Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Βουτιά στην εικόνα




Η φωτογραφία που βλέπετε αποτελείται από χιλιάδες φωτογραφίες. Κάθε μια από αυτές αποτελείται από χιλιάδες άλλες που κι αυτές με τη σειρά τους αποτελούνται από χιλιάδες άλλες που κι εκείνες δημιουργήθηκαν από χιλιάδες άλλες που κι αυτές….Αν λοιπόν έχετε κάποια συνάντηση, αν έχετε σοβαρές υποθέσεις να διεκπεραιώσετε, αν είσαστε στη δουλειά σας, αν είσαστε με τον/ την αγαπημένο/η σας, αν έχετε το φαγητό στη φωτιά, μην τολμήσετε να κάνετε κλικ εδώ. Θα αρχίσετε τις βουτιές και θα αργήσετε στην συνάντηση, οι υποθέσεις σας θα παραμείνουν εκκρεμότητες, ο/η αγαπημένος/η θα σας εγκαταλείψει, το φαγητό σας θα καεί… Προσοχή! Είναι άκρως εθιστικό.


Το ψάρεψα από τον Giannis Kafatos κι αυτός το ψάρεψε από το National Geographic κι εκείνο από πολλούς φωτογράφους, που με τη σειρά τους κι εκείνοι, ψαρέψανε τις εικόνες από όλον τον κόσμο.
Υ.Γ. Προσπαθήστε να βρείτε την χαρούμενη φώκια σε κόκκινη παραλία!

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Η βόλτα με τον Ορέστη


Σποράκι του δημοτικού με κοντά παντελόνια. Ξεκίνησε στα σκοτεινά για το σχολείο. Γκρίζος χιονιάς κι ας ήταν ακόμα τέλη Οκτώβρη. Είχε χαρά. Το πρώτο χιόνι της χρονιάς ήταν πανηγύρι. Παίζανε πόλεμο μέχρι να μουσκέψουν ολόκληροι κι ύστερα ζέσταιναν κόκκινα δάχτυλα στη σόμπα της τάξης, με μάτια αλλοπαρμένα από τη μάχη.

Στα μισά του δρόμου άκουσε πίσω του οπλές να χτυπούν το καλντερίμι. Γύρισε τη στιγμή που το άλογο με ένα τρομερό χλιμίντρισμα σήκωνε τα μπροστινά του πόδια και στάθηκε όρθιο. Είδε ψηλά, πολύ ψηλά στον άσπρο ουρανό το κεφάλι του ζώου να αφήνει στο αέρα ζεστό χνώτο κι ύστερα να κατεβαίνει πάλι στη γη.

«Ορέστη, τι κάνεις;» είπε χαϊδεύοντας το κεφάλι του ζωντανού που ήρεμο μετά την έκρηξη τον είχε πλησιάσει. «Πότε θα με πας τη βόλτα που μου χεις τάξει;» συνέχισε πιο δυνατά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καβαλάρη με τα στρατιωτικά που γέλασε με τις γαλιφιές και απλώνοντας χέρι στο μικρό είπε: «Έλα! Σήμερα θα σε πάει βόλτα ο Ορέστης».

Τον άρπαξε και τον σήκωσε το αέρα. Πριν τον καθίσει μπροστά, ο μικρός είδε ότι στα μουστάκια του θείου Τάσου είχαν σταθεί νιφάδες. Κρατήθηκε από τη χαίτη καθώς το άλογο άρχισε να καλπάζει. Ο αέρας φαινόταν πιο παγωμένος τώρα και το χιόνι, μικρές βελόνες του έκαιγε τα μάγουλα. Κράτησε τη ανάσα του μέχρι που φτάσανε πίσω, στο σπίτι.

