Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Το καρπούζι του πένθους

.
.

Πρόσεξε τον ήχο που κάνει!” είπε σκυμμένος καθώς ήταν και αφού κόντραρε τον μέσο στον αντίχειρα, τον άφησε με ορμή να σκάσει πάνω στο παπούτσι του. “Ακούς πώς κάνει;” επέμενε και ξαναχτύπησε δύο- τρεις φορές ακόμα για να συγκρατήσω την υφή του ήχου. Έγνεψα “ναι” κοιτάζοντας επίμονα το σημείο που είχε σκάσει το νύχι του στο παπούτσι, απομακρύνοντας τη σκόνη του δρόμου.

Δευτέρα, παραμονή λαϊκής, αργά το απόγευμα, μόλις είχε κάπως καταλαγιάσει το αυγουστιάτικο κάμα και είχαμε πάει για να προμηθευτούμε καρπούζια την ώρα που έστηναν τους πάγκους. Με καροτσάκι οικοδομής πάντα. Άκουγα τη μοναδική του ρόδα να ρολάρει στο τσιμέντο τής πίσω αυλής και παρατούσα το παιχνίδι τρέχοντας. Με σήκωνε, με κάθιζε μέσα και φεύγαμε για τα καρπούζια της βδομάδας. Τα άλλα φρούτα και τα ζαρζαβατικά τα ψωνίζαμε την επόμενη όπως όλος ο κόσμος. Αυτή η σύντομη βόλτα με καροτσάκι της οικοδομής από το σπίτι ως τη λαϊκή ήταν απόλαυση κι ας τράνταζε σαν τρελό πάνω στην στραβοχυμένη άσφαλτο.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα ολόκληρο καρπούζι. Θυμάμαι την τρομακτική εντύπωση που μου έκανε το μέγεθος- έξω από κάθε κλίμακα φρούτου που είχα δει μέχρι τότε -και κυρίως τη μουτζαχεντίν τροχιά που διέγραψε το μαχαίρι του ψωμιού με ένα σφύριγμα στον αέρα και το έσχισε στα δύο αποκαλύπτοντας το ματωμένο όπως μου φάνηκε εσωτερικό. Με χειρουργική ακρίβεια αφαίρεσε την καρδιά ολόγλυκια χωρίς κανένα κουκούτσι και μου την πρόσφερε καρφωμένη στην άκρη του μαχαιριού.

Τα πιο γλυκά καρπούζια όταν τα χτυπάς κάνουν τον ίδιο ήχο με το παπούτσι” είπε κι άρχισε να τα χτυπάει ένα ένα στο σωρό –αυτό το πράσινο βουνό που ολοένα και ψήλωνε καθώς συνέχιζαν να ξεφορτώνουν από το φορτηγό. “Ακούς; Αυτό κάνει ακριβώς τον ίδιο ήχο” και ξαναχτύπαγε το παπούτσι του. “Αυτό όμως είναι είναι μάπα...” και το άφηνε στην άκρη. Έτσι ξεχώριζε επιμελώς τα γλυκά από το βουνό και τα έβαζε στην πλάστιγγα. Δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα κιλά. “Τι λες; Θα μας φτάσουν για μια βδομάδα;” συνέχιζε κλείνοντας μου το μάτι. Δεν ήταν υπερβολή. Συχνά από την Κυριακή το απόγευμα οι απίστευτες προμήθειές μας τελείωναν και με τη δικαιοσύνη του γονιού μού σέρβιρε την καρδιά της τελευταίας φέτας και έτρωγε το υπόλοιπο. Ήμασταν κι οι δύο καρπουζοφάγοι. Πρωί μεσημέρι βράδυ καρπούζι, μερικές φορές πριν και πάντα μετά το φαγητό. Και τις πολύ ζεστές μέρες αντί για φαγητό καρπούζι παρέα με αλμυρή πικάντικη φέτα.


Μια μέρα πριν πεθάνει, κι ενώ ήξερα πια ότι δεν έπρεπε να ελπίζω ούτε σε θαύμα, έτρωγα καρπούζι -ένα ολόγλυκο καρπούζι που είχα διαλέξει μόνος με τον τρόπο που μου είχε μάθει- αναπολώντας το φορτωμένο καροτσάκι που έσπρωχνε καθώς επιστρέφαμε στο σπίτι από τη λαϊκή την ώρα που σκοτείνιαζε. Στην τελευταία μπουκιά πήρα την απόφαση να μην ξαναφάω ποτέ καρπούζι. Μια απόφαση που έχω κρατήσει ευλαβικά μέχρι σήμερα.

