άλλα παιδιά.

Όταν τη ρωτάνε: "Από που είσαι;" απαντάει αμέσως και με φυσικότητα: "Από εδώ!". Μα δεν εννοεί από την Ελλάδα. Ούτε από τη μικρή μας πόλη. Το "εδώ" της Ραφαέλας είναι αυτό το σοκάκι έξω από το σπίτι της, άντε και λίγο πιο κάτω, το τέλος του δρόμου όπου μπορεί να φτάσει με μια τρεχάλα. 

Έχει γίνει η σκιά μου. Μόλις βγω, εμφανίζεται και με πλησιάζει, με έτοιμη την πρώτη ερώτηση. Απαντώ κι ακολουθούν δεκάδες άλλες που εισάγονται με το αναπόφευκτο “γιατί”. Όταν είμαι σε καλή διάθεση δίνω τις πιο φευγάτες απαντήσεις, σχεδόν ποιητικές. Αυτές  της αρέσουν περισσότερο. Της έχω εκμυστηρευτεί ότι είμαι τσαλαπετεινός αλλά προτιμώ να βγαίνω έξω χωρίς τα φτερά και το λοφίο μου. Θεωρεί  απολύτως δικαιολογημένη τη ν επιλογή μου και υπόσχεται ότι δε θα  πει το μυστικό σε κανέναν, αρκεί να της κελαηδήσω.

Με τις παλάμες μου σχηματίζω ένα ηχείο, φυσάω στο σημείο που ενώνονται οι αντίχειρες, παίζω λίγο τα δάχτυλα και βγαίνει ήχος κούκου. Ή σειρήνα πλοίου. Κούκο έχει ακούσει. Πλοίο όμως δεν έχει δει ποτέ, ούτε θάλασσα κι έτσι δεν υπάρχει πρόβλημα. Της λέω πως κάπως έτσι είναι το κελάηδισμά μου. Της αρέσει, προσπαθεί και εκείνη κάνει το ίδιο, δεν τα καταφέρνει και κάνει ένα ψεύτικο παρατεταμένο φρου φρουου. “Πώς το κάνεις; Γιατί εγώ δεν μπορώ;”

Μπροστά στ` άλλα παιδιά, βολευόμαστε με playback: κλείνει τις παλάμες της, κάνει ότι φυσάει κι εγώ κρυμμένος πίσω της κάνω τον κούκο και σκέφτομαι καράβια που σαλπάρουν. Για το Αιγαίο, ή και για ακόμα πιο μακριά. Έξω από τη Μεσόγειο.


Και πετάς;
Μα φυσικά και πετάω.
Γιατί δεν πετάς εκεί ψηλά να μού κόψεις κεράσια;
Δεν είναι ακόμα έτοιμα. Θέλουν λίγες μέρες ακόμα.
Εγώ θέλω τώρα.
Τώρα θα φάμε τις φράουλες που είναι έτοιμες.
Μ` αρέσουν οι φραουλίτσες.
Τα κεράσια;
Και τα κεράσια. Αλλά γιατί δεν είναι έτοιμα;
Δεν είναι ώριμα.
Γιατί δεν είναι ώριμα;
Δεν ήρθε η ώρα τους
Γιατί;


Οι γονείς της δεν βρίσκουν πια δουλειές- μια μέρα δουλεύουν και πέντε κάθονται. Σκέφτονται πλέον σοβαρά να γυρίσουν πίσω. Η Ραφαέλα θα πρέπει να μάθει ξανά αλβανικά. Ίσως όμως εκεί θα είναι πιο ασφαλής. "Θα μου λείψει", σκέφτομαι, ειδικά σήμερα που τη ρώτησα, πριν φύγω για το εκλογικό κέντρο αν θέλει να γίνουμε φίλοι και μου απάντησε: “Μα είμαστε τσαλαπετεινέ μου.” 


Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Προς Θεσσαλονικείς



Έλαβα πριν από λίγο μέηλ από  καλή μου φίλη που μένει στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ των άλλων μού έγραφε: 

"...χθες το απόγευμα,  πέρασα από το ίδιο σημείο στην Ναβαρίνου δυο- τρεις φορές, σε διάστημα δυο ωρών, κάνοντας διάφορες δουλειές. Σε μια γωνιά, ένας νεαρός, 20-23 χρονών, καλοντυμένος,  με το μουσάκι του, με το κοτσιδάκι του, στεκόταν και τραγουδούσε, με  καλή φωνή και παίζοντας κιθάρα, έντεχνο ελληνικό. Η θήκη της κιθάρας στα πόδια του, ήταν άδεια όλες τις φορές. Την τρίτη φορά που πέρασα από κοντά του, κρατούσα στα χέρια μου 1 ευρώ από ρέστα και του το άφησα. Έ λοιπόν, έβαλε τα κλάματα!!! Έφυγα τρέχοντας, γιατί θα τα έβαζα κι εγώ..."

Θα ήθελα λοιπόν να παρακαλέσω τους φίλους που μένουν στη Θεσσαλονίκη, να περάσουν από την πλατεία Ναυαρίνου, να αναζητήσουν τον νεαρό μουσικό, να σταθούν για λίγο για να τον ακούσουν και στη συνέχεια να καταθέσουν τον οβολό τους στην θήκη της κιθάρας του. Ελπίζω ότι δε θα βάλει πάλι τα κλάματα, ελπίζω ότι θα σας χαμογελάσει και θα συνεχίσει να γεμίζει μουσικές την αγαπημένη πλατεία. Αν σας ρωτήσει πώς μάθατε γι αυτόν, φυσικά μπορείτε να απαντήσετε ότι σας το είπε ένα πουλάκι. 

η εικόνα της Ναυαρίνου από τον Αγγελιοφόρο

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Σοφία 74 (περίπου)



Στο ένα χέρι, σακουλάκι από φαρμακείο. Γεμάτο. Στο άλλο δυο βασιλικοί. Πενήντα λεπτά ο ένας. Σύνολο ένα ευρώ. Το άλλο, με τα φάρμακα δεν μπορείς να υπολογίσεις πόσο κόστισε. Στέκεται και κοιτάζει τα λουλούδια στη λαϊκή με βλέμμα παιδιού που ζαχαρώνει παιχνίδια σε βιτρίνα. Αμίλητη. Το βλέμμα της παίζει από τα λουλούδια στην τιμή τους -2,50 ευρώ- και πάλι πίσω στα λουλούδια.

Ο πωλητής στη φούρια του, τη ρωτάει επίμονα: “Άσπρο, μοβ ή ροζ κυρά Σοφία;” Δεν απαντά. Ούτε σηκώνει τα μάτια να τον δει. Συνεχίζει να κοιτάζει τα λουλούδια, κάτι ντελικάτες καμπανούλες, σε ροζ άσπρο και μοβ με πέντε πέταλα και λεπτεπίλεπτους στήμονες. Τις φαντάζεται να θεριεύουν φυτεμένες στην αυλή της, να ανθίζουν, να σαλεύουν στον αέρα. Τις φαντάζεται να ηχούν σιωπηλά στο καλοκαίρι της, να δίνουν χρώμα στη ζωή της, τρυφεράδα στο μέσα της.

Λοιπόν; Κυρά Σοφία, άσπρο, μοβ ή ροζ να σου βάλω;” επαναλαμβάνει ο πωλητής λίγο πιο μαλακά αυτή τη φορά κι εκείνη επιτέλους τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει σιγανά, σαν να ντρέπεται: “Δεν έχω άλλα λεφτά παιδί μου. Πήρα τα φάρμακα.” Ύστερα κατεβάζει το κεφάλι, κάνει μεταβολή και φεύγει. Την κοιτάζουμε να απομακρύνεται αργά κρατώντας τη σακούλα με τους βασιλικούς στο ένα χέρι και τα φάρμακα στο άλλο. “Ξέρεις τι λεφτά μου έχει αφήσει αυτή η γυναίκα στο παρελθόν;” μού λέει ο πωλητής “Άλλες εποχές... Τώρα με τη σύνταξη που παίρνει και άνεργο γιο, ούτε τα φάρμακά της δεν μπορεί να αγοράσει”.