Ο πατέρας του στη αυλή φτυάριζε το χιόνι. Σταμάτησε και τους κοίταξε ανήσυχος. Ξεπέζεψαν. «Μας χτύπησαν Γιάννη οι άτιμοι…». Το φτυάρι έφυγε από τα χέρια και βούλιαξε στο χιόνι. Τα χέρια άνοιξαν διάπλατα κι έκλεισαν απότομα σε μια αγκαλιά που έκρυψε το βούρκωμα. Ύστερα χώρισαν, έκαναν από ένα βήμα πίσω. Το κάθε βλέμμα έμεινε προσηλωμένο στο πρόσωπο του άλλου παρατείνοντας τον αποχωρισμό.

Πήρε τα χάμουρα από τα χέρια του μικρού και με ένα σάλτο καβάλησε. Σπιρούνισε τα πλευρά του ζώου κι εκείνο χύθηκε μπροστά, καλπάζοντας κάτασπρο και περήφανο. Άλογο κι αναβάτης χάθηκαν στο χιονιά. «Πότε θα με ξαναπάει βόλτα ο θείος με τον Ορέστη;» ρώτησε ο μικρός τον πατέρα του καθώς μπαίνανε στο σπίτι. «Άμα τελειώσει ο πόλεμος.» του αποκρίθηκε εκείνος σκουπίζοντας τα μάτια. «Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος;» επέμενε ο μικρός. «Όταν νικήσουμε» είπε ο πατέρας κι έβαλε την αμπάρα της πόρτας.





Κάθε χρόνο, σα σήμερα την ώρα του φαγητού έλεγε αυτή την ιστορία. Του άρεσε να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια τί συνέβη το πρωί της μέρας που κηρύχτηκε ο πόλεμος του `40. Τη μέρα που έκανε την πρώτη και τελευταία βόλτα του καβάλα στον Ορέστη-ούτε το άλογο ούτε ο καβαλάρης γύρισαν από το μέτωπο.

Τώρα που ο πατέρας μου δεν είναι πια εδώ, έπρεπε με τη σειρά μου να τη διηγηθώ.



Μουσική: Gnossienne Nº 3 σύνθεση του Erik Satie -



Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Στο ίντερνετ καφέ



Ο ευτραφής άντρας με πρόσωπο μωρού που κάθεται στον διπλανό υπολογιστή έχει χρώματα Ρώσου και φάτσα Πολωνού -Μπόλεκ και Λόλεκ. Σε αυτό το ίντερνετ καφέ υπάρχει χώρος για τους καπνίζοντες κι όταν τελειώνουν τα τσιγάρα μου, στρέφομαι σε κείνον για τράκα. Κερνάει απλόχερα και μάλιστα αφήνει το πακέτο με αποφασιστική κίνηση δίπλα στο ποντίκι μου. «Επαέ για να παίρνεις όποτε θες».


Τελικά είναι Σέρβος και μιλάει σπαστά ελληνικά με βαρειά κρητική προφορά. Βρίσκεται στο Ηράκλειο εδώ και δύο χρόνια και δουλεύει σε μια ταβέρνα. Από τη σωματική του διάπλαση υποπτεύομαι ότι ή είναι ο τύπος του μάγειρα που δοκιμάζει μια ολόκληρη μερίδα από κάθε φαγητό που μαγειρεύει, ή πλένει στη λάντζα τεράστια ταψιά που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να σηκώσει.


Πληκτρολογεί και γελάει ασταμάτητα. Γέλιο γάργαρο αλλά διακριτικό που τον τραντάζει ολόκληρο, μια συνεχής ευφορία που πηγάζει κατευθείαν από το Βελιγράδι από την κοπέλα του, όπως μου λέει στο τρίτο πια τσιγάρο που μου προσφέρει. «Sladoled», μου βγαίνει αυθόρμητα και το χαμόγελο του γίνεται ακόμα πιο πλατύ όταν ακούει μια λέξη στη γλώσσα του έστω κι αν είναι τόσο μια τόσο άσχετη όπως η λέξη ‘παγωτό’. «Πού ξέρεις εσύ;» ενδιαφέρεται να μάθει και ότι του λέω στη συνέχεια, μας πάει στο Δεκέμβρη του 1996 και στις ογκώδεις διαδηλώσεις κατά του Μιλόσεβιτς.