Όλοι ξαφνιάζονται αυτά τα χρόνια όταν αρνούμαι καθώς μου προτείνουν ένα πιάτο δροσερό καρπούζι. Ξαφνιάζονται μάλλον γιατί ενώ πολλοί δεν τρώνε πεπόνι ή πορτοκάλια, ή μπανάνες νομίζω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν τρώει καρπούζι. Μερικοί πάλι είναι διακριτικοί, δεν επιμένουν κι αποσύρουν το πιάτο διατηρώντας όμως το αρχικό απορημένο ύφος. Άλλοι πάλι όχι. Επιμένουν να δοκιμάζω και μπροστά στην σθεναρή μου αντίσταση ρωτάνε “μα γιατί;” οπότε αναγκάζομαι να πω: “λόγω πένθους”.





Μουσική: Abbiamo Vinto, του Nicola Piovani από το soundtrack της ταινίας La Vita e Bella

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Η Τσαπερδόνα



.


Το παμπάλαιο φορτηγό, με τις σκουριασμένες λαμαρίνες και τα ξεφτισμένα λάστιχα, ξεφύσησε με ανακούφιση, καθώς πήρε χαρούμενο την κατηφόρα. Απέναντι, ανάμεσα από τα γέρικα καταπράσινα πεύκα χαμογελούσε η θάλασσα. Ο κυρ- Αντρέας που καθόταν μερακλίδικα στο τιμόνι, πάτησε μερικές φορές το κλάξον κ` η βραχνιασμένη καραμούζα σκόρπισε στον πρωινό αέρα μερικές ρυθμικές νότες σαν να έλεγε: ” Έ-έ -έρχομαι!”. Την ίδια στιγμή καμιά εικοσαριά φωνές από την καρότσα τάραξαν με τη σειρά τους την ησυχία της εξοχής “Ζήτωωω!”.

Έτσι άρχιζε το κυριακάτικο “πικ νικ” της οικογένειας του κυρ-Αντρέα. Ήταν το πρώτο του φετινού καλοκαιριού κι όλοι το περίμεναν με ανυπομονησία. Κι ο κυρ- Αντρέας, κ` η κυρ- Αντρέαινα, και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Ακόμα κι η γιαγιά Σουλτάνα, η εκατόχρονη σχεδόν μάνα του αρχηγού της μεγάλης φαμίλιας.

Ήταν μια παλιά οικογενειακή συνήθεια. Την είχε καθιερώσει από προπολεμικά ο κυρ-Αντρέα και δεν έλεγε να την αφήσει. Μόλις έσκαγε το καλοκαιράκι, φόρτωνε κάθε Κυριακή με την κυρά του το παιδομάνι του στη γέρικη σακαράκα, την “Τσαπερδόνα” του, όπως την έλεγε και ροβολούσε για τη θάλασσα. Ήταν η καλύτερη διασκέδασις. Έξη μέρες σκληρή δουλειά- “εκτελούτε μεταφορέ”- στην Λαχαναγορά ξεχνιόντουσαν μόλις έφτανε αυτή η ευλογημένη μέρα...

Η “Τσαπερδόνα” άραξε κάτω από ένα θεόρατο πεύκο. Ο λόχος του Κυρ-Αντρέα άρχισε την αποβίβαση. Πήδησαν πρώτα από την καρότσα οι δύο μεγάλοι γιοί του κι άρχισαν να βοηθούν τις γυναίκες και τα κουτσούβελα. Ο κυρ- Αντρέας με τα χέρια στη μέση επιστατούσε.

-Δέκα τρεις, δεκατέσσερις, δεκαπέντε....Μετρούσε από συνήθεια, σαν να ξεφόρτωνε τα καφάσια στην Λαχαναγορά.Τελευταία κατέβασαν τη γιαγιά. Δεν χρειάστηκε να σηκωθεί από την πολυθρόνα της η μπαμπακιασμένη γερόντισσα. Τέσσερα σιδερένια χέρια την άρπαξαν και την κατέβασαν σαν πούπουλο στη γη.

-Την ευχή μου, λεβέντες μου.