Μένουμε αμίλητοι κουνώντας τα κεφάλια μας -τι να πεις άλλωστε όταν σε μια γυναίκα 74 χρονών δεν  περισσεύουν ούτε 2,5 ευρώ για να αγοράσει τις καμπανούλες που λαχτάρησε. Ξαφνικά όμως τον βλέπω να βάζει βιαστικά δυο ρίζες -δεν πρόλαβα να δω χρώματα- σε μια σακούλα, να τρέχει, να την σταματάει, να της τα δίνει και πριν προλάβει εκείνη να συνέλθει από την έκπληξη, πριν προλάβει να τον ευχαριστήσει για το αναπάντεχο δώρο, να επιστρέφει στο πόστο του. Χαμογελώντας. Και σαν να θέλει να δικαιολογήσει την κίνησή του, μού λέει με σοβαρό ύφος: “Οι καμπανούλες κάνουν περισσότερο καλό στην υγεία από όλα τα φάρμακα του κόσμου.”

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ardi (Κώστας), 43



Σηκώνει το τσιμέντο, σκίζει το χαρτί και το αδειάζει στη γούβα της άμμου. Ανακατεύει με το φτυάρι το χαρμάνι, το φορτώνει στο καρότσι, το ρίχνει στα καλούπια κι ύστερα  το στρώνει αριστοτεχνικά με το μυστρί. Ρίχνει πάνω στην επιφάνεια τσιμέντο σκόνη, το υγρό το πίνει, το ξαναστρώνει. Ξαναρίχνει, το ξαναστρώνει. Πολλές φορές. Στεγνώνει και νομίζεις πως είναι μάρμαρο από τη γυαλάδα κι όχι ένα ταπεινό χαρμάνι με άμμο, τσιμέντο και ψιλό γαρμπίλι. Γεννημένος μάστορας ο Ardi. Τεχνίτης με αντίληψη, σβέλτος κι ακούραστος. Και πάνω από όλα φιλότιμος.

Το χειμώνα -λίγο ο καιρός, περισσότερο η κρίση- νεκρή η οικοδομή, μόνο δυο δουλειές του έτυχαν. Σκεπές. Από την αρχή, όχι μερεμέτια. Η μια κατέρρευσε από το βάρος του χιονιού ή άλλη από φωτιά που ξεκίνησε από τη μπουκωμένη καμινάδα. Κατάφεραν να τη σβήσουν -έτρεξε αμέσως όλο το χωριό- πριν καταστραφεί το σπίτι.

Τα κουτσοβόλεψαν,  με τα λεφτά από τις σκεπές και με τα αυτά που είχαν στην άκρη. Μη φανταστείς κανένα σπουδαίο κομπόδεμα. Αρχές της άνοιξης ζόρισαν πολύ τα πράγματα άρχισαν οι σκληρές περικοπές. Πήγε στο φροντιστήριο της κόρης και τους είπε ότι τέρμα, σταματάει, δεν μπορούν πια να πληρώσουν. Ο καθηγητής, του είπε: “Ούτε να το συζητάς. Το παιδί θα συνεχίσει, χωρίς λεφτά. Αν και όταν έχεις τα πληρώνεις. Αν όχι, δεν πειράζει. Αλλά δε θα σταματήσει λίγο πριν τις εξετάσεις η καλύτερη μαθήτρια.”

Το δέχτηκε με βαριά αλλά πολύ περήφανη καρδιά. Τώρα, που  έχει εδώ κι   μήνα δουλειά, ό τι μπορεί το ξεχωρίζει,  πάει να τους το δώσει αλλά εκείνοι τον διώχνουν. “Αργότερα” του λένε “αργότερα...”. Πήγε καλά η μικρή, μπορεί να περάσει και νομική. Πώς θα τα βγάλει πέρα; Πώς θα της στέλνει; Θα κάνει το σκατό του παξιμάδι, αλλά το κορίτσι του θα σπουδάσει.  Σηκώνεται στις 6 για να φύγει για δουλειά και τη βρίσκει πάνω στο βιβλίο. Μαύρους κύκλους γέμισαν τα μάτια της από το διάβασμα όλη νύχτα.

Όταν γεννήθηκε η μικρή στην Αλβανία, στα μεγάλα ζόρια που δεν είχαν να φάνε, πήρε ένα γαϊδουράκι, πήγαινε αξημέρωτα στη Μπίλιστα, το φόρτωνε δύο τσουβάλια ζάχαρη -πενήντα κιλά από τη μια και πενήντα από την άλλη-  και γύριζε από χωριό σε χωριό και τα πουλούσε. Έτσι επέζησαν τότε. Τώρα άμα χρειαστεί στον ώμο θα τα πάρει τα σακιά και θα τα κουβαλήσει. Αλλά η μικρή θα σπουδάσει. 



Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Πολυξένη, 86





Την τελευταία φορά που τον άκουσε ήταν βραχνιασμένος. “Εμ κουράστηκες Αντώνη” σκέφτηκε “τόσες μέρες να μιλάς ασταμάτητα για το καλό της πατρίδας” και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το βλέμμα απέφυγε τις ρυτίδες στο πρόσωπο και στάθηκε στα καλοχτενισμένα της μαλλιά, στο σκούρο μπλε ανοιξιάτικο ταγέρ με τα ασημιά κουμπιά -που δεν είχε βάλει στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου μιά που τότε έκανε ακόμα κρύο- στο σιέλ καλοσιδερωμένο πουκάμισο, στην καρφίτσα στο πέτο και τέλος στα καλογυαλισμένα της παπούτσια.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι, πήρε την τσάντα της και άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά αλλά με προσοχή τις σκάλες, κρατημένη γερά από την κουπαστή. Με την εξαδέλφη της που την περίμενε στη είσοδο, ανηφόρισαν προς την εκκλησία και μετά το “δι ευχών”, αντί του συνηθισμένου καφέ που έπιναν μαζί κάθε Κυριακή, πότε στο σπίτι της μιας πότε της άλλης, ξεκίνησαν για το εκλογικό κέντρο.

Από το Φεβρουάριο του 1956 -από εκείνες τις εκλογές που ψήφισαν για πρώτη φορά και οι γυναίκες- ανελειπώς, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις πήγαιναν αλά μπρατσέτα μετά την εκκλησία στο εκλογικό κέντρο. Ετοίμαζαν τα ψηφοδέλτια μέρες πριν, τα σταύρωναν κυριολεκτικά και μεταφορικά, και έφταναν πανέτοιμες και αποφασισμένες μπροστά στην κάλπη. Δαγκωτό ΕΡΕ πριν τη χούντα, Νέα Δημοκρατία μετά, στη μεταπολίτευση, ανομολόγητα ερωτευμένες και οι δύο με τον Εθνάρχη. Οι αρχηγοί που τον διαδέχτηκαν έχαιραν της εκτίμησής τους, άλλος περισσότερο -ο Ράλλης κι ο ανηψιός του Εθνάρχη- κι άλλος λιγότερο -ο Μητσοτάκης. Όσο για τον τελευταίο, τον Αντώνη, του είχαν παθολογική αδυναμία και ήταν βέβαιες ότι εκείνος θα κατάφερνε να βγάλει την πατρίδα από την κρίση.

Μετά την ξαδέλφη της, η κυρία Πολυξένη πέρασε το παραβάν του εκλογικού τμήματος. Έκλεισε σχολαστικά την κουρτίνα κι ύστερα γύρισε κι άνοιξε την τσάντα για να βγάλει το σταυρωμένο και για να βάλει μετά μέσα στην τσάντα της το μάτσο με τα ψηφοδέλτια που της είχαν δώσει τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής. Είκοσι και βάλε αυτή τη φορά. Μπόλικο πράμα.

Πάντα έπαιρνε μαζί της τα ψηφοδέλτια. Στο σπίτι τα έκοβε προσεκτικά στη μέση, τα έπιανε όλα μαζί με ένα μανταλάκι και τα χρησιμοποιούσε για να σημειώνει τα ψώνια και μερικές φορές, συνταγές που έγραφε πρόχειρα και μετά αντέγραφε σχολαστικά στο τετράδιο με το σκληρό εξώφυλλο. Η μηλόπιτα της κουμπάρας της είχε σημειωθεί στο ψηφοδέλτιο του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού του Ζίγδη*, τα κουλουράκια κανέλας -συνταγή της συννυφάδας της- στο ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου με επικεφαλής τον Χαρίλαο Φλωράκη, ενώ η πάστα φλόρα με μαρμελάδα βερίκοκο μιας γειτόνισσας συνδέθηκε οριστικά με το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας.

Ανοίγοντας την τσάντα της την Κυριακή 6 Μαΐου του 2012 διαπίστωσε ότι το σταυρωμένο ψηφοδέλτιο δεν ήταν εκεί. Έψαξε και στις δύο θήκες, στο τσεπάκι με το φερμουάρ, άνοιξε και το πορτοφόλι της: πουθενά. Κατάλαβε ότι το είχε ξεχάσει στο σπίτι. Για πρώτη φορά στα χρονικά. “Ουκ έρχεται μόνον το γήρας” σκέφτηκε και διατηρώντας την ψυχραιμία της αποφάσισε να αναζητήσει ανάμεσα στα άλλα το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας.