Το πρόσωπο του Σέρβου γείτονά μου σοβαρεύει καθώς θυμάται την Επανάσταση της Σφυρίχτρας, τότε που κάθε απογευμα στις 5 ακριβώς, για εκατό και βάλε μέρες όλη η πόλη ήταν στους δρόμους σε μια διαδήλωση που κατέληγε πλημμυρίζοντας την κεντρική πλατεία κι ολοκληρωνόταν γύρω στις 7 με τις σύντομες ομιλίες των τριών αρχηγών της αντιπολίτευσης-Βουκ Ντράσκοβιτς, Ζόραν Τζίντζιτς και Βέσνα Πέσιτς- από μια εξέδρα.


Ήταν αδύνατον να βρίσκεσαι στο Βελιγράδι εκείνες τις μέρες και να κάνεις οτιδήποτε άλλο εκτός από το να διαδηλώνεις με μικρούς και μεγάλους φυσώντας ασταμάτητα τη σφυρίχτα σου. Μια μέρα, στο τέλος της διαδήλωσης παρασυρμένοι από το πλήθος, είχαμε βρεθεί με τον Sveta και τη Lara που με φιλοξενούσαν, στη σκάλα στο πλάι της εξέδρας. Από κει μετά από λίγο κατέβηκαν ο ένας μετά τον άλλο οι τρεις αρχηγοί. Τελευταίος ο Ζόραν Τζίντζιτς, που έπιασε τα χέρια που απλώθηκαν προς το μέρος του, χαιρετώντας τον κόσμο-κάποια στιγμή του Sveta, της Lara και αμέσως μετά το δικό μου.


Φρενάρω τη διήγησή μου γιατί τον βλέπω συγκινημένο. Ακολουθεί μια παύση σχεδόν θεατρική, μια ‘γεμάτη’ παύση που λήγει τελικά με μια απλή κίνηση: ανασηκώνει το δεξί μανίκι και αποκαλύπτει ένα πρόσωπο αποτυπωμένο στο μπράτσο του. «Να ο Τζίντζιτς» μου λέει και το βλέμμα του μένει για λίγο στο τατουάζ.


Επιστρέφουμε στις οθόνες μας. Μου είναι αδύνατον να ολοκληρώσω την ανάρτηση που είχα ξεκινήσει και στέλνω ένα σύντομο mail στο Sveta που έχω καιρό να μάθω νέα του. Εκείνος συνεχίζει την κουβέντα με την κοπέλα του στο Βελιγράδι. Δεν γελάει πια. Λίγο αργότερα σηκώνεται να φύγει για τη δουλειά και επιμένει να μου αφήσει το πακέτο με όσα τσιγάρα είχαν απομείνει. Παρ’ όλο που τον διαβεβαιώνω ότι κι εγώ θα φύγω σε λίγο είναι ανένδοτος: «Κράτησέ τα!» επιμένει. Υποκύπτω όταν επιστρατεύει ασυναίσθητα το ύστατο επιχείρημα: ακουμπάει την δεξιά του παλάμη πάνω στο μπράτσο του, εκεί που ξέρω ότι κρύβεται κάτω από το μανίκι το πρόσωπο του νεκρού προέδρου .


Αργότερα κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα, προσπαθώ μάταια να θυμηθώ που είναι η μαύρη σφυρίχτρα από κείνα τα επαναστατικά Χριστούγεννα στο Βελιγράδι. Μόλις επιστρέψω στην Αθήνα θα ψάξω να τη βρω.



Μουσική: Inga του Duško Gojković από το δίσκο Soul Connection του 1998



Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Nest, sweet nest!




-Έλα μωρό μου!

-.........

-Στον αέρα...

-…….

-Περίμενε να κατέβω...






-Τώρα μ` ακούς;

-........

-Με τα παιδιά ήμουνα…εσύ;

-………..

-Α! ωραία.

-…….

-Κι εγώ γυρίζω.

-.....

-Δε θα αργήσω. Σε πέντε λεπτά.