Αφού βεβαιώθηκε ο κυρ-Αντρέας πως δεν έλειπε κανένα”κομμάτι” - ήταν εικοσιδύο, όλοι τους- διέταξε να ετοιμαστεί το “τσαρδί”. Αμέσως από το βάθος της καρότσας ξεφορτώθηκαν όλα τα χρειαζούμενα της μικρής εκστρατείας: κουβέρτες, σεντόνια, μπαγκάζια, ένα γραμμόφωνο, μια μπάλα, το καρεκλάκι του μωρού. Άπλωσαν ένα κίτρινο σεντόνι, το έπιασαν με μανταλάκια από τα κλαδιά των πεύκων και την καρότσα της Τσαπερδόνας κι από κάτω έστρωσαν δύο παλιές κουβέρτες.

-Ε, ρε ψυχή μου μεγαλείο! φώναξε ο κυρ-Αντρέας και ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς. Τον μιμήθηκαν πεντ`- έξη ακόμα από το λόχο, ενώ τα θηλυκά της οικογένειας έτρεξαν πίσω από τα θυμάρια να φορέσουν τα “μαγιά” τους. Κάποιος έβαλε μια πλάκα στο γραμμόφωνο. Μια βαριά φωνή ακούστηκε από το χωνί: “Ένας μάγκας στον Βοτανικό...”

-Φέρτε την νταμιτζάνα, μωρέ! Διέταξε πάλι ο κυρ-Αντρέας μερακλωμένος.

-Από τώρα θ` αρχίσεις; παραπονέθηκε η κυρά Αντρέαινα.

-Γιατί, δηλαδής; Αυτοί θα τσαλαβουτάνε στη θάλασσα κ` εμείς θα κουτσοπίνουμε.

-Θα κολυμπήσω κι εγώ.

-Με το μισοφόρι πάλι;

-Με το μισοφόρι. Γιατί δηλαδής;

Γελάει με την ψυχή του ο κυρ-Αντρέας και κατεβάζει το πρώτο ποτήρι. Στην θάλασσα ο λόχος δροσίζεται με την ψυχή του. Μόνη του συντροφιά η γιαγιά Σουλτάνα κι ο πιτσιρίκος στο καρεκλάκι του. Μισοκλείνει ευτυχισμένος τα μάτια. Να, αυτή είναι ζωή. Η Τσαπερδόνα δίπλα του χουζουρεύει κάτω από το πεύκο. Αυτή νάναι καλά κι όλα θα πηγαίνουν πάντα πρίμα. Θάρθουν κι άλλες πολλές τέτοιες Κυριακές. Δόξα νάχει ο Πανάγαθος. Εβίβα λοιπόν...




Η Τσαπερδόνα, του Σεραφείμ Φυντανίδη δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ στις 30/5/64 .
Περιλαμβάνεται στο “Ανθολόγιο της Αθήνας” του Τάκη Δ. Ψαράκη, εκδόσεις Νέα Σύνορα

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Σίφνος ή το παιχνίδι με τα ζάρια

.
.



Τα παιδικά μου καλοκαίρια
τα` ζησα ανάμεσα σε δύο κύβους.
Απάνω ο άσπρος κύβος του σπιτιού
κάτω απ` τα πόδια μου η στέρνα
αθέατος κύβος με σκοτάδι.




το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου
το σκίτσο από το Βαθύ της Σίφνου


Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Τα κρινάκια της Παναγιάς



Ο κρίνος της άμμου (Pancratium maritimum) ευδοκιμεί στις εύκρατες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας, αλλά και στη βόρειο Αμερική. Σύμβολο αγνότητας και στη διάρκεια του Μεσαίωνα σύμβολο ειρήνης, περιλαμβάνει περίπου εκατό είδη από τα οποία τα περισσότερα απαντούν στην Κίνα και στα Ιμαλάια. Ανήκει στην οικογένεια των Αμαρυλλιδών (Amaryllidaceae), είναι αυτοφυές φυτό και συναντάται σε αμμουδερές παραλίες όπου βρίσκονται θαμμένοι οι βολβοί του.

Λιτές αλλά μοναδικές πινελιές στο άγονο κυκλαδίτικο τοπίο, τα άγρια κρινάκια της άμμου, σε πολλά νησιά τα ονομάζουν κρινάκια της Παναγιάς επειδή ανθίζουν στα μέσα Αυγούστου. Τα άνθη τους με χαρακτηριστική λεπτή, ντελικάτη ευωδιά, διατηρούνται ανθισμένα αρκετές μέρες, αν οι λουόμενοι δεν υποκύψουν στον πειρασμό να τα κόψουν.