Άνοιξε και πάλι την τσάντα της για να βρει τα γυαλιά της. Ούτε όμως κι αυτά ήταν εκεί. Άρχισε χωρίς γυαλιά να περνάει το ένα μετά το άλλο τα ψηφοδέλτια, ταραγμένη πλέον γιατί ήξερε ότι έξω από το εκλογικό κέντρο υπήρχε ουρά και ένοιωθε ότι καθυστερούσε τον κόσμο. Της ήταν αδύνατον να διαβάσει. Μερικά ψηφοδέλτια της έπεσαν από τα χέρια, έκανε να σκύψει να τα πιάσει τη στιγμή που ο δικαστικός αντιπρόσωπος -φίλος και συμμαθητής του γιου της- που είχε πλησιάσει στο παραβάν της είπε κάπως ανήσυχος: “Όλα καλά κυρία Πολυξένη; Μήπως θέλετε βοήθεια;”

Ένοιωσε ότι είχε αρχίσει να της ανεβαίνει η πίεση, μα φώναξε ένα αξιοπρεπές:“Μισό λεπτό Σάκη παιδί μου, τελειώνω”. Κοίταξε τα πεσμένα ψηφοδέλτια και με όσο κουράγιο της απέμενε συνέχισε να περνάει ένα- ένα αυτά που κρατούσε στα χέρια της με την ελπίδα ότι αυτό που αναζητούσε δεν είχε πέσει κάτω. Δεν κοίταζε πια τα ονόματα των κομμάτων αλλά των υποψηφίων για να βρει την...αδύνατον να θυμηθεί το όνομα της κοπέλας που της είχε πει ο γιος της: “Μάνα, αφού δεν αλλάζεις κόμμα, κοίταξε να σταυρώσεις αυτήν την κοπέλα που φαίνεται σωστός άνθρωπος”.

Ξαφνικά αναγνώρισε ένα όνομα. Ήταν το όνομα μιας παιδικής της φίλης. Σίγουρα αυτή η υποψήφια θα ήταν η εγγονή της φίλης της και σίγουρα θα ήταν της Νέας Δημοκρατίας. Έβαλε ένα αποφασιστικό σταυρό δίπλα στο όνομα, δίπλωσε το ψηφοδέλτιο, το έβαλε στο φάκελο, τον έκλεισε προσεκτικά, πέταξε για πρώτη φορά στο καλάθι όλα τα υπόλοιπα ψηφοδέλτια και βγήκε θριαμβευτικά από το παραβάν ελαφρώς αναψοκοκκινισμένη. Την στιγμή που τον έριχνε στην κάλπη, ο δικαστικός αντιπρόσωπος, την πείραξε για τα κόκκινά της μάγουλα.

Τι έκανες χριστιανή μου τόσην ώρα εκεί μέσα;” την ρώτησε η ξαδέλφη της που την περίμενε έξω από την αίθουσα και συμπλήρωσε με περιπαικτική διάθεση: “Ούτε οι αναποφάσιστοι δεν καθυστερούν τόσο...”. Η Πολυξένης της έκανε νόημα να σωπάσει γιατί ήταν πολλοί γνωστοί τριγύρω, την έπιασε από το μπράτσο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Μόνο όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από το εκλογικό κέντρο άρχισε να εξιστορεί την περιπέτειά της μέσα στο παραβάν. “Αλλά” κατέληξε, λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι και με αρκετές στάσεις στα επίμαχα σημεία της διήγησης, “στο τέλος το βρήκα και σταύρωσα  την εγγονή της φίλης μου”.

Όταν είπε το όνομα της υποψήφιας, η ξαδέλφη της έμεινε με ανοιχτό το στόμα και αμέσως μετά της εξήγησε ότι η μικρή ήταν υποψήφια με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Πολυξένη την κοίταξε ανέκφραστη. Της πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει ότι όχι μόνο δεν είχε ψηφίσει τον Αντώνη σε αυτές τις κρίσιμες εκλογές, τον Αντώνη  που είχε βραχνιάσει τόσες μέρες να μιλάει για το καλό της πατρίδας, μα είχε ρίξει για πρώτη φορά στη ζωής της -κατά λάθος βέβαια – "ψήφο εις τους κομουνιστάς". Ύστερα λιποθύμησε.