-........

-Μωρό μου, να σου ζητήσω μια χάρη;

-……

-Σε παρακαλώ, ας μη βγούμε το Σαββατοκύριακο...

-.....

-Ναι, να ξεκουραστούμε λίγο.

-…….

-Θα δούμε ταινίες, θα ακούσουμε μουσική...

-.....

-Αμέ!!!

-…..

-Έχουμε κεράκια.

-…..

-Ναι, μωρό μου θα χουχουλιάσουμε.

-....

-Δε χρειάζεται να μαγειρέψεις.

-........

-Μη σε νοιάζει. Φέρνω φαγητό.

-......

-Λιχουδιές που σου αρέσουν.

-.....

-Δε σου λέω, έκπληξη.

-.....

-Φιλάκια

-....

-Κι εγώ!







Μουσική: Three little birds του Bob Marley, με τον Gilberto Gil.

Φωτογραφία: δημοσιεύτηκε στο Κ, είναι Ισπανού φωτογράφου, αναζητώ το όνομά του...



Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Βαρκα στο Μετρό



Μια βαθειά ανάσα μου δίνει αμφίβολης ισχύος αποφασιστικότητα για να ταχτοποιήσω ει δυνατόν σε ένα πρωινό, συσσωρευμένες εξ αναβολών, πάσης φύσεως εκκρεμότητες.

Στο μετρό τα γνωστά των τελευταίων χρόνων: αμίλητοι κι αγέλαστοι επιβάτες σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι απέγιναν τα πλατειά χαμόγελα της πρώτης μέρας λειτουργίας του. Αυτά τα αξέχαστα χαμόγελα που σταδιακά άρχισαν να στενεύουν μέχρι που εξέλειπαν. Ο καθένας οχυρωμένος στο δικό του μικρόκοσμο πίσω από περιττά γυαλιά ηλίου, καθισμένος ή αιωρούμενος από χειρολαβές.

Μόνο στην παράλληλα επαναλαμβανόμενη διαφήμιση, η ιδανική οικογένεια έχει πλατειά χαμόγελα, επιδεικνύοντας γνήσια ευτυχία, απόλυτες ισορροπίες και κυρίως τα ολοκαίνουρια φθινοπωρινά ρούχα που προμηθεύτηκε σύσσωμη από γνωστό κατάστημα.

Μικρή η διαδρομή αλλά η γενική κατήφεια την κάνει ατέλειωτη. Ο ήχος του συρμού, οι αναγγελίες των σταθμών και τα κινητά να χτυπάνε συχνά πυκνά. Ένα αναπάντεχο παθιασμένο φιλί σε κάποια αποβάθρα, στιγμιότυπο που χάνεται στην επιτάχυνση, δεν αρκεί για την ανατροπή της διάθεσης.


Ώσπου το μάτι πιάνει μια κίνηση, κάτω σε μια γωνιά: ένα μικρό άσπρο καραβάκι από χαρτί. Πιθανόν κάποιος να το σκάρωσε για να απασχολήσει ένα γκρινιάρικο εγγόνι που είχε στην αγκαλιά του. Στην αποβίβαση έπεσε από τα χέρια του μικρού κι απόμεινε στο δάπεδο. Σίγουρα αυτός που το έφτιαξε ήταν κάποιος μεγάλος σε ηλικία. Δε νομίζω ότι πολλοί σήμερα ξέρουν να φτιάχνουν καραβάκια διπλώνοντας πέντε φορές ένα τετράγωνο χαρτί.

