Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ένα άλογο στη Σταδίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς



Ύστερα έκανε δεξιά της Λαχαναγοράς και μπήκε σε κάτι σκοτεινά, έρημα δρομάκια. Τα πεζοδρόμια είτανε όλο λακκούβες, σπασμένες, φαγωμένες πλάκες. Πεζοδρόμια- παγίδες για το διαβάτη. Λοιπόν, καλύτερα όχι στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε στο χώμα -δεν είχε άσφαλτο εκεί, χωματόδρομοι- και πήγαινε με το πάσο του, δίχως καθόλου να βιάζεται. Και γιατί να βιαστεί; Δεν είχε κανένα πρόγραμμα, τίποτα συγκεκριμένο κείνη τη νύχτα – παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Το βήμα του τόπνιγε το μουσκεμένο απ` τη βροχή χώμα. Είχε βρέξει από νωρίς. Μια σύντομη αλλά πολύ δυνατή βροχή. Μόλις που είχε βραδυάσει, όταν ήρθε η μπόρα. Με τούτη τη ξαφνική μικροθύελλα η Αθήνα, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αναστατώθηκε. Πάλι καλά που δεν κράτησε πολύ το κακό, σε είκοσι λεπτά είχε αδειάσει κ` η τελευταία σταγόνα. Τότε ακριβώς, προς το τέλος της βροχής, άρχισε αυτήν τη δίχως σκοπό περιπλάνηση στους αθηναϊκούς δρόμους.

Είτανε σε πολύ καλή διάθεση, σε φόρμα. Μόνο που εκείνο το καπέλο του ερχότανε φαρδύ, φαρδύ και μεγάλο κι` ολοένα τού έπεφτε χαμηλά στο μέτωπο, τού μισοσκέπαζε τα μάτια. Στάθηκε κι έκανε να το ανασηκώσει λίγο...Το καπέλο όμως γλίστρησε και κύλησε στο χώμα, μεσ` στις λάσπες. Γύρισε και το κοίταξε έτσι που είχε βουλιάξει στα νερά. Έσκυψε μια στιγμή, τελικά το παράτησε και προχώρησε. Κάποιος περνούσε στο αντικρυνό πεζοδρόμιο, κάποιος που δε δυσκολευόταν να βαδίζει εκεί, παρ` όλες τις λακκούβες και τις σπασμένες φαγωμένες πλάκες. Τον άκουσε τον άγνωστο να λέει κάτι δυνατά, δεν ξεχώρισε αν του μιλούσε ή όχι, προχώρησε πιο γρήγορα τώρα.

Κρύωνε. Η νύχτα, ύστερ` από τη βροχή, είχε υγρασία και φύσαγε κιόλας ένας πεισματάρης βοριάς. Πήγαινε ολοένα και με ταχύτερο βήμα, σχεδόν τρέχοντας. Ζεστάθηκε κάπως. Στο βάθος ξεχώριζε πολλά φώτα. Με διάφορα χρώματα: κίτρινα πράσινα, μωβ...Κάπου εκεί τελείωναν οι σκοτεινοί, έρημοι δρόμοι. Έν` αυτοκίνητο πέρασε πλάι του, δεν τώχε νοιώσει καθώς έτρεχε. Πέρασε με μεγάλη ταχύτητα, αγγιχτά του. Κάτι του φωνάξανε από μέσα, γελάσανε. 

Στη δεύτερη γωνία είχε φως. Πλησίασε. Ένα συνοικιακό καφενεδάκι, λίγα τραπέζια με μάρμαρο και στο παράθυρο, κολλητά στο τζάμι, ένα κλουβί κ` ένα καναρίνι. Τα πουλιά τού δίνανε πάντα μιαν αλλοιώτικη συγκίνηση. Πλησίασε το παράθυρο, να περιεργαστεί το καναρίνι που μισοκοιμότανε. Ανέβασε στο πεζοδρόμιο τώνα πόδι, έπειτα ανέβασε και τ` άλλο. Και σχεδόν αμέσως ανέβασε και τ` άλλα δυο. Τότε είτανε που τού βάλανε τις φωνές: Ένα άλογο! Φώναζαν διάφοροι, που ξεπετάχτηκαν από το καφενείο κι από κάτι άλλα μαγαζιά. Τρέξτε να δείτε ένα άλογο! Δεν τρέξανε και πολλοί, δεν είτανε πολυσύχναστος ο δρόμος, άρχισε όμως να τρέχει αυτό, ξαφνιασμένο από τις φωνές και τα παραθυρόφυλλα, που ανοίγονταν τώνα ύστερα από τ` άλλο.

Τρέχοντας έτσι, μπήκε στην Πειραιώς και πίσω του άκουγε ολοένα φωνές και κλάξον. Δεν ήξερε γιατί όλ` αυτά και τί νόημα είχανε, κάτι πολύ δυνατό μέσα του τώκανε να τρέχει με όλη του τη δύναμη και με χίλια ζιγκ- ζακ να ξεφεύγει τ` αυτοκίνητα και να τρέχει, να τρέχει προς την Ομόνοια...Τα πολλά χρωματιστά φώτα, οι μεγάλες διαφημίσεις “νέον”, το ζαλίσανε κάπως. Όμως,  ούτε στιγμή δεν έκοψε το δρόμο του. Ούτε και το συντριβάνι της Ομόνοιας, παρ` όλο που είδε τα νερά και δίψαγε κ` ήθελε να σταθεί να πιει μια-δυο γουλιές.