Αργά το βράδυ, μετά από δύο χαπάκια για την πίεση, αρκετή ξεκούραση και πολλά παρηγορητικά λόγια είχε κάπως συνέλθει αλλά ακόμα το φυσούσε και δεν κρύωνε. Την ίδια ώρα, σε ένα μπαράκι της μικρής μας πόλης, ο εγγονός της πανευτυχής που είχαν ψηφίσει το ίδιο κόμμα εκείνος και η γιαγιά του, σκασμένος στα γέλια διηγήθηκε στους φίλους του το πάθημά της καταλήγοντας: “ευτυχώς η κυρά Πολυξένη, δεν έμεινε στον τόπο όταν κατάλαβε τί ψήφισε, γιατί σίγουρα μερικοί από τους δεξιούς της οικογένειας, θα έλεγαν ότι και για αυτό θα έφταιγε ο ΣΥΡΙΖΑ”.

* του Γιάγκου Πεσμαζόγλου (και όχι του Ζιγδη όπως κατά λάθος έγραψα)                      

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Παρασκευάς, 16



Από νωρίς το πρωί γυρίζει και ρωτάει αν υπάρχει καμιά δουλειά. Αν βρει, στρώνεται όλη μέρα χωρίς να πάρει ανάσα. Για 10-15 ευρώ το πολύ. “Όσα θες” λέει στο τέλος για την αμοιβή του, στο αφεντικό της μέρας. Όσα του δώσουν τα παίρνει, τα βάζει στην τσέπη χωρίς να τα δει και λέει “ευχαριστώ”. Ύστερα τρέχει στο σπίτι, κάνει ένα μπάνιο, αλλάζει ρούχα και πάει στο εσπερινό Γυμνάσιο. Πάντα αδιάβαστος, ακόμα και τώρα στις εξετάσεις.

Τις προάλλες μού είπε ότι θα έγραφαν Όμηρο, Οδύσσεια. Τον ρώτησα, δε θυμόταν τίποτα. Κάτι γενικά μόνο για ένα τύπο που γύριζε από δω κι από κει με τους φίλους του αλλά ήθελε να πάει πίσω στο χωριό του, μα όλο έβρισκε δυσκολίες στο δρόμο του. Αυτός ο τύπος ήταν τόσο όμορφος που τον ερωτευόταν όλες οι γυναίκες που συναντούσε. Μια μάλιστα ήθελε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της. Αυτός όμως δεν έμεινε, αν και περούσε καλά μαζί της, γιατί έπρεπε να γυρίσει οπωσδήποτε σπίτι που τον περίμενε η γυναίκα του.

Ο Παρασκευάς όταν δε βρίσκει δουλειά – τις περισσότερες μέρες- πάει με το ποδήλατο στο δασάκι. Έχει κάνει πατέντα: κόλλησε πάνω από τη πίσω ρόδα ένα λοξό σίδερο και εκεί στερεώνει και κουβαλάει ξύλα για το σπίτι. Ό,τι βρει. Ψιλά για προσάναμμα, κούτσουρα που θα λαμπαδιάσουν τη σόμπα. Από τώρα για τον επόμενο χειμώνα. Τον φετινό πάγωσαν. Τα ξύλα τους έφτασαν μέχρι το Φλεβάρη και να σκεφτείς ότι ακόμα και τώρα -Ιούνη μήνα- εδώ, τα βράδια πρέπει να ανάψεις φωτιά για να φύγει η υγρασία.

Αυτό το ποστ κανονικά θα τέλειωνε σε αυτό το σημείο, με την πίκρα: ένα παιδί δεκάξι χρονών έχει την έννοια να μαζέψει ξύλα για του χρόνου το χειμώνα. Όμως σήμερα που τον είδα πάλι στο δρόμο, μού είπε πως πριν από τέσσερα χρόνια, στα δώδεκα, δούλευε για ένα θείο του που τον έβαζε κι έσκαβε  “γούβες για τους πεθαμένους στο νεκροταφείο”. Δεν τού έδινε καν χαρτζιλίκι. Μόνο μια μπουγάτσα με κρέμα στο τέλος. “Αλλά είχε μπόλικη άχνη”, διευκρίνισε κι έφυγε σφαίρα με το ποδήλατο για το δασάκι.