Πριν από χρόνια είχαν φέρει από την Πράγα δώρο στον φίλο μου τον Άρη, ένα βιβλίο με ανάλογα χειροτεχνήματα. Το είχα ζηλέψει πολύ. Είχε ότι ζώα μπορεί να φανταστεί κανείς, τα περισσότερα πολύπλοκα με αναλυτικές οδηγίες κατασκευής που κάλυπταν ολόκληρες σελίδες. Περάσαμε ένα απόγευμα προσπαθώντας να κατασκευάσουμε τα πιο εύκολα. Μερικά είχαν τη δυνατότητα να μετακινούνται, όπως ο βάτραχος που χοροπηδούσε αν τον πατούσες μαλακά στο πίσω μέρος. Είχε κάτι το νοσταλγικό αυτό το βιβλίο, όχι μόνο λόγω του είδους των κατασκευών του αλλά κυρίως γιατί οι σελίδες ήταν ελαφρώς κιτρινισμένες. Να το έχει άραγε ακόμα ο Άρης;


Στο μεταξύ, το βαρκάκι καθώς ο συρμός επιτάχυνε, επιβράδυνε και σταματούσε, στριφογύριζε κι άλλαζε συνεχώς θέσεις. Κάποιοι το πήραν είδηση κι άρχισαν να το παρακολουθούν. Μερικοί κάνανε νόημα στον ανύποπτο διπλανό τους για να το προσέξει. Σκάσανε τα πρώτα χαμόγελα. Άρχισαν και κουβέντες. Εικασίες για την προέλευση και για τον τρόπο κατασκευής του. Υπήρξαν μερικές διαφωνίες ώσπου κάποιος ηλικιωμένος άνοιξε το φάκελο που κρατούσε, πήρε μια σελίδα Α4 και άρχισε να την τσακίζει με χέρια που δε βοηθούσαν και πολύ λόγω αρθριτικών, εξηγώντας «πώς γίνεται» στη κοπέλα απέναντί του. Κι άλλα χαμόγελα.

Από το σημείο που ενώνονται τα δύο βαγόνια όπου το πρωτοείδα, το βαρκάκι έπλευσε στο διάδρομο, κρύφτηκε για λίγο κάτω από καθίσματα, ξαναβγήκε στο διάδρομο κι έφτασε σιγά -σιγά κοντά στην πόρτα. Η προσοχή όλων ήταν στραμμένη στο μικρό σκαρί που ακολουθούσε τη δική του ρότα και όσοι ετοιμαζόταν να αποβιβαστούν είχαν έγνοια μην το πατήσουν.


«Προσοχή, βάρκα στο μετρό!» φώναξε κάποιος στους επιβάτες που έμπαιναν ανυποψίαστοι βιαστικά. Γελάσαμε με την παράδοξη προειδοποίηση αλλά και με τα απορημένα βλέμματα των εισερχόμενων, που κοίταζαν κάτω ακολουθώντας τα χέρια που απλώθηκαν αμέσως για να δείξουν το βαρκάκι. Από τους νέους επιβάτες μερικοί χαμογέλασαν συγκαταβατικά αλλά δεν κατάφεραν να μπουν στο κλίμα και να συμμεριστούν την ευθυμία μας- οι υπόλοιποι αδιαφόρησαν.

Το βαρκάκι την γλύτωσε από το κενό «μεταξύ του συρμού και της αποβάθρας», τη γλύτωσε από εισερχόμενους και εξερχόμενους επιβάτες αλλά σε ένα απότομο φρενάρισμα παρασύρθηκε αρκετά μέτρα μακριά έφτασε στο επόμενο βαγόνι και σταμάτησε στα πόδια μιας αφηρημένης γυναίκας που παραδόξως τρόμαξε υπερβολικά και τινάχτηκε από τη θέση της βγάζοντας μια μικρή κραυγή. Ο κύριος δίπλα της με μια αντανακλαστική κίνηση το πάτησε, στρίβοντας μάλιστα το παπούτσι πάνω του όπως ακριβώς θα έκανε αν ήταν κατσαρίδα και το ισοπέδωσε.


Πριν αποβιβαστώ στο Σύνταγμα έσκυψα, το μάζεψα με τρόπο και το έβαλα στην τσέπη μου. Επιστρέφοντας αργότερα στο σπίτι το καλαφάτισα προσεκτικά. Ύστερα ανέσυρα το πιο γλυκερό ηλιοβασίλεμα του αρχείου μου και το καθέλκυσα κατευθείαν στα βαθειά, ελπίζοντας ότι θα ταξιδέψει μέχρι εσάς με ασφάλεια.