Μπήκε τώρα στη Σταδίου κι` άρχισε να την ανεβαίνει με μια ανάσα.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Η είδηση διαδοθηκε από στόμα σε στόμα. Αναταράχτηκε το πλήθος, που είχε πήξει στα πεζοδρόμια, τ` αυτοκίνητα κορνάρανε συνέχεια...Από τις παρόδους χύνονταν κι` άλλοι περίεργοι στη Σταδίου, ούτε προεκλογική συγκέντρωση νάτανε. Φωνάζανε και χειρονομούσαν αναστατωμένοι οι χιλιάδες εορταστικοί διαβάτες, ασφυκτικά φορτωμένοι δώρα κ` έγνοιες- πολλές έγνοιες.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Πού να το υποψιαζότανε, όταν με τη βροχή φούσκωσε και λύθηκε το σκοινί που τώχε δεμένο τ` αφεντικό του έξω από τη Λαχαναγορά, πού να το υποψιαζόταν πως θα γινόταν θέαμα, κείνη τη νύχτα. Τώχε φέρει νωρίς τ` απόγευμα, απ` τα Μεσόγεια, τ` αφεντικό του και ξεπούλησε στα γρήγορα τα λάχανα που είχε φορτώσει. Ύστερα τ` αφεντικό του τούκανε μποναμά ένα καπέλο. Ένα φτηνό καπέλο. Γιατί τώρα τελευταία είχε γίνει πολύ ευαίσθητο στο κρύο. Με τις πρώτες ψύχρες συναχωνότανε αμέσως και φταρνιζότανε ολοένα. Του πήρε, λοιπόν, το καπέλο τ` αφεντικό του , τώδεσε σ` ένα στύλο του ηλεκτρικού και πήγε με κάτι παλιόφιλους για ποτήρι.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Ένα όραμα είτανε τούτο το απίθανο άλογο, που ανέβαινε τρέχοντας τη Σταδίου μεσ` τη νύχτα, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Άγνωστο από πού ερχότανε κι άγνωστο πού πήγαινε. Ένα όραμα ξεσηκωμένο απ` τα παιδικά χρόνια, που για τους πιο πολλούς είτανε μακρυά, πολύ μακρυά, τυλιγμένα σε σκόνη και ναφθαλίνη.
-Ένα άλογο στη Σταδίου
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
-Το 100! Να τηλεφωνήσουμε στο 100!
Και βρέθηκαν κάμποσοι πρόθυμοι να ειδοποιήσουν το 100 για τον απροσδόκητο παραβάτη της Τροχαίας. Γιατί, βέβαια, είτανε μια πολύ σοβαρή παράβαση αυτό το άλογο. Μια παράβαση στην καλά οργανωμένη και περιχαρακωμένη με νόμους και κανονισμούς καθημερινή ζωή. Μια παράβαση σε τούτη τη ζωή την πνιγμένη στα καυσαέρια και την πολλή λογική.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Στα μεγάλα καταστήματα της Σταδίου και στα μικρά καταστήματα της Σταδίου, καθώς το άλογο περνούσε αστραπή στην άσφαλτο, μετρούσαν χρήματα, χρήματα... Και στις τελευταίου τύπου ηλεκτροκίνητες αριθμομηχανές υπολογίζανε, υπολογίζανε...Για ένα δευτερόλεπτο σταμάτησα να μετράνε και να υπολογίζουν. Μονάχα για ένα δευτερόλεπτο.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και το άλογο ξέσκισε τον αέρα και τη σκηνοθεσία της Πρωτοχρονιάς. Βέβαια όλ` αυτά θα τελείωναν σε λίγο. Τα περιπολικά της Αμέσου Δράσεως θα το κυνηγούσαν, θα του έκαναν μπλόκο. Γιατί έπρεπε να φύγει απ` τη μέση, και μάλιστα το ταχύτερο, τούτο το άλογο που ήρθε να ταράξει τα νερά. Όχι δεν είχε καμία θέση έν άλογο σε μια τόσο κατάφωτη, τόσο πρωτοχρονιάτικη, τόσο λογική οδό Σταδίου.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και βιάζονταν όλοι να το ξεχάσουν το άλογο, να το διαγράψουν από τα μάτια τους και τις καρδιές τους. Κείνη την ώρα συνέβη και κάτι άλλο: κυκλοφόρησαν οι πρωτοχρονιάτικες εφημερίδες, με το μεγάλο τίτλο στην πρώτη σελίδα:
“ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ” και τους μεγάλους τίτλους στην τελευταία σελίδα. “ΤΟ ΝΟΤΙΟΝ ΒΙΕΤΝΑΜ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΕΙΡΗΝΗ”, “ΤΟ ΚΟΓΚΟ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΝΕΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ”, “ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌΝ ΕΙΣ ΝΕΟΝ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ” , “ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΗΞΑΝ ΕΤΟΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΠΕΘΑΝΟΝ ΕΚ ΠΕΙΝΗΣ”, “ΤΕΡΑΣΤΙΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΣΙΤΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΑΦΗΣΑΝ ΔΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΑΙ ΤΙΜΑΙ”

Στο μεταξύ, το άλογο πέρασε την πλατεία Κλαυθμώνος κι` ανέβαινε προς το Σύνταγμα. Τρέχοντας έτσι, δεν είχε βέβαια καιρό να προσέξει τις πελώριες ρεκλάμες του νέου σινεμασκόπ τριών διαστάσεων, που έπαιζε ο “Απόλλων”: “ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ”!



Το χρονογράφημα του Αντώνη Σαμαράκη με τίτλο: "Ένα άλογο στη Σταδίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς",  δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ στις 31 Δεκεμβρίου του 1964. Σαν σήμερα, πριν από 47 χρόνια. Το αντέγραψα από το Ανθολόγιο της Αθήνας, του Τάκη Δ. Ψαράκη, εκδόσεις Νέα Σύνορα  Α.Α. Λιβάνη

Στην εικόνα, η οδός Σταδίου το 1950 




Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

The Brussels connection


      

Σταμάτησε μαλακά το VOLVO δίπλα στο χιονισμένο πεζοδρόμιο. Ακριβό αυτοκίνητο αλλά τα άξιζε τα λεφτά του. Μπορεί να το χρώσταγε ακόμα αλλά δεν μετάνιωνε. Κοίταξε προσεκτικά γύρω του, τσέκαρε τους καθρέφτες. Κανείς. Παρότι αφέγγαρη η νύχτα είχε μια απόκοσμη λάμψη από το χιόνι που στοργικά σκέπαζε το κάθε τι. Ρύθμισε το φως καμπίνας να μην ανάψει καθώς θ' άνοιγε την πόρτα. Κατέβηκε, έκλεισε μαλακά την πόρτα, στάθηκε μια στιγμή σαν αναποφάσιστος, με τα χέρια στην τσέπη του ακριβού παλτού του. Κάνοντας ότι διορθώνει το burberry κασκόλ του κοίταξε πάλι προσεκτικά γύρω του. Κανείς. Προχώρησε προς το εγκαταλελειμμένο σπίτι. Η πόρτα του κήπου άνοιξε μ' έναν ανατριχιαστικό στριγγό ήχο. Στάθηκε κι αφουγγράστηκε. Τίποτα δεν έσπαγε την καθησυχαστική σιωπή του χιονιού.
«Τέτοια ώρα,τέτοια νύχτα, χριστουγεννιάτικα κανείς δεν θα κυκλοφορεί στους δρόμους» σκέφτηκε ανακουφισμένος.
Προχώρησε στο πλάι του σπιτιού και, όπως έλεγαν οι οδηγίες, έσπρωξε απαλά την μπαλκονόπορτα. Άνοιξε αθόρυβα. Μπήκε, βγάζοντας από την τσέπη του τον μικροσκοπικό φακό του με την εξαιρετικά συγκεντρωμένη δέσμη. Άρχισε να ελέγχει τον χώρο. Σκουπίδια παντού. Βρώμικα κουρέλια, χαρτιά, περιττώματα, αποφάγια, χρησιμοποιημένα προφυλακτικά συνέθεταν την μεταμοντέρνα διακόσμηση του χώρου, με φόντο βρώμικους τοίχους καλυμμένους με κάθε λογής γκράφιτι. Αδιαφορώντας για όλ' αυτά προχώρησε προς την απέναντι πόρτα κι άρχισε να ελέγχει με προσοχή το πρεβάζι της σάπιας κάσας. Νάτη. Έριξε τη δέσμη του φακού του μέσα στην τρύπα που είχε δημιουργηθεί απ' τον συδυασμό σαρακιού και πεσμένου σοβά. Ο φάκελος ήταν προσεκτικά στριμωγμένος, να μην φαίνεται. Έβαλε το δείκτη και τον μέσο έπιασε την άκρη του φακέλου και τον τράβηξε. Ένας θόρυβος πίσω του τον έκανε να γυρίσει αλαφιασμένος, στρέφοντας το φακό του προς τα εκεί. Δυο μαύρα μάτια, σε μελαψό πρόσωπο, στεφανωμένα με λιγδερά μαύρα μαλλιά τον κοιτούσαν έντρομα. Ψύχραιμα έβαλε τον φάκελο στην τσέπη του και βγήκε από την μπαλκονόπορτα. Πήγε με αργό βήμα στο αυτοκίνητο, μπήκε  και ξεκίνησε χαλαρά. Οδηγώντας, άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε από μέσα το χαρτί και το διάβασε φευγαλέα. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Με τα λεφτά που του είχε υποσχεθεί ο Συμβολαιογράφος θα ξεχρέωνε επιτέλους το 
VOLVO. Πέταξε το χαρτί στο διπλανό κάθισμα. Τρεις μόνο λέξεις ήταν χαραγμένες επάνω του :«Theorema, Τσαλαπετεινός, Σελιτσάνος».Συνέχισε να οδηγεί ικανοποιημένος.[Σ]