Τα κρινάκια και το τραγούδι αφιερώνονται

σε όσες κι όσους γιορτάζουν σήμερα.


Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Floods and wildfires

A ray of light shines past monsoon clouds as villagers wade through rising floodwaters in Baseera, in the Muzaffargarh district of Pakistan's Punjab province, August 10, . (REUTERS/Adrees Latif)

A boy waits for food handouts with other flood victims as they take refuge at a makeshift camp in Sukkur, in Pakistan's Sindh province August 8, 2010. (REUTERS/Akhtar Soomro)

Pakistani villagers stand on the remains of a bridge washed away by heavy flooding in Bannu in northwest Pakistan on Sunday, Aug. 8, 2010. (AP Photo/Ijaz Mohammad)


Pakistani flood survivors climb on army helicopter as it distributes food bags in Lal Pir on August 7, 2010. (Arif Ali/AFP/Getty Images)

A man wades through flood waters towards a naval boat while evacuating his children in Sukkur, located in Pakistan's Sindh province August 8, 2010. (REUTERS/Akhtar Soomro)


A Pakistani flood survivor climbs onto an army rescue helicopter in Ghouspur, Pakistan on August 9, 2010. (ASIF HASSAN/AFP/Getty Images)

Pakistani flood survivors walk in the flooded area of Bssera village, 60 km south west of Multan, on August 10, 2010. (Arif Ali/AFP/Getty Images)

Pakistani flood victim Mohammed Nawaz hangs onto a moving raft as he is rescued by the Pakistan Navy August 10, 2010 in Sukkur, Pakistan. (Paula Bronstein/Getty Images)

A helicopter drops water over a forest fire near the settlement of Kustarevka, Russia on August 10, 2010. (REUTERS/Denis Sinyakov)

People walk in front of St. Basil's Cathedral shrouded in smog in Moscow, August 4, 2010. Air quality levels in Moscow tumbled to an eight-year low on Wednesday as the Russian capital was blanketed in thick smoke from forest and peat fires, said Moscow's state agency for monitoring air pollution. (REUTERS/Sergei Karpukhin)

A Russian man walks in a forest near the village of Golovanovo, Ryazan region, on August 5, 2010. (NATALIA KOLESNIKOVA/AFP/Getty Images)

A Russian woman wears a mask as she stands in the burnt out village of Mokhovoye, Lukhovitsi municipal district, some 130 kilometers from Moscow, on August 3, 2010. (ANDREY SMIRNOV/AFP/Getty Images)

The burnt-out trunk of a tree is seen in a forest near a village of Zdorovie, Russia on August 10, 2010. (VIKTOR DRACHEV/AFP/Getty Images)

A Russian woman wears a mask as she stands in the burnt out village of Mokhovoye, Lukhovitsi municipal district, some 130 kilometers from Moscow, on August 3, 2010. (ANDREY SMIRNOV/AFP/Getty Images)

Moscow's St. Basil's Cathedral is seen through the heavy smog covering Moscow, Russia, late Friday, Aug. 6, 2010, as tourists walk through. (AP Photo/Alexander Zemlianichenko)

A newly married couple, no name given, celebrates their wedding despite the deep layer of smog from wildfires covering the ancient Russian city of Ryazan on August 7th, 2010. (AP Photo/Sergey Ponomarev)

Οι εικόνες από την Boston Globe
Διαβάστε το Αφύσικα του Old Boy

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Ed Stafford_ Walking the Amazon



Τη Δευτέρα το μεσημέρι οι λουόμενοι στην παραλία Maruda, στο Marapanim, της βόρειας Βραζιλίας παρατήρησαν δύο νέους άντρες να φτάνουν καταϊδρωμένοι, να πετούν τα σακίδια που είχαν στους ώμους τους και μετά τρέχουν και να βουτάνε με τα ρούχα τους στην θάλασσα φωνάζοντας σαν παιδιά. Φαινόταν αρκετά ταλαιπωρημένοι κι έτσι οι λουόμενοι υπέθεσαν ότι μάλλον ερχόταν από μακριά.