Στην παραπάνω ιστορία συνέβαλαν αποφασιστικά, καθένας με τον τρόπο του, σε ανύποπτο χρόνο αλλά χωρίς να το ξέρουν, η Dana Semitecolo, ο Prokopis Doukas, ο Συκοφάγος, ο Spy, ο Thomas Xomeritis , η Freedom και η Hypericum Perforatum. Τους ευχαριστώ και τους την αφιερώνω.



Μουσική: Sugar Plum Fairy, από τον Καρυοθραύστη του Τσαϊκόφσκι, διασκευή από το Chizhik-jazz-Quartet (Oleg Belov piano, Peter Miheev Drums, Viktor Savich bass, Alexey Chizhik vibraphone.)

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Μια χάρη...



Οκτώ μήνες και δέκα μέρες, εκατόν επτά αναρτήσεις, εβδομήντα εννιά μουσικά κομμάτια και μερικά bonus tracks- όχι δεν είναι επετειακή ανάρτηση, δεν είναι καν η ανάρτηση που προοριζόταν για σήμερα...Θέλω να σας ζητήσω μια χάρη, γι αυτό αρχίζω έτσι. Μια μεγάλη χάρη.

Έλαβα χθες αυτό το mail που θα δείτε παρακάτω και θέλω να σας παρακαλέσω και ψάξετε στα ράφια σας και αν βρείτε διπλά βιβλία, ή βιβλία που δε σας είναι απαραίτητα, να κάνετε ένα μικρό δεματάκι και να τα στείλετε στον Ελαιώνα Θηβών. Κάποιες τα έχουν ανάγκη για να.. ‘δραπετεύσουν’.


Το mail

Το Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θηβών θα σας ήταν ευγνώμον αν μας προτιμούσατε στο…χάρισμα των βιβλίων σας!
Έχουμε δανειστικές βιβλιοθήκες σε κάθε πτέρυγα με πολύ μεγάλη χρήση από τις γυναίκες- κρατούμενές μας. Και κάθε φορά τρομάζουμε να βρούμε πόρους για να αγοράσουμε καινούρια. Έτσι στηριζόμαστε κυρίως σε δωρεές φίλων και γνωστών. Μόνο που δε μπορούμε να έρθουμε να τα παραλάβουμε. Αν θελήσετε να μας προτιμήσετε και μπορείτε να μας τα στείλετε, η διεύθυνσή μας είναι:


Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θηβών
Ελαιώνας Θήβας 32 200
Υπ` όψιν κ. Κοσμάτου Ευάγγελου, ψυχολόγου.



Ξέρω ότι όταν πέφτουν παρόμοιες αγγελίες στα χέρια μας, νοιώθουμε συγκίνηση τη στιγμή που τις διαβάζουμε, ξεσηκωνόμαστε, αποφασίζουμε να κάνουμε την κίνηση, αλλά μετά κάτι συμβαίνει, περνάνε δυο- τρεις μέρες και το ξεχνάμε. Για χατίρι μου, μην το αμελήσετε…


Μουσική: Down To The River To Pray, της Alison Krauss από την ταινία του Joel Coen
O Brother, Where Art Thou?


Η φωτογραφία από εδώ.
bonus track, Wrapped Up In Books απο τη masquerade

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Φωνές


"Ήμασταν εγώ και η θάλασσα. Κι η θάλασσα ήταν
μόνη κι εγώ ήμουν μόνος. Ένας από τους δύο
έλειπε. " *


Μουσική: God Bless The Child, των Billie Holiday και Arthur Herzog Jr. , στην κατά Stanley Turrentine εκδοχή, από το άλμπουμ Never Let Me Go

*Από τις Φωνές (Voces), του Αντόνιο Πόρτσια, μετάφραση του Ε.Χ. Γονατά, εκδόσεις στιγμή

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Η απάντηση

Ως ευσυνείδητος blogger, από τα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας είχα αρχίσει να σκέφτομαι την ανάρτηση της 5ης Οκτωβρίου 09. Αν η μεγάλη διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος ήταν η έκπληξη αυτών των εκλογών, οι περισσότεροι– έστω και χωρίς δημοσκοπήσεις τις δύο τελευταίες εβδομάδες- δεν είχαν καμία αμφιβολία για το ποιο θα αναδείκνυε ως πρώτο κόμμα η κάλπη της περασμένης Κυριακής.

