Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Εαρινή σύναξη αργυροπελεκάνων







η ανάρτηση  αυτή με τους λαίμαργους πελεκάνους
αφιερώνεται αναγκαστικά
η αφιέρωση σερβίρεται με ένα μπολ φράουλες
-παραγωγός ο ίδιος- με σαντιγί. 

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Πιάνο Βυθού


Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.
από τη συλλογή Πιάνο βυθού (1991)

"Ο Γιάννης Βαρβέρης ανήκει στους νεώτερους κλώνους της γενιάς που εμφανίστηκε στην ελληνική ποίηση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 και δείχνει εξαρχής απαλλαγμένος από τα ιδεολογικά δεσμά που βάρυναν στα δοκιμαστικά τους βήματα ορισμένους από τους παλαιότερους. Ο χώρος του είναι από ιδρύσεως του ο χώρος μιας απερίφραστα ιδιωτικής περιοχής, όπου η ζωή αποκτά το καθολικό της νόημα μόνο μέσα από όσα ταλανίζουν αδιάκοπα την ατομική ύπαρξη. Το δέος του θανάτου, η διαδικασία του πένθους, το άγχος και το άχθος του έρωτα, η νυχτερινή περιπλάνηση στην πόλη, η προσήλωση στην τέχνη της ποίησης, που αποτελεί κι έναν τρόπο του οράν τον κόσμο, η λατρεία της γλώσσας και των ηχητικών παιχνιδιών, όπως και το είδωλο του εαυτού ενόσω αλλάζει κάθε τόσο μάσκες στον καθρέφτη: ιδού, σε πολύ συνοπτικές γραμμές, η εικόνα ενός αυστηρά προσωπικού ποιητή, που εκκοσμικεύεται χάρη στον τρόπο με τον οποίο μετατρέπει την υπαρξιακή κατά βάση θεματογραφία του σε αστική μυθολογία που παίρνει σχήμα και μορφή είτε με το διαρκές ταξίδι μέσα στην πόλη είτε με την παρατεταμένη παραμονή στους κλειστούς και μισοφωτισμένους ή ονειρικά παραμορφωμένους χώρου της"  από εδώ

συνέντευξη του ποιητή στον Δαβίδ Ναχμία 



Έφυγε ένας ποιητής της ζωής  και Η μεγέθυνση του ελάχιστου, του Βασίλη Κ. Καλαμαρά. 


η φωτογραφία, του Βασίλη  Μαθιουδάκη από εδώ

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

"το θέμα είναι όλες οι πλατείες μαζί"

τα παιδιά ανέλαβαν το μοναδικό πανό 

 που έγραφε "ξύπνα έλληνα". 

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ικανού αναρριχητή, το πανό 

δεν αναρτήθηκε τελικά στην κορυφή των δύο ιστών
 στο πάρκο Ολυμπιακής Φλόγας, αλλά μεσίστιο  


 Μια παρέα  σχημάτισε 

τη φράση "αγανακτισμένοι πολίτες".

Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε - περίπου 200 άτομα- 

ήταν κάπως αμήχανος, αλλά ευδιάθετος.

Καθώς πύκνωναν τα σύννεφα 
οι μισοί από τους παριστάμενους συγκεντρώθηκαν 
στο κέντρο του αμφιθεάτρου.


Γύρω στις 8.30 άρχισε να βρέχει 
και η συγκέντρωση διαλύθηκε. 


Καστοριά 25/5/2011


ο τίτλος του ποστ κλεμμένος 
από τον Old Boy.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Σιγά-σιγά η πατρίδα...