      

Είδα τις χοντρές μπότες του να εμφανίζονται μέσα από την καμινάδα.
Απόρησα, Χριστουγεννιάτικα ο Άγιος Βασίλης δεν έρχεται ποτέ.
Σε μια βδομάδα ήταν η γιορτή του, τι γύρευε νυχτιάτικα στο δικό μου σαλόνι; Περίμενα να εμφανιστεί ολόκληρος και στάθηκα μπροστά στο τζάκι.
"Τι θέλεις Χριστουγεννιάτικα εδώ, Σάντα;", τον ρώτησα καθώς ξεσκόνιζε το μανίκι του από την κάπνα.
Η γενειάδα του ολόλευκη, το κόκκινο ρούχο του ατσαλάκωτο σαν καινούριο.
"Απορώ, καθαριστήριο το πήγε πριν κατέβει ως εδώ;", αναρωτήθηκα χωρίς να μιλήσω.
"Εσύ έγραψες την πρώτη ιστορία, ο Τσαλαπετεινός τη δεύτερη κι ο Σελιτσάνος την τρίτη, έτσι;", με ρώτησε χωρίς περιστροφές.
Είχε ξεχάσει μέχρι και να με καλησπερίσει.
Ένα τρομερό δέος με διαπέρασε σαν ερωτική ταραχή. Πρώτη φορά ένιωθα να ερωτεύομαι έναν Άγιο. Φωτιά θα έπεφτε να με κάψει...
"Ναι, έτσι έγινε, ακριβώς", παραδέχτηκα κοιτώντας τον από την κορυφή ως τα νύχια.
"Και γιατί παίξατε με το κοινό βάζοντάς το να διαλέξει;", με επέπληξε σοβαρά, πλησιάζοντας λίγα βήματα κοντά μου.
Μύριζε χειμώνα, χιόνι και μια ιδέα ιδρώτα. Συγκλονίστηκα.
"Για τη χαρά του παιχνιδιού, Σάντα", παραδέχτηκα νιώθοντας τύψεις για κάτι που δεν είχα καταλάβει τι ήταν.
Μάλλον έφταιγε το χέρι του, που απλώθηκε προς το μέρος μου απειλητικά.
"Ανέβα!", με πρόσταξε χωρίς να μου δώσει άλλες εξηγήσεις.
Μπήκα στην καμινάδα ξωπίσω του, ακολουθώντας τον σαν κουρδισμένο παιχνιδάκι.
Βγήκαμε στην έναστρη νύχτα ασθμαίνοντας.
Με έπιασε από τη μέση και με έριξε πάνω στο έλκηθρο που περίμενε απέξω.
Οι τάρανδοι μούγκρισαν όλο χαρά.
Αρχίσαμε να πετάμε στον καθαρό ουρανό, όπου διακρίνονταν μόνο μερικά ασημένια αστέρια.
Τον κρατούσα από τους ώμους και μέσα μου κάτι έλιωνε σαν σιρόπι πάνω σε γλυκό.
"Με απήγαγε ο Αγιος Βασίλης", σκέφτηκα με μια άγρια χαρά. "Και πώς να το πω στους άλλους δυο που περιμένουν; Δεν έχω κάν μαζί μου ένα κινητό!"...
Δεν ξέρω τι θα γίνει με τον συμβολαιογράφο. Πώς θα χαριστούν τα δώρα στους νικητές. Τι θα γίνει αύριο.
Το μόνο που ξέρω απόψε είναι πως έπεσα θύμα απαγωγής από έναν κόκκινο άγιο, και ο θεός βοηθός από εδώ και πέρα...[Th]


      

Το πρωί της Δευτέρας 26/12/2011, στις 6.17 ακριβώς κι ενώ ακόμα δεν είχε ξημερώσει, πλησιάζοντας στο κτίριο γραφείων στη Boulevard Anspach στο κέντρο των Βρυξελλών, η Maria Sol, καθαρίστρια από το Εκουαδόρ, είδε σταθμευμένα 4 περιπολικά με αναμμένους τους προβολείς και την είσοδο του κτιρίου όπου εργαζόταν, αποκλεισμένη με πορτοκαλί κορδέλες. Κοντοστάθηκε χωρίς να ξέρει αν θα έπρεπε να κάνει μεταβολή και να φύγει ή να προχωρήσει. Ένα χτύπημα στην πλάτη την κατατρόμαξε. Ήταν ο θυρωρός του κτιρίου, ένας μεσήλικας Έλληνας, ο χειρότερος κουτσομπόλης που είχε γνωρίσει ποτέ · φύσει και θέσει.

Δεν πρόλαβε, να τον ρωτήσει τί συνέβη, ούτε καν να τον καλημερίσει κι εκείνος άρχισε να της λέει χωρίς κανέναν ειρμό: “Τον μπαγάσα! Την κοπάνησε με όλα τα δώρα του διαγωνισμού. Και τα λεφτά της αμοιβής άρπαξε και τη δουλειά δεν έκανε! Οι άλλοι κάτω σε μας, περιμένουν ακόμα τα αποτελέσματα. Συμβολαιογράφος να σου πετύχει! Μεγάλος απατεώνας!. Καλά, βέβαια εγώ είχα καταλάβει από την αρχή τι μούτρο ήταν. Το χειρότερο όμως, ξέρεις ποιό είναι;” Χωρίς να περιμένει απάντηση από τη Maria Sol που μόλις που καταλάβαινε τα γαλλικά του με την έντονη Τρικαλινή προφορά, συνέχισε ακάθεκτος: “ Λένε – κι αυτό να μη σου ξεφύγει σε κανέναν- ότι απήγαγε και τη γυναίκα που του ανέθεσε τη δουλειά! Αυτή πάλι, σοβαρή μπλογκερ χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες, λένε ότι ενώ κατάλαβε ότι πρόκειται για απαγωγή, τον ερωτεύτηκε και του πρότεινε να φύγουν μαζί για τη Βενεζουέλα που εργάζεται μια φίλη της που τη λένε So Far! Καταλαβαίνεις βέβαια, ότι έτσι η υπόθεση θα περάσει στα χέρια της Ιντερπόλ και...

Από τη φλυαρία του θυρωρού η Maria Sol γλύτωσε με την παρέμβαση ενός αστυνομικού που τους πλησίασε κι αφού τη ρώτησε αν εργάζεται στο συγκεκριμένο κτίριο της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Τους είπε ό,τι ήξερε. Ότι είχε δει τα δώρα όταν τα έφεραν στο γραφείο την περασμένη εβδομάδα και ότι ο συμβολαιογράφος της είχε ζητήσει να μην καθαρίσει το δωμάτιο όπου φυλασσόταν και ότι το είχε διπλοκλειδώσει ο ίδιος. Επίσης ότι καθαρίζοντας τη ντουλάπα που κρεμούσε το παλτό του, την Παρασκευή το απόγευμα είδε κρεμασμένη μια στολή Αγιο Βασίλη και μια ψεύτικη γενειάδα. Tης φάνηκε περίεργο γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί έναν τόσο όμορφο και νέο άντρα ντυμένο Άγιο Βασίλη. Αφού δίστασε για λίγο πρόσθεσε ότι στο κάτω μέρος της ντουλάπας βρήκε τσαλακωμένο ένα χαρτί που έγραφε τρεις λέξεις, τη μία κάτω από την άλλη. Δεν το είχε πετάξει. Αν το ήθελαν, ναι, το είχε μαζί της. Άνοιξε το πορτοφόλι της, έβγαλε το χαρτί και το έδωσε στους αστυνομικούς. Το έπιασαν φορώντας γάντια, το έβαλαν σε μια διάφανη σακούλα. Μερικές ώρες αργότερα, στη Σήμανση έμαθαν ότι έγραφε στα ελληνικά: "Θεώρημα, Τσαλαπετεινός, Σελιτσάνος" και μπερδεύτηκαν ακόμα περισσότερο. [Τ]



Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Αργύρης Χιόνης, 1943- 2011


ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ, ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ· από θηρίο της ερήμου ζώο
την έκανε οικόσιτο,κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή, πιό απαλή ακόμα κι από γάτα.
Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατα-
σπάραξε, κανείς δεν ξέρει. (1)


ε
Ίσια στα μάτια
Το θάνατο κοιτώντας
Τον ημέρεψα
Άτρομα το κεφάλι
Χώνω στα σαγόνια του (2)


ΣΚΑΒΩ ΤΗ ΓΗ, κι όπως την τσάπα κατεβάζω,”Χά!” κραυγάζω, δύναμη στο χτύπημά μου για να δώσω, στα κουρασμένα μπράτσα μου κουράγιο.
   Η γη με ένα “άχ!” μου αποκρίνεται, μ' έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης, καθώς την λευτερώνω από την πετσιασμένη κρούστα της.
   Και χά το χά και άχ το άχ με χί μπροστά ή με χί πίσω, με πόνο κι ανακούφιση, σιγά σιγά, η γη κι εγώ την άνοιξη στον πάνω κόσμο ξαναφέρνουμε (3)


Ελέησον σε
Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να ‘χεις
Συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου,
Πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.
Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά. (4)


Σκίτσο ο κόσμος και
ανελέητη ο θάνατος
γομολάστιχα (5)


Χέρια

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα (6)



(4) Ό τι περιγράφω με περιγράφει (Ενότητα Προσευχές)
(5)Ό τι περιγράφω με περιγράφει (Ενότητα Ιδεογράμματα Β)
(6) Λεκτικά Τοπία


Κριτική ετυμηγορία: Η διαυγής, υποβλητική, ευφάνταστη, αλλά και σαρκαστική, στα όρια του παραδοξολογήματος, ποίηση του Χιόνη δεν θα μπορούσε παρά να έχει αρδευτεί από τη λιτή και ακριβή έκφραση του Καβάφη (αλλά και του Καρυωτάκη), και από το λυτρωτικό, ειρωνικό του πνεύμα. Η Βίβλος (ιδίως το Βιβλίο του Ιώβ ), ο Κάφκα και ο Μπέκετ διαμόρφωσαν και ενίσχυσαν την πίστη του στο παράλογο και μάταιο της ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα σφυρηλάτησαν και το «αγωνιστικό» του ήθος: ότι ο ποιητής, υπομένοντας το υπαρξιακό του αδιέξοδο, πρέπει να καταφάσκει διαρκώς, ώς το τέλος, στη ζωή· να αναζητεί το δικό του δαντικόparadisο terrestre στα «λεκτικά τοπία» που αργά αργά συνθέτει. Στο γνωστό πρόταγμα του Μπέκετ «δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω», ο Χιόνης απαντά: «η σιωπή αποψιλώνει την ψυχή μου, αλλά εγώ επιμένω να φυτεύω δέντρα». Με άλλα λόγια, όπως το βέλος του Ζήνωνα δεν θα φτάσει ποτέ στον στόχο του, έτσι και ο Χιόνης παραμένει ένας «ακίνητος δρομέας», που ωστόσο επιμένει στην αναγκαιότητα της κίνησης των λέξεων. Η ποίηση είναι υπόθεση αδιάκοπης ενδοσκόπησης. Απαραίτητη προϋπόθεση φαίνεται να είναι για τον Χιόνη η «μόνωση», όχι όμως και η «αποξένωση» από την πραγματικότητα. Έτσι, μολονότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μεγαλούπολη και έζησε για καιρό σαν κοσμοπολίτης, αποφάσισε, χάριν της τέχνης του, να «απεκδυθεί το κοστούμι της ασφάλτου και να ενδυθεί», όπως λέει ο ίδιος, «το βρακί του χώματος», αφού μόνο στη φύση μπορεί η ψυχή, «η περικοκλάδα της αβύσσου/ στο χάος να σκαρφαλώνει/ ντύνοντας πράσινο το τίποτα».  ( Χάρης Βλαβιανός, Νέα 3/11/2007)





Διαβάστε:
Ότι έχω γράψει, με έχει γράψει... (Συνέντευξη στην Πολυ Κρημνιωτη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή 7/11/2010)

Αργύρης Χιόνης 1943-2011: Άραγε πεθαίνουν οι ποιητές; (Πολυ Κρημνιωτη  Αυγή 28/12/2011)

Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (O Αργύρης Χιόνης γράφει για το έναυσμα που τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» Lifo)

Οσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα (συνέντευξη του ποιητή στην Ελευθεροτυπία 10/2/2010 Από την Κατερίνα Αγγελιδάκη )

Τὸ ἀπομεσήμερο ἑνὸς φαύνου του Αργύρη Χιόνη από τον planodion


Αργύρης Χιόνης. (wiki) 

Παραβολή για το πλάτος της ψυχής, από τη Σταυρούλα Σκαλίδη (Βραδινή 17/1/2009)

Ασήμαντα ταξίδια, από τον thas 




Ακούστε:
Το ωραίο καλοκαίρι , Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας

Ο Στρατηλάτης, μουσική ερμηνεία Φοίβος Βλάχος.



Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

All that Christmas...


Έμαθα να γυρίζω το κουμπί. Από δω αρχίζει, από κει σταματάει. Αρχίζει- σταματάει. Από δω, το αρκουδάκι χτυπάει τα ...σαν πιάτα είναι, μα δεν ξέρω πώς τα λένε. Κάνουν μπαμ, μπαμ. Από εκεί, στέκεται ακίνητο. Όταν είναι ακίνητο, το δαγκώνω και γεμίζει το στόμα μου χνούδια. Μού φωνάζουν και... ξαφνικά σκοτάδι. Φοβάμαι. Γυρίζω κι αμέσως ανάβουν χρωματιστά φωτάκια. Μετά σβήνουν. Και μετά πάλι ανάβουν. Αφήνω το αρκουδάκι και σηκώνομαι. Κρατιέμαι από τα κάγκελα της κούνιας, προσπαθώ να τα καβαλήσω, να βγω από εκεί για να φτάσω στο δέντρο που αναβοσβήνει. Θέλω να το πιάσω. Θέλω να δαγκώσω τις μπάλες που γυαλίζουν. Τα κάγκελα είναι ψηλά. Δεν μπορώ. Βάζω τα κλάματα. Νομίζουν ότι πεινάω.

Πεινάω!” δηλώνω για πρώτη φορά στη ζωή μου αλλά η μαμά δε συγκινείται. Παίρνει την πιατέλα με τις τσιγαρίδες, και την κρύβει λέγοντας: “ Δεν κάνει να φας. Αύριο θα κοινωνήσεις”. Δεν έχω ξαναπάει νύχτα στην εκκλησία. Ο μπαμπάς με κουβαλάει στους ώμους. Έχει χιόνι. Πολύ χιόνι. Το ακούω που τρίζει στα βήματά τους. Ακούω και τις καμπάνες. Η μύτη μου έχει παγώσει. Μέσα είναι ζεστά. Μισοκλείνω τα μάτια από τη νύστα και το φως των κεριών χορεύει. Ακούω όμως προσεκτικά και πιάνω σκόρπιες λέξεις: Παρθένος, σπήλαιον, άγγελοι, Μάγοι, αστέρος, εγεννήθη, Θεός. Είναι ακριβώς όπως μας τα είπε η κυρία Ολυμπία στο σχολείο. Στον παπα- Πέτρο δε χρειάζεται να πω το όνομά μου. Εκείνος με βάφτισε και ενώ περιμένω μπροστά του με ανοιχτό το στόμα λέει: “Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού...”. Ούτε γάλα, ούτε κουλουράκια πλεξούδες θέλω μετά. Μόνο τσιγαρίδες να φάω και να βλέπω από το παράθυρο το χιόνι που πέφτει.