Κανένας όμως δε θα μπορούσε να πιστέψει ότι για αυτή τη μοναδική βουτιά στα νερά του Ατλαντικού είχαν περπατήσει 9.650 χλμ ! Με λίγα λόγια είχαν διασχίσει κατά πλάτος την Νότια Αμερική, ξεκινώντας από τις πηγές του Αμαζονίου στο νότιο Περού και για δυόμισι χρόνια περπατώντας παράλληλα με το μεγαλύτερο μετά τον Νείλο σε μήκος ποτάμι στον κόσμο, μέσα από τη μυθική αδιάβατη ζούγκλα του, κατάφεραν και έφτασαν ζωντανοί στον προορισμό τους στις εκβολές του ποταμού, στον Ατλαντικό.


Αυτή η Οδύσσεια ήταν αποτέλεσμα της βαθιάς επιθυμίας του Βρετανού Ed Stafford να πραγματοποιήσει το αδύνατο. “ Το κάνω, απλώς γιατί δεν το έχει κάνει κανείς ποτέ πριν” είχε δηλώσει λίγο καιρό πριν ολοκληρώσει τον άθλο του. Βέβαια το εγχείρημα απαιτούσε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό- 100.000$ που συγκεντρώθηκαν από χορηγούς και δωρητές- κι έτσι προβλήθηκε κυρίως ο στόχος της αφύπνισης της παγκόσμιας κοινής γνώμης για την συνεχιζόμενη καταστροφή του Αμαζονίου και τις επιπτώσεις της και όχι τόσο το πραγματικό κίνητρο που δεν ήταν παρά a selfish boy's-own adventure”.

Ούτως η άλλως η ζωή του 34χρονου Ed ήταν ήδη περιπετειώδης και πολυκύμαντη: εγκατέλειψε την στρατιωτική του καριέρα για να γίνει χρηματιστής, αλλά ούτε αυτό φαίνεται να τον ικανοποιούσε, οπότε έγινε αρχηγός φοιτητικών αποστολών στο Belize, μια μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής- πρώην Βρετανική αποικία. Ακολούθησε ο περίπατος στις όχθες του Αμαζονίου και πριν καλά καλά τον ολοκληρώσει δήλωνε ότι ήδη είχε θέσει τον επόμενο στόχο ακόμα πιο δύσκολο κάτι που επίσης δεν έχει πραγματοποιήσει κανείς ποτέ πριν, αφήνοντας την φαντασία να οργιάσει καθώς δεν έδωσε καμία πληροφορία εκτός της ημερομηνίας έναρξης της επόμενης αποστολής – το Σεπτέμβριο του 2001- και έκλεισε τη συζήτηση με ένα κοφτό, αλλά πολλά υποσχόμενο: “Top secret”.


Χριστούγεννα στη ζούγκλα του Αμαζόνιου

Ο Ed Stafford ξεκίνησε τη μακρά πορεία του στις 2 Απριλίου 2008 παρέα με ένα φίλο που γρήγορα εγκατέλειψε. Αντίθετα ο Περουβιανούς δασολόγος Gadiel "Cho" Sanchez Rivera, 31 ετών που υποσχέθηκε τον Ιούλιο του 2008 να τον συντροφεύσει μόλις για πέντε μέρες, τον ακολούθησε μέχρι το τέλος. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής είχαν μαζί τους και δύο ντόπιους οδηγούς που εναλλασσόταν -συνήθως υλοτόμοι και μερικές φορές πρώην έμποροι ναρκωτικών. Την αποστολή σε κάποια τμήματά της ακολούθησαν και μερικοί δημοσιογράφοι και φωτογράφοι.

Τα διεθνή μέσα στα ρεπορτάζ τους για τον Ed Stafford όπως είναι φυσικό εστίασαν σε μετρήσιμα χειροπιαστά μεγέθη: την απόσταση που κάλυψε, τις παρακάμψεις που αναγκάστηκε λόγω της πλημμύρας που συνάντησε(2000 μίλια), τις μέρες που χρειάστηκε για να ολοκληρώσει την ατελείωτη διαδρομή(859), το βάρος του σακιδίου του (31 κιλά) τα τσιμπήματα των κουνουπιών που υπέστη (50.000) το μήκος του μεγαλύτερου κροκόδειλου που συνάντησε (5,5 μέτρα) το είδος της διατροφής του (πιράνχας, ρύζι και φασόλια), τις επιθέσεις που δέχτηκε από ιθαγενείς, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε... και τελείωναν τονίζοντας ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε αυτόν τον άθλο.