 Valencia, 19/5/ 2011. (Reuters/Heino Kalis) 
η εικόνα από εδώ

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Sunday: shooting swallows















στο Μούργο 
ανταπόδοση για τη Σαλαμάνδρα, την Αλεπού 
και την πράσινη  Σαύρα

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

lazy boy



Είδα κι έπαθα να το ξυπνήσω. Δεν ήθελε με τίποτα να σηκωθεί. Ούτε με το καλό, ούτε με το άγριο. Ναι, στο τέλος αναγκάστηκα λίγο να του αγριέψω, μιλώντας για ευθύνες και συνέπεια. Νύσταζε, βαριόταν, γκρίνιαζε: “Άσε με, σου λέω” και “...λίγο ακόμα...”. Σηκώθηκε τελικά, τόσο βαριεστημένα  που ήμουν σίγουρος ότι αν το άφηνα για λίγο μόνο του θα ξανάπεφτε στο κρεβάτι και μετά θα ήταν αδύνατον να το ξαναξυπνήσω. 

Τα μάτια του ήταν γεμάτα τσίμπλες και τα μάγουλά του ροδοκόκκινα και ζεστά από τον ύπνο. Του ένιψα τη μούρη με κρύο νερό – βασανιστήριο το ξέρω αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ανοίξει τα μάτια του. Διάλεξα τα καλύτερα ρούχα του και το έντυσα με τα χίλια ζόρια. Δεν βοηθούσε καθόλου. Κρατούσε πεισματικά τεντωμένα χέρια και πόδια, προσπαθώντας να με δυσκολέψει για να παραιτηθώ από την προσπάθεια. 

Βούρτσισα τα μαλλιά του προσεκτικά. Μερικά τσουλούφια πετούσαν ανεξέλεκτα και έβρεξα τη χτένα για να τα στρώσω όσο καλύτερα γινόταν. Στεκόταν και με κοίταζε νυσταγμένο και μουρμούριζε διαρκώς κάτι σαν “εγώ δε βγαίνω έξω, δεν είμαι έτοιμο”. Το κοίταξα πάλι με αυστηρό βλέμμα και επανέλαβα τα περι ευθυνών και συνέπειας στη ζωή, που όμως φαινόταν ότι από το ένα αυτί έμπαιναν και από το άλλο έβγαιναν. Αφού είδα ότι αυτή η τακτική δεν έπιανε, άρχισα τα κανακέματα: “Να δεις που μόλις θα βγεις, θα έρθουν όλοι να σε δουν... θα πουν πόσο όμορφο είσαι... Να δεις τι καλά λόγια θα γράψουν για σένα”

Τότε διέκρινα μια αυτάρεσκη λάμψη στα μάτια του που αν και με βόλευε τη δεδομένη στιγμή, δε μου άρεσε καθόλου. Η σκέψη ότι θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να κυριαρχήσει στο χαρακτήρα του μού ήταν πολύ δυσάρεστη- αλλά είπαμε: εκείνη τη στιγμή προείχε να ετοιμαστεί και να βγει. Τα αλλά μπορούσα να τα χειριστώ αποφασιστικά και με ψυχραιμία αργότερα.

Στο κατώφλι, άφησα κατά μέρος τις δυσάρεστες σκέψεις, το κοίταξα από την κορφή ως τα νύχια- είναι αλήθεια ότι το καμάρωσα με κρυφή περηφάνια- διόρθωσα το πιο ατίθασο τσουλούφι που είχε στο μεταξύ στεγνώσει και πετούσε πάλι, του τσίμπησα τρυφερά το μάγουλο και του έδωσα μια φωτογραφία να κρατάει λέγοντάς του: “Άντε βρε! Στο καλό!”.  Ενώ με κοίταζε ικετευτικά, επαναλαμβάνοντας  με αυτή την έκφραση την καραμέλα “δε θέλω να βγω”,  πάτησα αποφασιστικά “δημοσίευση” προσπαθώντας να μη γελάσω καθόλου. Κακά τα ψέμματα: το απελπισμένο ύφος του είχε κάτι πολύ αστείο. 