Πέφτει χιόνι από τη ώρα που φτάσαμε στην ταβέρνα του κυρίου Άλκη. Την κλείσαμε για τη τάξη μας. Μόνο εμείς. Θα φάμε και μετά θα πάμε στο μπαρ για χορό. Το πολύ όμως μέχρι τις τέσσερις. Μετά στο Λύκειο για να πάρουμε τη φάτνη και θα βγούμε για κάλαντα. Μέχρι το πρωί. Τρέχω με το κουτί· μεγάλο χάρτινο ντυμένο με άσπρη κόλα. Τρέχω μέσα στα χιόνια, πηδάω μάντρες για να κόψω δρόμο, ανεβαίνω σκαλιά, χτυπάω κουδούνια λέω “Χρόνια σας πολλά. Είμαστε τα παιδιά του Λυκείου”. Ανοίγουν νυσταγμένοι με τα νυχτικά τους. Ακούν τους άλλους που ψάλλουν στο σκοτάδι πίσω από τη φωτισμένη φάτνη και πέφτουν πενηντάρικα, κατοστάρικα και μερικές φορές πεντακοσάρικα και ένα χιλιάρικο. Πέφτουν κι ευχές για καλή πρόοδο, καλή επιτυχία στις εξετάσεις  και κεράσματα. Βιάζομαι, θέλω να χτυπήσω όσα περισσότερα κουδούνια γίνεται, θέλω το δικό μου κουτί να έχει τα περισσότερα. Για την εκδρομή μας στο τέλος της χρονιάς κι ας ξέρω ήδη ότι εγώ δεν θα πάω.


Αν θες να πας, μόνο όρθιος”. Κόβω φοιτητικό τελευταία στιγμή, βολεύω το σάκο με τα άπλυτα στη μπαγκαζιέρα και βολεύομαι στα σκαλιά της πίσω πόρτας του λεωφορείου. “Οκτώ ώρες είναι, θα περάσουν” σκέφτομαι μα καθώς χιονίζει ασταμάτητα τα χιλιόμετρα της εθνικής περνούν αργά κάτω από τις αλυσίδες. Χιόνι παντού, άδειος ο δρόμος, λευκός και μόνο το δικό μας τρελό λεωφορείο ανηφορίζει αργά, γεμάτο επιβάτες. Πονάνε τα μάτια βλέποντας τις νυφάδες να χτυπάνε στο τζάμι που έχει πιάσει πάγο απ` έξω κι από μέσα είναι θολό από τα χνώτα. Νύχτα παραμονής κι οι μεγαλύτεροι μουρμουρίζουν απελπισμένοι: “Δε θα φτάσουμε σπίτια μας. Χριστούγεννα στο δρόμο.” Φτάσαμε. Μετά από δεκαεννιά ώρες, λίγο πριν το μεσημέρι. Μπήκα και μύριζε άχνη, κούτσουρο που καίει και σαρμάδες. Μυρωδιά από Χριστούγεννα. Μυρωδιά σπιτιού. Οικογένειας.




Το οικογενειακό τραπέζι των Χριστουγέννων, στο σπίτι της θείας Ελευθερίας ίδιο όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ωραία στολισμένο πάντα, αφθονία και φαγητά με σταθερή γεύση. Οι συνδαιτυμόνες μόνο αλλάζουν. Μεγαλώνουν, παχαίνουν, γερνάνε κι ύστερα τη θέση που αφήνουν κενή την καταλαμβάνουν τα εγγόνια, που με τη σειρά τους κι αυτά, όπως οι γονείς τους πριν μερικά χρόνια θα υποστούν το ανελέητο τσίμπημα στο μάγουλο, τη δοκιμασία “πες τα κάλαντα να σε ακούσουν οι θείες”, τη χαρά με το γενναιόδωρο χαρτζιλίκωμα που ακολουθεί, την παρατήρηση που τους έφυγε ο μπακλαβάς από το πιάτο κι έκανε χάλια το καλό χαλί.

Καθισμένοι στο χαλί αφού δε φτάνουν οι καρέκλες για όλους μας, με το πιάτο στο χέρι και το ποτήρι στο πάτωμα. Κινέζικο αντί γαλοπούλας, καραβάκι αντί δέντρου, τζην αντί καλά ρούχα και χριστουγεννιάτικη μουσική από όλο τον κόσμο. Γιατί όλος ο κόσμος είναι μαζεμένος. Η Yoko, που και τα ελληνικά της και τα αγγλικά της ακουγόταν σα γιαπωνέζικα, ο Guido που ήρθε όπως πάντα καθυστερημένος με δυο μπουκάλια ιταλική grapa, ο Alex που έφτασε λίγες ώρες πριν από τη ΝΥ με τα πιο αστεία κι άχρηστα δώρα κι ο Χεσάμ που παιδεύεται στην κουζίνα να ανάψει τον ναργιλέ που του έστειλαν οι δικοί του από την Αίγυπτο για το Μπαϊράμι. Ο Θάνος σηκώνει το τηλέφωνο κι είναι ο Sveta από το Βελιγράδι - μας θυμήθηκε κι ο παλιοημερολογίτης φίλος μας - μετά από λίγο μας παίρνει κι η Krista από την Φινλανδία. Η Λήδα επιμένει και φέτος να πλύνει τα πιάτα κι σπάει ένα από την έκπληξη τη στιγμή που ο Μπάμπης κι η Κατερίνα  ανακοινώνουν ότι παντρεύονται. Η Δάφνη βγάζει τα γλυκά και σερβίρει ενώ ο Γιάννης ετοιμάζει καφέδες. Η Μαρίνα, λέει στον Ααρών ότι δεν έχει δώρο γι εκείνον επειδή είναι Εβραίος κι αυτός το πιστεύει. Αλλά έχει δώρα για όλους και ξέρουμε πως το καλύτερο από όλα είναι ότι είμαστε μαζί κι αυτά τα Χριστούγεννα.




Μόνος με πυρετό στο σπίτι. Το θερμόμετρο φλερτάρει επικίνδυνα με το 39 ενώ τα μηνύματα έρχονται βροχή: “Να πάρεις 5 ασπιρίνες και να έρθεις αμέσως! Είμαστε στο...”. Πάρτι παντού, τραπέζια, συγκεντρώσεις. Ένα μήνα πριν απολύθηκα από τη δουλειά, δυο βδομάδες πριν χώρισα και είμαι άρρωστος. Δεν μπορώ, δε θέλω να δω κανέναν. Θέλω να μείνω μόνος στο σπίτι Χριστούγεννα για να δω πώς είναι. Καθόλου άσχημα. Βράζω τραχανά. Ψωμί δεν έχω. Μόνο κάτι παξιμάδια κι ευτυχώς φέτα. Τρώω παρέα με την οικογένεια Ekdahlska. Η σκηνή (στα 4.30 του λινκ) που τραγουδάνε και χορεύουν όλοι μαζί διασχίζοντας το απίστευτο σπίτι, με πρώτη τη γιαγιά Helena, είναι συναρπαστική. Τη βλέπω δέκα φορές και την ενδέκατη αρχίζω να τραγουδάω μαζί τους τσάτρα πάτρα σουηδικά. Ύστερα με τρελό κέφι πίνω δυο ασπιρίνες υψώνοντας το ποτήρι με το νερό και λέω εννοώντας το απόλυτα: “Στην υγειά μου!”.