Ο σημαντικότερος έπαινος πάντως για τον Ed Stafford έφτασε on line, στο blog που ο διατηρούσε κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ήταν ένα σχόλιο του Sir Ranulph Fiennes του μεγαλύτερου εν ζωή εξερευνητή όπως τον περιγράφει το βιβλίο Guinness που έλεγε: "To do all this in more than 800 continuous days with just a backpack puts Stafford's endeavor in the top league of expeditions past and present. "



ΠΗΓΕΣ: Living in Peru, REUTERS, Telegraph, Yahoo.news, You Tube

φωτογραφίες: Keith Ducatel

Μουσική: Gabriel's Oboe, (The Mission ) του Ennio Morricone από το άλμπουμ

"Yo Yo Ma plays Ennio Morricone"




Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Μαρία Πολύζου

Από την πρώτη στιγμή που πληροφορήθηκα το γεγονός ήθελα να γράψω για τη Μαρία Πολύζου. Ήθελα να το κάνω όμως αποφεύγοντας τα κλισέ, τις λέξεις και τις εκφράσεις που έχουμε φθείρει όλοι μας από την αλόγιστη χρήση. Αποφεύγοντας ένα βαρύγδουπο τίτλο. Κοντεύει βδομάδα που διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα σχετικά δημοσιεύματα, γράφω και σβήνω. Στο μεταξύ βέβαια, όπως γίνεται συνήθως πέρασαν οι μέρες και απομακρυνθήκαμε από το γεγονός που έφυγε πια από την επικαιρότητα γιατί άλλα σημαντικά κι ασήμαντα το επισκίασαν. Κι έτσι καταλήγω απλώς να αναφέρω ξερή την είδηση και να μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα μιας συνέντευξης που έδωσε πριν από δύο χρόνια.

Η Μαρία Πολύζου το βράδυ της περασμένης Δευτέρα (2.8.2010) τερμάτισε στον Τύμβο του Μαραθώνα ολοκληρώνοντας τα 540 χιλιόμετρα της διαδρομής Αθήνα- Σπάρτη -Αθήνα που είχε διανύσει ακριβώς πριν από 2.500 χρόνια ο Αθηναίος ημεροδρόμος Φειδιππίδης «ός χίλια πεντακόσια στάδια ήνυσε δια μιάς νυκτός και ἡμέρας, προς Λακεδαιμονίους ἀφικόμενος» για να ζητήσει τη βοήθεια των Σπαρτιατών ενώ η στρατιά των Περσών έφτανε στο Μαραθώνα μια ανάσα από τα τείχη της Αθήνας. Ήταν από τους ελάχιστους αθλητές- και η μοναδική γυναίκα- που επιχείρησαν και ολοκλήρωσαν εις διπλούν το Σπάρταθλο, έναν από τους δυσκολότερους αγώνες παγκοσμίως.

Ο μόνος λόγος που το έκανα ήταν εξαιτίας της επετείου των 2.500 χρόνων από τη Μάχη του Μαραθώνα. Ηθελα να τιμήσω με αυτόν τον τρόπο τους μαραθωνομάχους και τον Φειδιππίδη, που κατά τον θρύλο έκανε πρώτος τη διαδρομή...” δήλωσε μετά το τερματισμό.

Η Μαρία που γεννήθηκε στη Πάτρα το 1968 είναι αθλήτρια δρόμων αντοχής, βαλκανιονίκης και κατέχει το πανελλήνιο ρεκόρ στον κλασσικό μαραθώνιο. Σήμερα που δεν ασχολείται πλέον με τον πρωταθλητισμό είναι διευθύντρια του Μουσείου Μαραθωνίου Δρόμου και πρέσβειρα του Ελληνικού Αθλητισμού.


"Η δοκιμασία του μαραθωνίου δρόμου ήταν πάντα για μένα μια δοκιμασία της ψυχής μου και του εσώτερου εαυτού μου. Δεν ήταν μόνο αμέτρητα χιλιόμετρα των ποδιών μου στην άσφαλτο. Ήταν κάτι παραπάνω. Ήθελα πάντα να προκαλώ το εαυτό μου σε κάτι μεγαλύτερο, κάτι υψηλότερο από τη καθημερινότητα της ζωής. Μέσα από αυτό το αγώνισμα κατάφερα να γνωρίσω τις κρυμμένες ψυχικές δυνάμεις που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, που κάτω από άλλες συνθήκες, ίσως να μη γνώριζα ποτέ. Ο μαραθώνιος δρόμος είναι η κορωνίδα όλων των αγωνισμάτων. "