Εξαφανίστηκε από το κατώφλι κι έτρεξα γρήγορα στο παράθυρο για να το δω αναρτημένο. Δεν ήταν εκεί. Γύρισα κι έψαξα παντού. Τελικά το βρήκα να ροχαλίζει του καλού καιρού, ντυμένο όπως ήταν, φορώντας τα παπούτσια του, στον κοιτώνα με τα “πρόχειρα”. Δίπλα στο κρεβάτι του ήταν πεταμένη και τσαλακωμένη η φωτογραφία που του είχα δώσει. Ούτε με μια ώρα photoshop θα μπορούσα να τη συνεφέρω. Τη μάζεψα και την πεταξα στον κάδο της ανακύκλωσης. Το σκέπασα προσεκτικά και έκλεισα τις κουρτίνες. “Ας ξυπνήσει μόνο του όταν χορτάσει ύπνο”, σκέφτηκα αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα αργούσε πολύ. Φαινόταν από την αρχή, ότι θα γινόταν ένα πολύ τεμπέλικο ποστ. 


η εικόνα από www.visualphotos.com, στην ασπρόμαυρη εκδοχή της.  

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

ΔΙΑΒΑΖΩ, τα βραβεία.

Βραβείο Μυθιστορήματος στην  Ιωάννα Καρυστιάνη 
για το βιβλίο της  Τα σακιά, Εκδόσεις Καστανιώτη
 "Σήμερα έχω την εντύπωση ότι έχουν γίνει γενικά αποκαλυπτήρια, ο κόσμος όπως τον ξέραμε δεν υπάρχει πια, είναι σαν όλα να αλλάζουν, όλα δύσκολα. Αλλά φταίμε αν δεν προσέξαμε γιατί τα σημάδια υπήρχαν σε μία κοινωνία που είχε εξελιχθεί σε κοινωνία αστοργίας, υπήρχαν μέσα στα ίδια τα σπίτια. Το σπίτι του καθενός μας δεν είναι το μικρό σπίτι στο λιβάδι, υπάρχει γύρω του μια πολύπλοκη βία: η βία μίας παιδείας χωρίς ανθρωπιστικό περιεχόμενο, η βία με την οποία αντιμετωπίζονται οι ηλικιωμένοι και βέβαια η βία της γλώσσας που τη δούλεψα ιδιαίτερα στο βιβλίο." από τον Αγγελιοφόρο 



Βραβείο Ποίησης εξ’ ημισείας, 
στον  Χριστόφορο Λιοντάκη για τη συλλογή 
 Στο τέρμα της πλάνης,  Εκδόσεις Καστανιώτη...
φωτογραφία: © E.KE.BI, 2001. Ορδόλης
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Ό,τι αρνήθηκε να μπει στις λέξεις αυτές
για κάποιους άλλους είναι προορισμένο.
Άλλοι σίγουρα θα διαβάσουν τον κόσμο
καλύτερα από μένα




...και στον Κώστα Μαυρουδή  
για τη συλλογή Τέσσερις εποχές, Εκδόσεις Κέδρος 
η εικόνα από το Πανδοχείο
Βράδυ λοιπόν στο Λουτράκι
για να επιστρέψω στο θέμα
κινούνταν όπως είπα οι βεντάλιες
μύριζαν άνθη στο παραθαλάσσιο σινεμά
και η θεία εκείνη
με κάρτες από το Εβιάν
τη Ρώμη και απ' το θέρετρο του Κορινθιακού
[...]
πέθανε ήσυχα μου είπαν στο κρεβάτι.


Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας στον Αλέξανδρο Ίσαρη 
για το βιβλίο του Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο, Εκδόσεις Κίχλη

"Όποτε καταπιάνομαι με ένα λογοτεχνικό κείμενο, ποιητικό ή πεζό, ενεργοποιούνται μνήμες και λειτουργίες που σχετίζονται με όλες μου τις ιδιότητες. Αυτό είναι αναπόφευκτο, αφού ο ποιητής, ο μεταφραστής, ο ζωγράφος και ο φωτογράφος συγκατοικούν στο ίδιο πρόσωπο. Ειδικά σε αυτό το βιβλίο, όπου υπάρχουν πέντε διηγήματα εν μέρει αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, είναι εμφανές πως ο δημιουργός τους κινείται σε πολλά επίπεδα, άλλοτε ως ποιητής, άλλοτε ως εικαστικός καλλιτέχνης και άλλοτε ως μεταφραστής." από τον zelig on drugs.


Βραβείο Λογοτεχνικού Δοκιμίου- Μελέτης
στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά για το βιβλίο του
Η επινόηση της ετερότητας, Εκδόσεις Καστανιώτη
"...με διακατέχει είναι ένα είδος κριτικής απαισιοδοξίας. Το αντίδοτό της είναι μόνον ένα: η πεποίθηση ότι η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ· η πεποίθηση ότι τα πράγματα πάντα ανοίγονται προς κατευθύνσεις τις οποίες κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Και κυρίως η πεποίθηση ότι δεν είναι δυνατόν να κυριαρχεί ένα σύστημα, το οποίο τελικά καταλήγει να συνιστά ύβρι έναντι όλων των αξιακών προδιαγραφών του νεωτερικού ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Διαφωτισμού. Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, αυτή η ύβρις να επικρατεί επ’ άπειρον. Θα υπάρξει και νέμεσις." από την Καθημερινή  




Αναλυτικά για τα βραβεία του λογοτεχνικού περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ και για την τελετή απονομής στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη χθες 17/5, εδώ


Όλες οι υποψηφιότητες εδώ

ΒΡΑΒΕΙΑ ΔΙΑΒΑΖΩ, 15 χρόνια τολµηρές επιλογές, της Μικέλας Χαρτουλάρη


up date. Διαβάστε το ποστ του  Γεράσιμου που είχε έναν  ιδιαίτερο λόγο
 να βρίσκεται χθες στην απονομή: Μια βραδιά βιβλίου  


Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Οι μάστορες



Διαβάζω στη lifo ότι στην είσοδο μιας νεόδμητης πολυκατοικίας στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα πολύχρωμος πίνακας με όλα τα ονόματα των μαστόρων που δούλεψαν για την ανέγερσή της καθώς και οι ειδικότητές τους και οι τόποι / χώρες καταγωγής τους με τίτλο: “Αυτή η οικοδομή φτιάχτηκε κομμάτι κομμάτι από τους...”. Ο Άρης Διμοκίδης, που υπογράφει το μικρό σημείωμα επισημαίνει ότι μάλλον αυτός ο πίνακας είναι μοναδικός στη χώρα.

Απο τα σχόλια που ακολουθούν το δημοσίευμα ξεχωρίζω: Δεν ειναι ακριβώς το ίδιο, αλλα δίπλα στα διόδια της Γέφυρας Ρίου Αντιρρίου, υπάρχει μια μικρή κατασκευή, σαν πυραμίδα, που αναγράφονται τα ονόματα όλων όσων δούλεψαν για την κατασκευή της...”

Με αφορμή αυτό το σχόλιο, θυμήθηκα ότι στην έκθεση «Τάσος Μπίρης - Δημήτρης Μπίρης Αρχιτεκτονική: Το αμφίδρομο πέρασμα ανάμεσα στην εφαρμογή και στη διδασκαλία» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς που ολοκληρώθηκε στις 20/3 και μάλιστα στην αρχή της, αναφερόταν εκτός από τα ονόματα των μηχανικών που συνεργάστηκαν κατά καιρούς με το γραφείο των αδελφών Μπίρη, τα ονόματα όλων των μαστόρων που δούλεψαν στην ανέγερση των κτηρίων που σχεδίασε το γραφείο.


Κι έτσι όπως η μνήμη δε σταματά να κάνει άλματα, θυμήθηκα και κάτι άλλο...