Στην υγειά μας μωρό μου”, με το μπαμ του φελλού που εκτοξεύτηκε στο ποτάμι και χάθηκε στα νερά.  Σαμπάνια της πλάκας από ένα μαγαζί στην Αριδαία, τελευταία στιγμή πριν κλείσει. Η λίμνη είχε πια αδειάσει. Νύχτωσε για τα καλά.  Πήγαν οι άνθρωποι να γιορτάσουν. Μόλις έφυγε κι ο τελευταίος βγάλαμε τα μαγιό και τα αφήσαμε στη σιδερένια σκάλα. Ανοίξαμε τη σαμπάνια, πρωτόπλαστοι κάτω από τον μικρό καταρράχτη μέσα στους ατμούς. Την κατεβάσαμε χωρίς ποτήρια, γουλιά -γουλιά  στόμα με στόμα και μείναμε έτσι για ώρες μέσα στο ζεστό νερό κοιτάζοντας τον ουρανό. Με τέτοιο βαρύ έρωτα και το πιο μικρό αστέρι μοιάζει υπέρλαμπρο. Για αυτό όταν μου είπες: “Τα καλύτερα Χριστούγεννα φέτος...” σε πίστεψα και συμφώνησα αμέσως.



Για τα φετινά Χριστούγεννα,
καλά να είμαστε, εδώ να `μαστε
και θα σου πω μια άλλη χρονιά.



Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Μαγειρέματα


Η εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης για τη μαγειρική και τη γαστρονομία έχει γίνει γνωστή ως μοριακή γαστρονομία. Αυτή είναι υποτομέας της επιστήμης των τροφίμων. Σημαντικές συνεισφορές έχουν γίνει από τους επιστήμονες και συγγραφείς όπως ο Σελιτσάνος (επίτιμος γευσιγνώστης, αποτυχημένος φροϋδιστής) η Theorema (ερευνήτρια, αρχιτέκτων ψυχικών δομικών έργων) και ο Τσαλαπετεινός (ψυχοερευνητής, ιπτάμενος καλλιτέχνης). Ανθολογίσαμε δείγματα της δουλειάς των τριών σοφών, ευελπιστώντας να συμβάλουμε στην επιτυχία των επερχόμενων εορταστικών γευμάτων και τραπεζωμάτων.


(ΣΣ. Αν μετά την ακριβή εκτέλεση των συνταγών το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό, διαθέτομεν επαρκή λίστα ικανότατων ψυχιάτρων να σας βοηθήσουν)












Την βλέπω που ανακατεύει το νερό και μου' ρχεται να φωνάξω. Ούτε βραστό αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη, και μου καμώνεται για μαγείρισσα περιωπής με ένα πάκο τορτελίνια. Σκίζει το χαρτί του Knorr και πετάει τον κύβο στην κατσαρόλα. Μετά ανακατεύει ξανά να πάει παντού η μυρωδιά, έτσι λέει. Δεν αντέχω πια, δε γίνεται άλλο, έσκασα, απόψε θα της το πω. Να ξεμπερδεύω.
«Μύρισε να δεις τι ωραία που ευωδιάζει το φαΐ», λέει και μου δείχνει με την κουτάλα το βραστό νερό με τα πρασινοκόκκινα ίχνη.
Δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω και τραβάω μια μυτιά σα να ρούφαγα κόκα. Τους σιχαίνομαι τους κύβους Knorr, μου φέρνουν αναγούλα.
«Ωραίο», της λέω ο δειλός και της χαμογελάω κι από πάνω.
Πρέπει να τελειώνω με όλα αυτά. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να φερθώ σαν άντρας. Ωραία, έγινε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που ερωτεύεται άλλη. Έγκλημα έκανα στην τελική ή μήπως το κυνήγησα κιόλας; Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, αδέρφια γίναμε! Ίδιο αίμα. Πηδιέσαι όμως με την αδερφή σου; Είναι ποτέ δυνατόν; Όχι πως με τη Σοφία έμπλεξα μόνο για το σεξ, εννοείται. Τα βλέπω όλα σοβαρά, έρωτας βαρβάτος. Στην αρχή ήταν μια γλυκιά ιδέα, ένα καλό κρεββάτι, λίγη παρέα τις ώρες της μοναξιάς. Σιγά σιγά άρχισα να κολλάω μαζί της. Την σκεφτόμουν συνεχώς, έκανα δέκα ρεηφρές την ώρα στο κινητό, δεν κοιμόμουν τις νύχτες. Οδηγούσα και της αφιέρωνα τραγούδια ενώ δεν ήταν εκεί, μιλάγαμε, της έλεγα και μου απαντούσε, στο μυαλό μου πανικός. Μια δεύτερη ζωή μες το κεφάλι μου, ακόμα πιο ζωντανή από την πρώτη. Και οι κλεμμένες μας στιγμές, ευτυχία...
«Τα τορτελίνια επιπλέουν. Λες να έγιναν; Έτσι γράφει στο πακέτο», με ρωτάει και με κοιτάζει σα να ξέρει τι σκέφτομαι. Σα να με διαβάζει.
«Σβήσε τη φωτιά και σούρωσέ τα», της απαντώ και την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως θέλω να της φέρω την κατσαρόλα στο κεφάλι. Ή να χώσω μέσα το κεφάλι μου εγώ. Καλύτερη ιδέα.
«Η κρέμα γάλακτος με το ροκφόρ πόση ώρα πρέπει να βράσει; Να τρίψω σκόρδο τώρα ή μετά;», ρωτάει με φωνή αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και με πιάνει ζαλάδα.
«Λιώσε στην κρέμα το τυρί, ανακάτεψέ τα κάνα τέταρτο σε σιγανή φωτιά με ξύλινο κουτάλι, ρίξε μανιτάρια, μπέικον, αλατοπίπερο και στο τέλος λίγο βούτυρο και μια πρέζα σκόρδο», απαγγέλλω τη συνταγή που υποτίθεται πως είχε αναλάβει να μαγειρέψει.
Παρόλα αυτά δεν την μισώ. Απλώς τώρα πια την βρίσκω αδιάφορη, κρύα, εκνευριστική, ασέξουαλ. Κάποτε την ερωτεύτηκα μέχρι θανάτου, σήμερα απλώς την ανέχομαι και μελαγχολώ. Μπορεί και αυτή το ίδιο. 
Η Σοφία περιμένει να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.
«Αν της το πεις επιτέλους», μου ξεκαθάρισε, «μπορούμε να μείνουμε μαζί από το ίδιο βράδυ. Αν διστάσεις ξανά, θα πάω πίσω στο νησί και μη με ψάξεις».
Να μην την ψάξω...
«Έλα λίγο μωρέ να δεις τη σάλτσα», με φωνάζει και σπεύδω σαν κουρδισμένο ρομπότ.
Η σάλτσα έχει δέσει, τα υλικά έχουν γίνει ένα μεταξύ τους, οι μυρωδιές έχουν συγχωνευτεί. Όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά. Όπως και οι ζωές μας.
Την κοιτάζω που σερβίρει στην κουζίνα μας. Με τα γνωστά μαχαιροπίρουνα, τα οικεία πιάτα, τα παλιά ποτήρια. Σκέφτομαι το βόλεμα των γυαλικών μέσα στα ντουλάπια. Των σεντονιών στο συρτάρι. Των ρούχων στις κρεμάστρες. Των βιβλίων στα ράφια. Το δικό μου δίπλα της, μέσα στο σπίτι αυτό. Το βόλεμά μας. Τεράστιο μαρτύριο το ξεβόλεμα αυτό, σκέτη αγωνία ανασφάλεια του άλλου. Κι αν η Σοφία με παρατήσει και καταρρεύσω μετά; Αν στραβώσει κάτι;
Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως η ζωή μου είναι στρωμένη, άνετη. Αν με τη Σοφία δεν τα βρούμε στη συγκατοίκηση, στα οικονομικά, τις διακοπές ή όπου, τι κάνω εγώ μετά; Πάτησα τα πενήντα πια. Παρόλο τον έρωτα και το ωραίο σεξ, παρόλη την καύλα, είμαι τώρα για νεανικές περιπέτειες και δοκιμές ζωής;...
«Τρώμε, αγάπη μου», φωνάζει δυνατά και τότε ξέρω μέσα μου πως ούτε και φέτος θα χωρίσω.
