Όταν βρήκα αυτή την εικόνα πέραν της προφανούς για την δεδομένη χρονική στιγμή ανάγνωσης που θα έκανε ο καθένας μας είτε θετικά είτε αρνητικά , αυτό που με ξεσήκωσε περισσότερο – και θέλω να με πιστέψετε- ήταν η σκέψη: «Φαντάσου τι σχόλια θα ακολουθήσουν!». Παρασύρθηκα για τα καλά. Τις επόμενες μέρες προσπαθούσα να μαντέψω τι θα γράψει ο καθένας από σας. Για κάποιους σκέφτηκα ότι μπορεί να περάσουν αθόρυβα, χωρίς να αφήσουν σχόλιο. Αυτό το μοναχικό ‘παιχνίδι’- να διαπιστώσω με αφορμή αυτή την εικόνα, πόσο σας καλά σας ξέρω παρακολουθώντας συστηματικά τα blogs σας, τα σχόλιά σας εδώ κι αλλού- ήταν άκρως γοητευτικό.

Συνήθως δυσκολεύομαι με τους τίτλους των αναρτήσεων. Σε αυτή την περίπτωση όμως, ο ουδέτερος τίτλος «Οικογενειακή φωτογραφία» ήρθε εύκολα. Μάλλον ήταν επιβεβλημένος γιατί δεν ήθελα να σας επηρεάσω, με κάποιο άλλο τίτλο που θα υποδήλωνε έστω και στο ελάχιστο προσωπική στάση. Ξημερώματα Δευτέρας ανέβασα την φωτογραφία και στη συνέχεια παρακολούθησα σιωπηλά τις αντιδράσεις σας. Χαίρομαι αφάνταστα γιατί σε γενικές γραμμές οι προβλέψεις μου επαληθεύτηκαν ως προς την ουσία, αλλά μου προκάλεσε έκπληξη το εύρος και η ευρηματικότητα των σχολίων.

Παρ` όλο που τελικά αυτή η φωτογραφία χρησιμοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο ως ‘δόλωμα’ στο ‘παιχνίδι’, δε μπορώ να αρνηθώ ότι από την πρώτη στιγμή μου κέντρισε έντονα το ενδιαφέρον. Όχι μόνο γιατί απεικόνιζε το σπάνιο φαινόμενο «τρεις γενιές, τρεις πρωθυπουργοί» – μια παρόμοια από ότι είδα χρησιμοποιήθηκε από κάποιο ξένο κανάλι σε ρεπορτάζ για τις εκλογές- αλλά γιατί απεικονίζει ένα στιγμιότυπο που δεν προέρχεται από το δημόσιο βίο, γιατί δεν βγήκε κάποια ιστορική ημέρα που άξιζε να αναφέρεται και κυρίως γιατί αναδύει ένα ανεπαίσθητο άρωμα της δεκαετίας του 60. Αυτή της μυθικής δεκαετίας, τουλάχιστον για μας που δεν τη ζήσαμε, αλλά προσπαθούμε να την προσεγγίσουμε μέσα από άρθρα, βιβλία, ταινίες, μουσική, ιστορικά ντοκιμαντέρ, από διηγήσεις, ακόμα κι από σκόρπιες φωτογραφίες.