Πριν από αρκετά χρόνια στο πρώτο μου ταξίδι στην Σύρο, είχα την τύχη να φιλοξενηθώ για λίγες μέρες στη Μονή των Καπουτσίνων της Άνω Σύρου από τον ηγούμενο, τον πατέρα Δημήτριο Φρέρη. Εκείνες τις μέρες ολοκληρωνόταν μια μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση της παρακείμενης εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη – κτίσμα του 1635- που την χωρίζει από τη μονή μια εκπληκτική εμπροστιάδα .

Ένα απόγευμα ενώ πίναμε τον καφέ μας –καπουτσίνο φυσικά- στην αυλή της μονής, όπου κάποτε συνεδρίαζαν οι δημογέροντες του νησιού, ο ηγούμενος άρχισε να συντάσσει ένα κείμενο με θέμα την ανακαίνιση του ναού. Περιέγραφε αναλυτικά, πότε άρχισαν οι εργασίες, πόσο χρόνο διήρκεσαν, τι ακριβώς περιλάμβαναν, ποιοί εργάτες και ποιοι μαστόροι εργάστηκαν, από πού κατάγονταν καθώς και τα ποσά που δαπανήθηκαν για τις εργασίες και την αγορά υλικών.

Θεώρησα πως ήταν μια υπερβολικά αναλυτική αναφορά για κάποιο βιβλίο εσόδων -εξόδων της μονής, αλλά μου εξήγησε ότι το κείμενο προοριζόταν για να αντιγραφεί στην εσωτερική πλευρά του φύλλου ενός εντοιχισμένου ντουλαπιού που κατασκευάστηκε από τα ξύλινα κασόνια μέσα στα οποία παρελάμβανε τα κεριά που ερχόταν από τη Βενετία. Και συμπλήρωσε: “Για να τα βλέπουν χρόνια μετά οι άνθρωποι και να θυμούνται αυτούς που ίδρωσαν και κόπιασαν εδώ μέσα.”



Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

the cave scanners


Για αλλού ξεκίνησα –δεν είναι της ώρας, θα ξεστρατίσω πολύ αν σου μιλήσω για τον αρχικό προορισμό- μα ανέλπιστα χτύπησα φλέβα, άλλαξα ρότα, βούτηξα και χάθηκα. 

Σχολική εκδρομή 15 Μαΐου 1929
Θυμάσαι ένα παραμύθι που έλεγε ότι μια φορά το χρόνο, για μια μόλις μέρα, άνοιγε ο βράχος στην είσοδο της σπηλιάς με τους θησαυρούς και μπορούσες να μπεις και να πάρεις ό,τι επιθυμούσε η ψυχή σου; Δεν το θυμάσαι...Καλά. Τότε, να σου πω τη συνέχεια για να καταλάβεις τί συμβαίνει εδώ. Πήγε λοιπόν ένα αγόρι και περίμενε απ` έξω να μετακινηθεί ο βράχος. Την ώρα που περίμενε, βλέπει παραδίπλα μια ροδιά φορτωμένη. Πάει κόβει ένα ρόδι κι εκείνη τη στιγμή ακούει φοβερό θόρυβο. Γυρίζει και μέσα σε σύννεφο σκόνης βλέπει το θεόρατο βράχο να κουνιέται. Βάζει το ρόδι στην τσέπη και τρέχει στη σπηλιά. Μόλις συνήθισαν τα μάτια του στο σκοτάδι είδε να αστράφτουν ασήμια χρυσάφια και διαμάντια... Θαμπώθηκα. Άρχισα να μαζεύω -χωρίς να ξέρω τι θα τα κάνω όλα αυτά τα πλούτη- και να γεμίζω ένα σακί που είχα μαζί του. Γέμιζα, γέμιζα...  