Θεώνη! Τί κάνεις στο παράθυρο πάλι; Στη ρέμβη το έριξες τώρα που έπρεπε να βγάλεις φτερά στα πόδια σου; Σάλευε! Πρώτα στον μπουφέ· τα ασημένια μαχαιροπίρουνα θέλουν γυάλισμα με σόδα. Θέλω να βλέπω το πρόσωπό μου στα κουτάλια. Και ύστερα πιάσε να πλύνεις το καλό σερβίτσιο. Τι θα πει είναι καθαρό; Όχι κύριε, δε φωνάζω. Οδηγίες δίνω στη Θεώνη. Και τα κρυστάλλινα ποτήρια θέλουν φρεσκάρισμα. Το άσπρο τραπεζομάντηλο, κολλαριστό, θα στρωθεί αύριο και μεθαύριο, την παραμονή θα μπούνε τα σερβίτσια. Να εδώ, στην κορυφή, στη θέση του μακαρίτη, θα καθίσει ο θείος Χαρίλαος κι απέναντι ο κουνιάδος μου ο βουλευτής. Τρομάρα του. Σαράντα στρέμματα έδωσε μπιρ παρά για να εκλεγεί. Τα είκοσι ποτιστικά. Μακριά οι δυο τους, γιατί θα αρπαχτούν πάλι για τα πολιτικά, χρονιάρες μέρες. Μπορώ να ξεχάσω τι έγινε τα Χριστούγεννα του `53; Όχι το `55 ήταν, γιατί εκείνη τη χρονιά είχαμε πάρει το πικ απ. Grundig, παρακαλώ. Εξαίρετος ήχος. Ακούγαμε “Λίγες καρδιές αγαπούνε, όταν ήρθαν στα χέρια. Είδαμε και πάθαμε να τους χωρίσουμε. Κι ότι είχαμε αρχίσει να χορεύουμε. “...οι πιο πολλές σε ξεχούνε, μόλις περάσει η βραδιά...” Ω! Με συγχωρείτε κύριε, αλλά με το τραγούδι παρασύρομαι, δίκαιο έχετε, πιο σιγά...Μακριά λοιπόν! Μακριά για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Οι άλλοι θα βολευτούμε. Πέντε από τη μια μεριά, πέντε από την άλλη. Δώδεκα μόνο φέτος -ζωή να έχουμε- άνετα θα είμαστε. Να αγιάσει η ψυχή της μανούλας μου που διάλεξε αυτό το τραπέζι. “Μεγάλο κόρη μου” έλεγε και ξανάλεγε, “να χωράνε όλοι στις γιορτάδες”. Εγώ βλέπεις δεν το ήθελα τόσο μεγάλο γιατί...


Χτυπάνε Θεώνη! Κουφή είσαι και δεν ακούς; Τρέχα γρήγορα να ανοίξεις. Ο παραγιός του χασάπη θα είναι. Αλλά πρόσεξε: όχι πολλά πολλά μαζί του. Ξέρω πολύ καλά τι λέω εγώ. Σουσουράδα. Τον έχω δει που κόβει βόλτες συνέχεια έξω από το σπίτι. Σοβαρή σοβαρή να του ανοίξεις και να δεις αν τα έφερε όλα. Κιμά -δυο οκάδες χοιρινό, μια οκά μοσχάρι, για τη γέμιση και τα γιαπράκια- τη γαλοπούλα και το κεφάλι με τα ποδαράκια για την πηχτή. Αν δεν είναι διπλοκομμένος ο κιμάς, να του πεις να τον πάρει πίσω και να τον περάσει δεύτερη φορά στη μηχανή. Ύστερα βάλε την κεφαλή του χοίρου στο νερό να λευκανθεί και να καψαλίσεις καλά το πουλερικό. Θεώνη στάσου!!! Να την προλάβω ήθελα κύριε, γι αυτό φώναξα, να της δώσω το μπουρμπουάρ του παραγιού. Καλά, καλά αφού επιμένετε θα του τα δώσω ιδιοχείρως όταν περάσω να πληρώσω το χασάπη. Αλλά αφήστε με τώρα. Πρέπει να δω τη συνταγή του μπακλαβα γιατί δεν την ενθυμούμαι καλώς. Διπλή δόση θα κάνω φέτος. Να στείλω και μια πιατέλα στην εξαδέλφη μου. Πέντε χρόνια και το κρατάει ακόμα το πένθος. Υπόδειγμα συζύγου η Χαρίκλεια. Να ο Τσελεμεντές, τα γυαλιά μου όμως πού τα άφησα; Εγώ στα τρία ξεπένθησα, ήμουν βεβαίως πολύ νεότερη, α τα φοράω! Πνιγόμουν με τα μαύρα, το ευρετήριο είναι στο τέλος, αλλά δεν ξανάφτιαξα τη ζωή μου, ευρετήριο, ευρετήριο και μου έκαναν δύο προξενιά. Μ...μ... Μπακλάβας! Σελίδα 339. Ο ένας ήταν καλός. Άνθρωπος του κόσμου, θα έχανα όμως τη σύνταξη. Σελίδα 337, στην επόμενη. Να! Τον βρήκα. “Διακόσια δράμια ψίχα αμυγδάλων”. Όχι, εγώ βάζω εκατό δράμια αμύγδαλα, εκατό καρύδια. Έτσι του άρεσε του μακαρίτη. Έτσι τον έφτιαχνε η πεθερά μου δηλαδή κι έτσι είχε συνηθίσει. Ανάμεικτα. Ορίστε, το έχω σημειώσει εδώ, στο τέλος της συνταγής, εδώ που λέει: “Θέτομεν δε αυτόν να ψηθή εις μέτριο φούρνον επί μίαν και ημίσειαν ώρα”.