Αν κρίνει κανείς από το ντύσιμο, την υφή του φωτός, και τα ανθισμένα λουλούδια, πρέπει να είναι άνοιξη-κατά πάσα πιθανότητα Απρίλιος του 62. Ο παππούς είναι 74 χρόνων, ο πατέρας 43 και ο γιός μόλις 10. Αυτή η ήρεμη οικογενειακή στιγμή σε μια ταραγμένη εποχή εντός και εκτός συνόρων, με παρέσυρε για τα καλά από το παρόν και τις βουλευτικές εκλογές του 2009 στο παρελθόν, στις αρχές τις δεκαετίας του `60, στις εκλογές της «βίας και νοθείας» του 61, στον Ανένδοτο Αγώνα, στις εκλογές του 63 λίγους μήνες μετά τη δολοφονία Λαμπράκη, στις επόμενες του 64 και τελευταίες πριν τη δικτατορία, στην Αποστασία του 65…. Θυμήθηκα γεγονότα για τα οποία είχα διαβάσει παλιότερα, ξεφυλλίζοντας βιβλία και ψάχνοντας στο διαδίκτυο χάθηκα σε λεπτομέρειες, ξεστράτισα αρκετά- ρίχνοντας πότε -πότε κλεφτές ματιές στην τηλεόραση που μετέδιδε, οδηγίες προς ψηφοφόρους, ρεπορτάζ από εκλογικά κέντρα, exit polls, αποτελέσματα, δηλώσεις στο Ζάππειο, δραματικές παραιτήσεις, αναλύσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων, έκτακτο συνέδριο για εκλογή νέου αρχηγού, τους πιθανούς δελφίνους, εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, ορκωμοσία πρωθυπουργού, εικασίες για την σύνθεση της κυβέρνησης, την σύνθεση της κυβέρνησης…

Ήταν ενδιαφέρον αυτό το ταξίδι στη δεκαετία του `60 που προκάλεσε η ‘άλλη’ ματιά στη φωτογραφία και κράτησε μερικές μέρες. ‘Επέστρεψα’ χθες άρον άρον για να παρακολουθήσω όπως πάντα με μεγάλη προσοχή τις τελετές παράδοσης και παραλαβής των υπουργείων.



Ελπίζω με τον τρόπο μου να απάντησα στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησής. ;-)


Μουσική: Cheese Cake, σύνθεση του σαξοφωνίστα Dexter Gordon από το άλμπουμ Go που κυκλοφόρησε το 1962. Στο πιάνο ο Sonny Clark

Bonus Track, από την ίδια χρονιά.


Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Οικογενειακή φωτογραφία

Καστρί 1962



Μουσική: All of Me, Lester Young τενόρο σαξόφωνο, Teddy Wilson πιάνο, από το άλμπουμ Pres and Teddy


Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Νίκου Παπανδρέου.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Η ώρα της κάλπης





Βουλευτικές Εκλογές
4.10.2009

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Παραμονή Εκλογών



-Φτάνει βρε παιδί μου! Τι θα τις κάνεις τόσες εικόνες;
-Ε! κάπου θα χρειαστούν.

(Και να που χρειάστηκαν)


Συνάντησα τον εκλογολόγο Ηλία Νικολακόπουλο ένα μεσημέρι του περασμένου Δεκέμβρη -προ blog εποχή- στην οδό Ακαδημίας. Έτυχε να έχω μαζί μου μηχανή και τον φωτογράφισα κρυφά. Με πήρε όμως είδηση και αντέδρασε με πολύ ήπιο τρόπο. Ανεβάζω σήμερα μια από αυτές τις εικόνες που έβγαλα τότε, μια που αύριο θα είναι η μέρα του. Και η δική μας βέβαια. (Του κυρίαρχου λαού εννοώ)


Μουσική: Run on (God's Gonna Cut You Down) στη διασκευή του Moby, από το άλμπουμ Play


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Μιας ανάρτησης λέξεις













Μουσική: Raquel, του Alberto Iglesias από το sound track της ταινίας
του Pedro Almodovar, Hable con ella

Αν έγραφα κάτι για σήμερα θα χρησιμοποιούσα τις παραπάνω λέξεις και αυτή τη γραμματοσειρά. Οι λέξεις από το Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος Φυτράκης.




Καλό μήνα σε όλους.