Διαβάστε:

«Ταξίδεψα από τη ζωή στον θάνατο πολλές φορές» Βήμα

«Ταξίδι ψυχής» στα βήματα του Φειδιππίδη. Ελευθεροτυπία

Σύγχρονος Φειδιππίδης η Μαρία Πολύζου έτρεξε 520 χιλ σε μια βδομάδα. tvxs

Η Πρωταθλήτρια Ελλάδος Μαρία Πολύζου στα βήματα του Φειδιππίδη- βίντεο

Όσα δεν είδαν οι Πέρσες Ελευθεροτυπία

Σύγχρονοι Ημεροδρόμοι - Σπαρταθλο 2009 τσαλαπετεινός


Μουσική: Closing, σύνθεση του Philip Glass από το Glassworks


Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Αδιέξοδα






Όλα γράφονται με πολλούς τρόπους.

Όσοι και οι άνθρωποι, όσες οι στιγμές τους.

Ύστερα, όλα διαβάζονται με πολλούς τρόπους.

Όσοι και οι άνθρωποι, όσες οι στιγμές τους.

Όταν συνδυάζονται αναμεταξύ τους

γραμμένα και διαβασμένα

άπειρες εκδοχές γεννιούνται.

Κι από τις εκδοχές διαλέγουν πάντα αυτή

που ταιριάζει στη στιγμή τους. Οι άνθρωποι.

Αδιέξοδα.



η φωτογραφία της Lisa Poberts από The Boston Globe


Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Εμπροστιάδα :

.
.

Υπόστεγο τμήμα δρόμου που απαντάται συχνά στην Κυκλαδίτικη Αρχιτεκτονική. Την αρχή και το τέλος της διαμορφώνουν συνήθως πέτρινα τόξα που στηρίζουν τον υπερκείμενο όροφο. Τα δοκάρια της οροφής της εμπροστιάδας ήταν φτιαγμένα από ξύλο αγριοκυπάρισσου, της φίδας.


"Στο χτίσιμο, βάζανε κατ` ευθείαν στον τοίχο τις τράβες τις φιδίτικες. Οι φίδες κοβόταν πάντα καλόφεγγα, πάει να πει στο γέμισμα του φεγγαριού, γιατί αλλιώς τις έτρωγε το σαράκι. Είναι πολύ γερές, αθάνατες, πιο γερές κι από μπετόν..." *


*Μανώλης Δεσποτίδης, παραδοσιακός μάστορας από τη Χώρα της Αμοργού από όπου και το σκίτσο.


Μουσική: Bahia του Anouar Brahem από το άλμπουμ Mandar 1994

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Η Αναπάντεχη Pistacia vera

.
.

.
Οι περαστικοί έκοβαν ταχύτητα και με κοίταζαν τάχα διακριτικά με εμφανή όμως περιέργεια. Λίγο πριν σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά, το βλέμμα μου στάθηκε στο χρυσό τσαμπί. Σταμάτησα κι έκοψα ένα καρπό αν και υποψιαζόμουν ότι ήταν άγουρος. Καθάρισα την κίτρινη φλούδα, έσπασα το κέλυφος με τα δόντια- δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρό- και δοκίμασα. Τρυφερός, με χυμούς και μια ανεπαίσθητη πίκρα, τόσο λίγη που σε προκαλούσε να γευτείς κι άλλη. Συνέχισα μεθοδικά κατασπαράζοντας όλο το τσαμπί που βλέπετε στη εικόνα. Όταν χόρτασα, συνέχισα το δρόμο μου χωρίς να πάρω ούτε ένα στην τσέπη. Στο κάτω κάτω αν ήθελα μπορούσα να ξαναπεράσω τις επόμενες μέρες. Η αναπάντεχη* φιστικιά ξεχειλίζει τα φορτωμένα κλαδιά της πάνω από το ψηλό μεταλλικό παραπέτασμα που κρύβει ένα τεράστιο άχτιστο οικόπεδο, στο Νέο Ψυχικό δύο βήματα από την Κηφισίας.

Οι περαστικοί με κοιτάζουν πάντα παραξενεμένοι, όταν στέκομαι και τσιμπολογάω κατευθείαν από δέντρα. Οι άνθρωποι της πόλης φαίνεται να αγνοούν ότι οι καρποί πριν βρεθούν συσκευασμένοι και τιμολογημένοι στα ράφια των καταστημάτων κρεμόταν σε ένα κλαδί.