Όταν έρθει η Θεώνη, θα της πω να κοπανίσει και κανελλογαρύφαλλα, τριάντα δράμια για τη διπλή δόση. Να πιάσει μετά να καθαρίσει και τα κάστανα για τη γέμιση, να βγάλει τα κοτσάνια και να πλύνει τη σταφίδα. Όταν μπαίνω στην κουζίνα  θέλω όλα τα υλικά έτοιμα και τη σακοράφα, εκεί  για το ράψιμο της γαλοπούλας. Με την κλωστή περασμένη. Διπλή πάντα για να αντέχει. Αλλά το πιπέρι και το μπαχάρι θα το τρίψει εκείνη τη στιγμή, όχι πριν. Αλλιώς χάνουν τη μυρωδιά τους. Τι μυρίζει; Πω πω τι άσχημη μυρωδιά είναι αυτή; Να δεις που καψαλίζει τη γαλοπούλα στην κουζίνα. Η τσαπατσούλα! Θεώνη!!! Δεν της κόβει να βγει στην αυλή. Πρέπει να τη σταματήσω. Αφήστε με. Θα βρωμίσει όλο το σπίτι και περιμένω κόσμο. Αφήστε με σας λέω. Θεώνη!!! Πού είσαι; Ορίστε κατάστασις! Άφησε την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή και τα κρέατα πάνω στο τραπέζι. Θεώνη!!! Δεν είναι. Έφυγε. Το έσκασε το παλιοθήλυκο με τον παραγιό του χασάπη. Το `ξερα. Αυτόν περίμενε στο παράθυρο. Αφήστε με! Μη με τραβάτε, χήρα γυναίκα! Αφήστε με! Αμάν! Μπήκε γάτα. Να την! Μα δεν τη βλέπετε; Διώξτε την! Θα πάει στα κρέατα! Ξουτ! Ξουτ! Παλιοθήλυκο κι εσύ. Θα μου τα μαγαρίσει! Αχ Θεώνη τί μού έκανες! Παλιόγατο, άστο κάτω το κεφάλι. Αφήστε με! Μη με κρατάτε. Τι είναι αυτό; Ένεση; Δεν θέλω ένεση. Δε θέλω να ηρεμήσω. Να κοιμηθώ; Γιατί να κοιμηθώ; Περιμένω κόσμο για το ρεβεγιόν. Έχω ετοιμασίες. Καταλαβαίνετε; Μη! Με πονάτε. Θα ενημερώσω τον κουνιάδο μου για τη συμπεριφορά σας. Είναι βουλευτής ξέρετε. Του κυβερνώντος κόμματος. Όχι κύριε, όχι. Μη μου κάνετε ένεση... Αααχ! Δεν πρέπει να κοιμηθώ γιατρέ. Έφυγε η Θεώνη, και... πρέπει να τα ετοιμάσω όλα μόνη μου... Με τον παραγιό του χασάπη... Έχω να μαγειρέ...














«Όχι, όχι δεν είναι που δεν θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου» σκέφτηκε καθώς έσπαγε τα τέσσερα αυγά, χωρίζοντας τους κρόκους απ’ τ’ ασπράδια. «Θέλω.Θέλω πολύ. Σαν τρελός.» Έβαλε τους κρόκους σ’ ένα μπολ κι έριξε τ’ ασπράδια στο μίξερ. Το άνοιξε σε μεγάλη ταχύτητα να χτυπηθούν μαρέγκα. «Είναι που δεν πρέπει. Εγώ είμαι ένας γεροσαλιάρης κι εσύ μια γυναίκα που ανθίζει. Θα μπορούσε να ήσουν κόρη μου.» Άναψε τον φούρνο στους διακόσιους βαθμούς. Πήρε ένα μέτριο ταψί, έριξε μέσα ένα ολόκληρο πακέτο βιταμ, μια κούπα ζάχαρη άχνη και μια κουταλιά της σούπας σορωτή φρεσκοτριμμένη κανέλλα. Το έβαλε στο φούρνο. «Δεν είναι ούτε αυτό όμως. Δεν έχω τέτοια κολλήματα.» Έπιασε ν’ ασχολείται με τα μήλα. Πρώτα να βγάλει τα κουκούτσια με το ειδικό εργαλείο. Κοίταξε με κλειστό το ένα μάτι μέσα από τη σήραγγα που έκανε στο φρούτο, χαμογελώντας στην ιδέα ότι, κατά τον Πουανκαρέ, του πρόσθεσε μία ακόμη διάσταση. Έβγαλε τα κουκούτσια απ’ όλα τα μήλα κι έπιασε να τα ξεφλουδίζει. «Είναι που όλον αυτόν τον καιρό σε παρατηρώ και σε πλάθω στο μυαλό μου.» Έριξε τους κρόκους στην μαρέγκα και άφησε το μίξερ να τ’ ανακατέψει καλά. Έβγαλε το ταψί απ’ το φούρνο. Ανακάτεψε καλά το μείγμα βιτάμ, άχνης, κανέλλας να γίνει ομοιγενές. Έκοψε τα μήλα σε ισοπαχείς ροδέλες και τις έστρωσε μες στο ταψί με το καστανό σιρόπι. Μέσα σε κάθε τρύπα, που πριν φιλοξενούσε τα κουκούτσια, έβαλε από ένα κομμάτι καρυδόψυχα. Έβαλε πάλι το ταψί στο φούρνο. «Δεν ξέρω καν πώς είσαι γυμνή. Αν καυλώνεις μ’ ένα βλέμμα,μ’ ένα άγγιγμα ή χρειάζεσαι περισσότερα.» Έρριξε μες τη μαρέγκα μία κούπα ζάχαρη άχνη, μια βανίλλια κι ένα ρακοπότηρο Grand Marnier κίτρινο. Τ’ άφησε ν’ ανακατευτούν καλά. «Αν ανατριχιάσεις από ηδονή όταν αγγίξω τον λαιμό ή τη μέση σου.» Έριξε στο μίξερ μια κούπα αλέυρι που φουσκώνει μόνο του. Πέντε λεπτά. Όχι μόνο ν’ ανακατευτεί καλά αλλά να «πάρει αέρα» το μείγμα. Έβγαλε το ταψί από τον φούρνο με τα μήλα που είχαν πια μελώσει. «Αν νιώσεις να λιώνεις όταν γλείψω το αυτάκι σου.» Άδειασε το περιεχόμενο του μίξερ πάνω στα μήλα προσέχοντας να καλυφθούν ισοπαχώς. Έβαλε το ταψί στο φούρνο. Είκοσι λεπτά. «Εγώ όμως μέσα στο κεφάλι μου έχω αποφασίσει για όλ’ αυτά. Ξέρω ότι μόλις σε κοιτάξω βαθιά στα μάτια, θ’ αγκιστρώσω το βλέμμα σου. Μόλις σε πιάσω από τη μέση θα νιώσεις μια αντριχίλα να σε διαπερνά. Μόλις αγγίξω  με τα χείλη μου το λαιμό σου θα κρεμαστείς επάνω μου, σα να φοβάσαι ότι θα σωριαστείς. Όταν θ’ αρχίσω να σε γδύνω αργά αργά, καθυστερώντας να γευτώ το κάθε καινούργιο κομμάτι του κορμιού σου που αποκαλύπτεται, δεν θα πατάμε πια στη γη αλλά λαχανιασμένοι θ’ ανεβαίνουμε την κλίμακα της ηδονής. Και όταν θά ‘ρθει  η στιγμή της μέθεξης, δεν θα υπάρχει ανθρώπινη λέξη να περιγράψει την έκρηξη, τον απειρισμό του οργασμού. Γι’ αυτό σου λέω.»
Είκοσι λεπτά. Άνοιξε τον φούρνο, πήρε ένα μαχαίρι και το βύθισε στο ψηλότερο σημείο του παντεσπανιού. Το έβγαλε. Πεντακάθαρο. Έτοιμο λοιπόν. Πήρε μια πιατέλα, ελαφρώς μεγαλύτερη απ’ το ταψί, το καπάκωσε μ’ αυτήν και τα γύρισε μαζί ανάποδα. Η μηλόπιτα στάθηκε περήφανα με το σιρόπι της ν’ αργοτρέχει στα πλαϊνά της. Κοίταξε ικανοποιημένος τα μελωμένα μήλα , τα καρύδια που στραφτάλιζαν καραμελωμένα. Για τι παντεσπάνι ήταν σίγουρος. Ήξερε ότι αν φαντασιωνόταν ερωτικά όταν έφτιαχνε μηλόπιτα, η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη.




Χριστουγεννιάτικο κουίζ

Βρείτε ποιος έγραψε ποιο κείμενο 
και κερδίστε πλούσια δώρα!
Καλά Χριστούγεννα!