Μην περιμένεις τώρα το τέλος του παραμυθιού. Να μαστε καλά και θα στο πω το φθινόπωρο όταν θα είναι έτοιμα τα φετινά ρόδια. Αλλά μια γεύση, δεν μπορείς να πεις, σού έδωσα. Κράτα λοιπόν τώρα μόνο την εικόνα:το αγόρι στη σπηλιά με τους θησαυρούς. Έτσι κι εγώ, σε ένα μεγάλο τραπέζι με παλιές φωτογραφίες. 

Μέρες τώρα μαζεύω. Φωτογραφίες σε αλμπουμ, κουτιά, σε φακέλλους, χύμα. Δικιές μας, από φίλους, από γείτονες. Κυρίως ασπρόμαυρες μα και αρκετές έγχρωμες.Έχω χαθεί για τα καλά. Στην αρχή λαίμαργα, τις κοίταζα βιαστικά τη μια μετά την άλλη. Ύστερα με υπομονή τις ξεχώρισα σε κατηγορίες. Οικογενειακές, πορτραίτα, γαμήλιες, εικόνες από γιορτές και σχόλες, της θητείας, του πολέμου, διακοπών, καθημερινά στιγμιότυπα...

Μετά προσπάθησα να τις βάλω σε χρονολογική σειρά. Σε μερικές υπήρχε αναλυτικό σημείωμα στη πίσω πλευρά, χρονολογία, τόπος, ονόματα εικονιζόμενων, στις άλλες που κανείς δεν είχε κάνει τον κόπο να γράψει έστω και μόνο τη χρονιά, προσπάθησα από το ντύσιμο και τα χτενίσματα να μαντέψω κατά προσέγγιση τη δεκαετία. Τριάντα, σαράντα, πενήντα, εβδομήντα, εξήντα, ογδόντα...  



Μετά άρχισα να τις ανακατεύω και να τις βλέπω πάλι από την αρχή, μια -μια προσεκτικά προσπαθώντας να αναγνωρίσω τα πρόσωπα, τις γειτονιές που άλλαξαν και τα σπίτια που γκρεμίστηκαν δίνοντας τη θέση τους σε καινούρια. Σε μερικές περιπτώσεις τα κατάφερνα- κι άρχιζαν να ξυπνούν μνήμες τόσο παλιές που δε φανταζόμουν ότι υπήρχαν, σε άλλες πάλι όχι. Και τότε, εκεί που ούτε το σκηνικό ούτε τα πρόσωπα μου θύμιζαν κάτι, άρχισαν να ξεπηδάνε φανταστικές ιστορίες που με συνέπαιρναν όσο κι οι πραγματικές.  Σαν το αγόρι με το θησαυρό πριν κλείσει και πάλι η είσοδος, έτσι θέλησα κι εγώ  – χωρίς να έχω ιδέα τι θα τις κάνω- να κρατήσω όσες περισσότερες μπορούσα από τις δανεικές πριν τις επιστρέψω στους κατόχους τους.  

Το σκάνερ δανεικό κι αυτό, σαν κάρο φορτωμένο στην ανηφόρα με ζεμένο γέρικο μουλάρι, αργεί, αργεί πολύ. Προεπισκόπηση, επιλογή θέματος, ρυθμίσεις, ανάλυση -φωτεινότητα- κοντράστ, εντολή σάρωσης κι έπειτα αναμονή, αναμονή, αναμονή. Τέλος. Λεζάντα περιγραφής, πηγή εικόνας, αποθήκευση. Η επόμενη...Τα χέρια δουλεύουν μηχανικά, τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη, λογαριάζω τις διορθώσεις που θα κάνω μετά, εκεί που μερικές είναι τσακισμένες, ή έχουν λεκέδες, στις υπερφωτισμένες περιοχές ή στις πολύ σκοτεινές. Οι φάκελλοι γεμίζουν σιγά σιγά. Σαράντα επτά “οικογενειακές” προχθές, χθες εβδομήντα δύο από γιορτές, α  να δούμε σήμερα πόσες στην κατηγορία “παρέες”. 