* Το 1860 υπήρχε στο Ψυχικό Αττικής φιστικεώνας.

Εδώ κι εδώ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την καλλιέργεια και την ιστορία της φιστικιάς. Η φωτογραφία δυστυχώς με το κινητό. Για καλύτερη εικόνα, με ώριμα μάλιστα φιστίκια εδώ


Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Fairytales


.
.

Ποιος είπε ότι τα παραμύθια είναι χειμωνιάτικη υπόθεση και ξετυλίγονται από μια ανέμη αποκλειστικά δίπλα σε αναμμένο τζάκι; Τα παραμύθια είναι παντός καιρού και μπορούν να πάρουν σάρκα και οστά κατακαλόκαιρο αρκεί να υπάρχει μια κεφάτη κι αεικίνητη ομάδα ηθοποιών.


Ένα παλιό Αθηναϊκό σπίτι αναπτυγμένο γύρω από μια μαγική εσωτερική αυλή γίνεται χωρίς καμία παρέμβαση ο σκηνικός χώρος- το 'Βρυσάκι' - όπου ζωντανεύουν οι αγαπημένοι ήρωες των κλασσικών παραμυθιών που σημάδεψαν την παιδική μας ηλικία αφήνοντας ανεξίτηλες μνήμες.


Η Χιονάτη, οι Χάνσελ και Γκρέτελ, ο Παπουτσωμένος Γάτος, η Πεντάμορφη και το Τέρας, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Μολυβένιος Στρατιώτης, η Ωραία Κοιμωμένη, η Σταχτοπούτα παρέα απαραίτητα με την κακιά Μητριά της, το Ασχημόπαπο και η Τοσοδούλα συνυπάρχουν σε μια οργανική ενότητα αλλεπάλληλων σκηνών από τις γνωστές ιστορίες και επαναδιατυπώνουν κάποια από τα παιδικά -συνήθως αναπάντητα -ερωτήματα που διατηρούνται σε λήθαργο μέσα μας .



Η παράσταση εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες του χώρου του μικρού οικήματος της οδού Βρυσακίου δίπλα στη Στοά του Αττάλου καθώς εκτυλίσσεται με καταιγιστικό ρυθμό στην αυλή, στο εσωτερικό, στον όροφο αλλά και στην ταράτσα.

Η χιουμοριστική, πολλές φορές αιρετική προσέγγιση των παραμυθιών, ισορροπεί με τον καλύτερο τρόπο την συγκίνηση της αναπόφευκτης νοσταλγίας που μπορεί ύπουλα να μας καταλάβει παρακολουθώντας την παράσταση Fairytales- παραγωγή της Αθηναϊκής Μυθοποιίας - κάτω από την κληματαριά που επιτρέπει να κρυφοκοιτάζεις τον αττικό ουρανό.

.

Φεύγοντας παίρνεις μαζί σου τα αιώνια συμπεράσματα των παραμυθιών: “οι κατάρες έρχονται από το πουθενά”, “τα ζώα φυσικά και μιλούν”, “το κακό παιδεύει αλλά τελικά το καλό νικάει”, “υπάρχουν μάγια μα στο τέλος λύνονται”, “ο έρωτας πάντα θριαμβεύει”, “ένα φιλί μπορεί να κάνει θαύματα”...


Καθώς όμως σε γαβγίζει το πρώτο αδέσποτο που συναντάς στο δρόμο χωρίς να καταλαβαίνεις λέξη από όσα σου καταμαρτυράει εξαγριωμένο, προσγειώνεσαι ανώμαλα στον πλανήτη των ενηλίκων και περιορίζεσαι στο θαύμα της Αυγουστιάτικης πλέον νύχτας που είναι σπαρμένη άστρα.

Καλό μας μήνα.


Οι συντελεστές της παράστασης.

Κείμενα - σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου - Μάρκος Σαρρής
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Μουσική επιμέλεια : Σάκης Βαργεμτζίδης

Παίζουν:
Μαρία Ανδρικοπούλου
Βασιλεία Ιγγλέση
Δημήτρης Κουρέας
Σταύρος Μπαφέτης
Αννίτα Καπουσίζη
Μάρκος Σαρρής.

« Βρυσάκι », Βρυσακίου 17, Μοναστηράκι
Κρατήσεις θέσεων: 211 850 5650




Μουσική:Suna No Oshiro της Kanon Wakeshima

music box version