Είναι ασφαλής η δικιά μου σπηλιά με τους θησαυρούς. Τα νέα του έξω κόσμου φτάνουν ως εδώ αλλά έτσι όπως είμαι βυθισμένος, φαντάζουν νέα ενός άλλου κόσμου που δεν υπάρχει. Εδώ μέσα υπάρχουν μόνο συγκρατημένα χαμόγελα σε σέπια, τυπικό στήσιμο απέναντι στο φακό με τα καλά ρούχα και αισιοδοξία, που η υφή της αλλάζει ανά δεκαετία. Είναι ωραίος αυτός ο κόσμος που συνθέτουν οι εκατοντάδες παλιές φωτογραφίες, ιδανικός, μα κάποιες στιγμές τρομάζω γιατί καταλαβαίνω ότι κλείστηκα στη σπηλιά μόνο και μόνο για να αποφύγω τον άλλον κόσμο, τον αφόρητο. 


Από το δρόμο ακούγονται γέλια, φωνές και ρόδες κοκκαλωμένες να σέρνονται στην άσφαλτο. Συνειδητοποιώ ότι είναι πια απόγευμα. Τα παιδιά της γειτονιάς έχουν βγει με τα ποδήλατα κι αλωνίζουν πάνω -κάτω στην πρόσκαιρη λιακάδα. Τα βλέπω από το παράθυρο κι έτσι όπως από το πρωί σκανάρω το παρελθόν, δε βλέπω την κίνησή τους στο παρόν παρά σα μια σειρά διαδοχικών εικόνων. Εικόνες που αν τις αποτυπώσει τώρα ο φακός, στο μέλλον σίγουρα κάποιος άλλος θα τις κοιτάζει προσεκτικά, προσπαθώντας να αναγνωρίσει πρόσωπα, γειτονιά, κρυμμένες ιστορίες.  


11 Μαΐου 2011
Βγαίνω έξω με τη μηχανή και τα μαζεύω. Ο ένας δεν θέλει με τίποτα να αποχωριστεί το ποδήλατό του. Τα κορίτσια ντρέπονται. Δε θέλουν να ποζάρουν δίπλα στα αγόρια. “Μα δεν είσαστε όλοι μια παρέα;” τους λέω και υποχωρούν απρόθυμα. Τα στήνω απέναντι, στον τοίχο του ακατοίκητου πια σπιτιού. Κάνω τον καραγκιόζη για να γελάσουν. Τα καταφέρνω. Πέντε κλικ απανωτά για σιγουριά. Δεν ξέρουν πόση ανάγκη έχω τα χαμόγελά τους, αυτή τη μέρα. Αυτόν τον σκληρό Μάη του 2011.

αφιερωμένο στους φίλους  μου
βιβλιοθηκάριο και  Δύτη   

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Το εξάστερο τριφύλλι


το γούρι 









Ο Παναθηναϊκός επικράτησε με 78-70 της Μακάμπι Τελ Αβίβ στον τελικό της Euroleague στο «Παλάου Σαν Τζόρντι» και κατέκτησε το 60 Ευρωπαϊκό στην ιστορία του, όντας πλέον δύο πίσω από τα οκτώ της Ρεάλ Μαδρίτης. Τα οκτώ τρόπαια έφτασε ο Ομπράντοβιτς... από το Βήμα 


 Το ευρωπαϊκό μπάσκετ έχει ένα όνομα. Παναθηναϊκός. Στην πραγματικότητα έχει πολλά αλλά όλα φορούν πράσινα και παίζουν για τον Παναθηναϊκό. Η μηχανή του Ομπράντοβιτς ήταν για μία ακόμη σεζόν απλά ασυναγώνιστη. από εδώ


Τα διεθνή ΜΜΕ για τον θρίαμβο του ΠΑΟ